Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Τα απόνερα του 2009

Να τα πούμε;



Τα κάλαντα του Νικηφόρου Λύτρα

•    Οι καπνιστές υπό διωγμόν (;)
•    Γρίπη των πτηνών, γρίπη των χοίρων, γρίπη γενικώς
•    Εμβόλια, φαρμακοβιομηχανίες, γιατροί, κυβερνητικό και μιντιακό κομφούζιο
•    Οικονομική κρίση, φούσκες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επενδυτικοί κολοσσοί, κρατική στήριξη από τις κυβερνήσεις (στους υπαίτιους)
•    Κατασχέσεις, απολύσεις, ανεργία, flexicurity, επισφάλεια, stagiaires, ανασφάλεια, εργολάβοι του Δημοσίου, Κωνσταντίνα Κούνεβα
•    Οίκοι ανοχής, μηδενική αξιολόγηση (όπα! μάλλον κάτι μπέρδεψα σ’ αυτά τα δύο)
•    Ευρωεκλογές, αποχή
•    Μπαράκ Ομπάμα
•    Νόμπελ ειρήνης — Αφγανιστάν, Ιράκ, Ιράν, Παλαιστίνη, Ουιγούροι
•    Μπερλουσκόνι κίτρινος (άρχων ΜΜΕ), ροζ (από σκάνδαλα), μαύρος (λόγω πολιτικού προσανατολισμού) και κόκκινος (από καθεδρικό ναό στα άρτι ανακαινισμένα μούτρα)
•    Απόσυρση παλιών αυτοκινήτων για την ενίσχυση της οικονομίας (της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας, της Κορέας κ.λπ.)
•    Εθνικές εκλογές, αποχή (κι εδώ), έλλειμμα, χρέος, αλήθειες και ψέματα
•    Το ανέκδοτο της ενωμένης Αριστεράς (οποίος κλαυσίγελως): Αλέξης, Αλέκος και Αλέκα (κάτι τρέχει με το όνομα, δεν μπορεί…)
•    e-government, πράσινη ανάπτυξη, προστασία (;) του πολίτη, δικαιώματα, σακίδιο με μολότοφ και πιτζάμες
•    Πυρκαγιές (ξανά και ξανά και… άντε πάλι)
•    Κλιματική αλλαγή, Παγκόσμια Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, (μη) δεσμεύσεις
•    Αν η Γη ήταν τράπεζα, οι κυβερνήσεις θα την είχαν σώσει
•    Σταυροί στις σχολικές αίθουσες, (όχι) τζαμιά στην Ελβετία
•    Πρόσφυγες, μετανάστες: “λαθραίοι” άνθρωποι
•    Αναχωρήσεις θορυβώδεις ή διακριτικές (αλφαβητικά, για να μην παρεξηγηθούμε): Αλέξανδρος Αργυρίου, Μαρία Δημητριάδη, Maurice Jarre, Σπύρος Καλογήρου, David Carradine, Νίκος Κάσδαγλης, Edward Kennedy, Χρήστος Λαμπράκης, Γιάννης Μόραλης, Αλέκα Παΐζη, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Έλλη Παππά, Γαλάτεια Σαράντη, Ευγένιος Σπαθάρης, Δανάη Στρατηγοπούλου, Πάνος Τζαβέλας, Michael Jackson
•    Και μέσα σ’ όλα αυτά, να και η ΑΕΚ στον κατήφορο χωρίς φρένα και φρένας!!!
Δια ταύτα εύχομαι σ’ όλες και όλους
η καινούργια Χρονιά να είναι, τουλάχιστον, Κ α λ ύ τ ε ρ η

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Το φύλο των Χριστουγέννων

Είναι πολλά τα άρθρα που δημοσιεύονται τέτοιες μέρες για τον Άγιο Βασίλη και την όλη ατμόσφαιρα που περιβάλλει το μύθο του. Από την όλη διαδικασία το πιο μαγικό στάδιο είναι όταν αποκτούν τα παιδιά το δώρο που ακριβώς επιθύμησαν· γι’ αυτό είναι και το πιο χαρούμενο. Όμως το πιο γοητευτικό διάστημα είναι εκείνο στο οποίο τα παιδιά προσπαθούν να κάνουν τη δύσκολη επιλογή και ν’ αποφασίσουν ποιο τελικά δώρο θα ζητήσουν στο γράμμα που με τόση προσδοκία θα συντάξουν με παραλήπτη τον αγαπημένο τους άγιο, που είναι άλλωστε και ο πρώτος που μαθαίνουν.
Σ’ ένα τέτοιο λοιπόν άρθρο, σχετικό με τα γράμματα στον Άγιο Βασίλη, την προσοχή μου τράβηξε μια λεπτομέρεια χαμένη μέσα στο πλήθος των χαριτωμένων πληροφοριών: «Παίρνουμε γράμματα και από αρκετούς ενήλικες, ιδιαίτερα μητέρες που θέλουν κάποιος να τις ακούσει, κάπου να εναποθέσουν τη σκέψη τους», μας λέει μία από τις υπευθύνους των Ελληνικών Ταχυδρομείων.
Προσπερνώ —χωρίς καθόλου να το παραγνωρίζω— το γενικό, που αφορά στα προβλήματα των ενηλίκων, και στέκομαι στις μητέρες. Αναρωτιέμαι για το πώς φτάνει μια μητέρα να γράψει ένα τέτοιο γράμμα. Ποια μοναξιά την οδηγεί μέχρι εκεί; Ποια αδιέξοδα τη στριμώχνουν τέτοιες μέρες “χαράς και αγάπης”; Τη φαντάζομαι ολομόναχη να βολοδέρνει ολημερίς με τη φροντίδα για το μεγάλωμα των παιδιών της. Την ακούω ν’ αναστενάζει, να μονολογεί, να ρωτάει και απόκριση να μην παίρνει. Βλέπω τις σκέψεις της να πεταρίζουν σαν τρομαγμένα πουλιά σε κλειστό δωμάτιο. Αγγίζω την ερημιά της. Να βαρέθηκε άραγε ν’ ακούει την ηχώ της φωνής της; Να πίστεψε τάχα ότι το γράψιμο θα της πρόσφερε κάποιο στήριγμα; Έκλεψε μήπως από τα κάλαντα το χαρτί και το καλαμάρι ψάχνοντας για συμπονετικό ακροατή;
Μάλλον αφέθηκε να βυθιστεί κι αυτή στις ιστορίες που λέει στα παιδιά της αναζητώντας ένα έσχατο καταφύγιο. Εκεί, στον φανταστικό κόσμο του παραμυθιού, όπου πάντα υπάρχει κάποιος καλόβουλος (άγιος, ξωτικό, νεράιδα), που ακούει, ανταποκρίνεται και πραγματοποιεί δια μαγείας τις ευχές και τις επιθυμίες των ταλαιπωρημένων. Η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη, η Ωραία Κοιμωμένη μ’ αυτόν τον τρόπο σώθηκαν και παντρεύτηκαν.
Λέτε να σταμάτησαν οι ανάγκες τους για βοήθεια, όταν έγιναν μητέρες;

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Frohe Weihnachten

Τα τελευταία 25 χρόνια είναι λίγες οι φορές που έστησε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και διακόσμησε ανάλογα το σπίτι και την εξώπορτα. Αυτές οι τελευταίες μέρες του έτους είναι εξαιρετικά δύσκολες. Χωρίς να είναι ακριβώς δυσάρεστες, κουβαλούν μια βαθιά μελαγχολία. Συννεφιάζουν από τη δυσβάσταχτη απώλεια, τη βουρκωμένη “νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής”.
Η αλήθεια είναι ότι αυτές τις μέρες η μητέρα της κάνει πιο επώδυνα αισθητή την απουσία της. Τα Χριστούγεννα είχαν για κείνη μια ιδιαίτερη βαρύτητα και κατάφερνε με μικρές κι ασήμαντες τελετουργίες να μεταδίδει την πηγαία χαρούμενη διάθεσή της σ’ όλη την οικογένεια. Έβαζε τα δυο παιδιά σ’ όλες τις διαδικασίες, είτε ήταν απλές είτε μπελαλίδικες, όπως τις έλεγε. Το καθάρισμα του σπιτιού, τα ψώνια, η ετοιμασία των γλυκών ή των έκτακτων φαγητών μετατρέπονταν σε ομαδική διασκέδαση. Το άγχος της έγκαιρης και σωστής προετοιμασίας γινόταν ενθουσιασμένη προσδοκία.
Την πρώτη μέρα των χριστουγεννιάτικων διακοπών ο πατέρας έβαζε τη σκάλα και κατέβαζε από το πατάρι το δέντρο και τις κούτες με τα στολίδια του, τις γιρλάντες και τη φάτνη. Η γιαγιά γύρναγε την πολυθρόνα της προς τη γωνιά που θα το στήνανε κι έπαιρνε τη θέση του επιθεωρητή, που μόνο μπράβο ήξερε να λέει. Καθώς η μητέρα της άνοιγε τις κούτες, εκείνη έβαζε στο πικάπ το δίσκο με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια από την παιδική χορωδία της Βιέννης (έναν από τους πρώτους δίσκους που αγόρασε με το παιδικό της χαρτζιλίκι). Την ώρα που η μητέρα της τακτοποιούσε τα κλαδιά του δέντρου σιγοτραγουδώντας σε μια σκληρή γλώσσα που στο στόμα της γινόταν σχεδόν μελωδική, εκείνη ξετύλιγε προσεκτικά ένα-ένα τα εύθραυστα πολύχρωμα στολίδια ανακαλύπτοντας κάθε φορά και κάποιο που δεν θυμόταν ότι το είχαν ή κάποιο που θυμόταν ακριβώς πότε και πώς ακριβώς το απέκτησαν. Σ’ αυτές τις στιγμές της διακοσμητικής προσήλωσης έβρισκε ευκαιρία ο μικρός της αδελφός ν’ αρπάξει την ασημένια κορφή του δέντρου και να τη μετατρέψει στο Excalibur της φαντασίας του. Ήταν το στολίδι που χρειάστηκε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια να αντικατασταθεί.
Παρά τα στενόχωρα οικονομικά, τα δώρα αγοράζονταν και αμπαλάρονταν κρυφά. Από όλους για όλους, όλα με τις αγαπησιάρικες καρτούλες τους. Ακόμη κι ο Βενιαμίν της οικογένειας συμμετείχε αγοράζοντας και τυλίγοντας καραμέλες ή γλειφιτζούρια, για να έχει να βάλει κι αυτός κάτι κάτω από το δέντρο. Παράλληλα, επιδιδόταν σ’ ένα ιδιάζον κυνήγι του θησαυρού. Κάθε χρόνο προσπαθούσε ν’ ανακαλύψει πού στο καλό καταχὠνιαζαν οι γονείς τα δώρα, αφού κι εκείνοι από τη μεριά τους φρόντιζαν ν’ αλλάζουν διαρκώς κρυψώνα. Αν και όταν τα κατάφερνε, περνούσε κρυφές μαγεμένες ώρες κοιτώντας τα πακέτα και προσπαθώντας να μαντέψει ποιο προοριζόταν για κείνον και τι άραγε να περιείχε. Ωστόσο, το περιτύλιγμα δεν το άγγιζε.
Σ’ αυτό κρυφό —κοινό μυστικό— παιχνίδι δεν συμμετείχε εκείνη, δίνοντας τάχα ως μεγαλύτερη αδελφή το καλό παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, απολάμβανε να επιμηκύνει την ένταση της προσμονής. Προτιμούσε το ταξίδι από την ίδια την Ιθάκη, κι ας μην είχε ακόμα διαβάσει Καβάφη. Γι’ αυτό και όταν ερχόταν η ώρα, άνοιγε με αργές, εκνευριστικά αργές κινήσεις το πακέτο της. Και, ενώ οι άλλοι σχολίαζαν την ψυχραιμία ή και την αδιαφορία της, εκείνη γευόταν ένα-ένα τα συναισθήματά της, μέχρι την πλήρη αποκάλυψη του δώρου της. Οι εκφράσεις στα πρόσωπά τους γίνονταν ο καθρέφτης της ψυχής τους στην ψυχή της.
Το πιο εκφραστικό πρόσωπο ήταν αυτό της μητέρας της. Τα μητρικά μάτια που μεγάλωναν με παιδική περιέργεια, που μισόκλειναν σε διαγνωστικές προσπάθειες, που λάμπανε νικητήρια στην επιτυχία του δώρου, που μέλωναν στις παιδικές αγκαλιές. Τα μάτια που πολλαπλασίαζαν τη δική της χαρά, όταν τα κοιτούσε.
Εκείνη μεγάλωσε. Ο αδελφός της μεγάλωσε κι αυτός. Δεν τους πέρασε όμως ποτέ από το μυαλό να λείψουν από την οικογενειακή χριστουγεννιάτικη ιεροτελεστία. Τους ήταν αδιανόητο. Δεν ένιωθαν αλλιώς τα Χριστούγεννα.
Ένα χαμόγελο και η μητρική αγκαλιά ήταν μέχρι πριν από 25 χρόνια τα Χριστούγεννα.
Τώρα ο αδελφός της με τη γυναίκα του στήνουν το ανάλογο τελετουργικό στη δική τους οικογένεια. Τώρα εκείνη ντρέπεται για το δέντρο στο πατάρι και το χαλασμένο πικάπ, μόνον όταν τ’ ανίψια της απορημένα τη ρωτάνε γιατί δεν στόλισε κι εκείνη το σπίτι της. Τώρα σιγομουρμουρίζει εκείνη, με άλλο νόημα πια, το Stille Nacht.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Χρονικές αντιστάσεις

Ξεφύλλισε το ημερολόγιό της. Δηλαδή ημερολόγιο ακριβώς δεν είναι, αφού υπάρχουν μικρά έως τεράστια χρονικά διαστήματα σιωπής. Λείπει η πειθαρχία των τακτικών εγγραφών. Περισσότερο είναι μια άναρχη καταγραφή σκόρπιων σκέψεων. Μπα, ούτε κι αυτό. Τουλάχιστον όχι μόνο αυτό. Μάλλον πρόκειται για σύντομες σημειώσεις αντιδράσεων, άλλοτε εγκεφαλικών και άλλοτε συναισθηματικών, στα όσα συμβαίνουν στον έξω και τον έσω κόσμο.
Ευτυχώς που δεν είναι δημοσιογράφος. Αν ήταν, μόνο με μηνιαίο έντυπο θα μπορούσε να συνεργαστεί, και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιφύλαξη. Γιατί η σχέση της με σημαδιακές ημερομηνίες και συνταρακτικά ή ασήμαντα γεγονότα φαντάζει εντελώς ασυντόνιστη. Το στοιχείο της επικαιρότητας, χωρίς να απουσιάζει βέβαια, είναι βαθιά καταχωνιασμένο.
Απλώς, εκείνη προτίμησε την ελευθερία της απόλυτης υποκειμενικότητας. Επέλεξε, σ’ αυτό το μικρό και απόλυτα προσωπικό κομμάτι της ζωής της, το δικαίωμα στον ατομικό χρόνο. Έτσι, επιτρέπει στον εσωτερικό ρυθμό της να λειτουργεί –έστω αυτός μόνο– ελεύθερος και ανεξάρτητος από αντικειμενικές ρυθμίσεις και εξωτερικούς καταναγκασμούς. Να παράγει όταν θέλει, ό,τι θέλει και όσο θέλει. Χαρίζει στον εαυτό της την πολυτέλεια να τεντώνει το χρόνο τόσο, όσο εκείνη νιώθει απαραίτητο, ακόμη και φαινομενικά να τον σπαταλά αναξιοποίητο.
Και γιατί όχι; Σε μια εποχή, που ο χρόνος και η ταχύτητα θεοποιούνται στο κυνήγι της ευτυχίας, εκείνη ξεκλέβει πολύτιμες στιγμές ανύποπτης διάρκειας και ανυποψίαστης ευδαιμονίας. Με τη δική της μικρή και κρυφή, άρρητη και υποκειμενική, χρονική επανάσταση καταργεί τα εξωτερικά αντικειμενικά μέτρα και σταθμά. Ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της εσωτερικότητας και εγκαθιδρύει εκεί ένα μικρό και κρυφό, αδήλωτο και ελεύθερο κρατίδιο. Αυτό του προσωπικού χρόνου.
ΥΓ: Το υπουργείο εξωτερικών σχέσεων αυτού του κρατιδίου διπλωματικότατα σας εύχεται «Καλές Γιορτές»!

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Η ελπίδα της ανθρωπιάς μας

Στο τρίγωνο των Βερμούδων της Αθήνας (διασταύρωση Αλεξάνδρας και Κηφισίας), για ν’ αποφύγει τη μαγκιά ενός νεοέλληνα Σουμάχερ, ο οδηγός του διπλού και όχι πολύ γεμάτου λεωφορείου αναγκάστηκε να κοκαλώσει το όχημά του. Οι επιβάτες πήγαν κι ήρθαν σαν το κύμα που σπάει στα βράχια, νιώσανε σα μαϊμούδες κρεμασμένες στις χειρολαβές, αλληλοποδοπατήθηκαν. Οι γυναικείες φωνές αρκέστηκαν σε κάποιες στριγκλιές. Οι ανδρικές, από την άλλη, αναζήτησαν την εκτόνωση στις γνωστές «αβρότητες». Ένας ηλικιωμένος βρέθηκε στο πάτωμα, τρία τέσσερα μέτρα μακριά από το κάθισμά του.
Όταν καταλάγιασε η αναταραχή, κάποιοι –πολύ λίγοι, είναι η αλήθεια– έστρεψαν την προσοχή τους και στον πεσμένο άνθρωπο. Οι άντρες κοιτούσαν από απόσταση. Δυο κυρίες προσπάθησαν να τον σηκώσουν, χωρίς βέβαια να το καταφέρουν. Εκείνος απέμενε ξαφνιασμένος ακόμη από την προδοσία των χειμώνων που κουβαλούσε και αμήχανος μπροστά στη γυναικεία βοήθεια. Στην εποχή του, βλέπετε, το φύλο υπερτερούσε της ηλικίας στα κριτήρια της ευγένειας. Ντροπιασμένος διαβεβαίωνε ότι δεν είχε πάθει τίποτε, ότι ήταν καλά κι ότι θα σηκωνόταν μόνος του.
Ένας νέος άντρας τον πλησίασε σιωπηλός. Το βλέμμα του κοιτούσε κατάματα το γέροντα με μια αντρίκια κατανόηση. Του άπλωσε το χέρι σαν να ήθελε να κλείσει μια συμφωνία μαζί του. Με τη στιβαρή του χειραψία ο ηλικιωμένος ξαναβρέθηκε όρθιος στα πόδια του με αποκατεστημένη την αξιοπρέπειά του. Ευχαρίστησε τον νέο κι εκείνος, πάλι χωρίς να μιλήσει, χαμογέλασε ανεπαίσθητα, ένευσε με το κεφάλι σ’ ένα βουβό «είμαστε εντάξει, τώρα» κι επέστρεψε στη συντροφιά του στο πίσω μέρος του λεωφορείου.
Όταν ξεκίνησε πάλι το όχημα, οι ομιλίες από τα πίσω καθίσματα είχαν άγνωστο κώδικα. Σαν να γυροβολούσαν οι άνθρωποι μες στο στόμα τους τα χαλίκια από τα βουνά της μακρινής πατρίδας τους, όπως το παιδί την αγαπημένη του καραμέλα. Ο γέροντας, καθισμένος με την πλάτη προς την κατεύθυνση του λεωφορείου, τους κοιτούσε κι έμοιαζε να είναι ο μοναδικός επιβάτης που καταλάβαινε αυτούς τους αλλότριους ήχους.
Εκεί, στα πίσω καθίσματα του λεωφορείου, βρίσκεται η ελπίδα της ανθρωπιάς μας.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

...και μια μικρή υπόμνηση για ανιστόρητους

Η διαβόητη «νύχτα των κρυστάλλων», έκφραση που με υπερηφάνεια για την "ευρηματικότητά" της χρησιμοποιήθηκε αυτές τις μέρες –ίσως λόγω του συνειρμού: οι τζαμαρίες παραπέμπουν στα τζάμια και αυτά στα κρύσταλλα(!!!)– ήταν νύχτα βίας οργανωμένης από το ναζιστικό καθεστώς κατά των Εβραίων.
Ας μην ψέγουμε τη νεολαία για τις ελλιπείς ιστορικές της γνώσεις. Φροντίζουν οι ταγοί μας παντοιοτρόπως γι’ αυτές.

New sheriff in town

Δυο τρία συμπεράσματα από τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών:
Είναι πολύ πιο σημαντική η προστασία της περιουσίας των «νοικοκυραίων» από το άνοιγμα του κεφαλιού κάποιας ειρηνικής διαδηλώτριας ή κάποιου μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δια ταύτα ενεργούμε αναλόγως.
Σε μια διαδήλωση 200.000 ανθρώπων προσάγονται «προληπτικά» από τις αρχές της δημόσιας «προστασίας» και της «τάξεως» γύρω στα 800 άτομα. Το ποσοστό είναι αμελητέο, μόλις 0,4%. Αυτό σημαίνει ότι σε μια μελλοντικά πιθανή διαδήλωση 2.000.000 ανθρώπων νομιμοποιείται ως θετικό μέτρο η «προληπτική» προσαγωγή 8.000 ατόμων;
Μήπως μπορεί η φαεινή αυτή ιδέα να μην πάει χαμένη, αλλά να αξιοποιηθεί και σ’ άλλους τομείς; Π.χ. αν ένας μαθητής φοράει σκουλαρίκι στο φρύδι ή τα μάτια μιας μαθήτριας βγάζουν σπίθες, μπορούν να αποβάλλονται «προληπτικά» από την τάξη, ώστε το «μάθημα» να διεξάγεται απρόσκοπτα;
Περάσαμε στην εποχή της κυριαρχίας των λέξεων σε εισαγωγικά. Πίσω τους κρύβεται η χρονομηχανή που μας γύρισε «δημοκρατικά» μερικές δεκαετίες πίσω!

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Το βλέμμα του Βέγγου

Η φυσιογνωμία του, οι εκφράσεις του, η φιγούρα του ολόκληρη έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής δύσκολης. Μιας εποχής απλής μέσα στη συνθετότητά της. Μιας εποχής αθώας, όπου οι άνθρωποι γελούσαν με παιδικά αστεία (όταν γελούσαν) και έκλαιγαν με παιδικά κλάματα (όταν βέβαια επέτρεπαν στον εαυτό τους να κλάψει). Τότε που ο ελληνικός κινηματογράφος ήταν, μ’ ένα δικό του τρόπο βέβαια, ωστόσο πραγματικά και γνήσια λαϊκός. Κι ήρθε αυτός, ο Θανάσης, ο Θανάσης μας, και μας έκανε να γελάσουμε με τα χαστούκια που ασταμάτητα έτρωγε, με τα ίχνη κρέατος που ανακάλυπτε σε μια οδοντογλυφίδα της Κατοχής, με την τρεχάλα να θρέψει την οικογένεια, να τους φροντίσει όλους: τους συγγενείς, τους φίλους, τους γείτονες –κι εμάς μαζί. Ήταν αυτός που κατάφερε να ενώσει «εις σάρκα μίαν» το γέλιο και το κλάμα του Έλληνα. Να πραγματώσει στην ουσία του τον κλαυσίγελω του νεοέλληνα βιοπαλαιστή.
Το βλέμμα του όμως ήταν το εκφραστικότερο μέσο του. Μονίμως εν απορία. Απορία παιδιού που προσπαθεί να συλλάβει την πολυπλοκότητα του κόσμου. Διαρκώς κατάπληκτος. Με την κατάπληξη του αδικημένου που αδυνατεί να κατανοήσει το μέγεθος της σκληρότητας του ισχυρού. Τα μάτια του ορθάνοιχτα πλημμύριζαν το πρόσωπό του. Γίνονταν κραυγάζουσα αφωνία. Καθρέφτιζαν το παιδί που άκον εξέπιπτε από τον παράδεισο του παραμυθιού στην κόλαση της πραγματικότητας. Κι αυτό του το βλέμμα τον έκανε πιο δικό μας. Γιατί αυτή η επώδυνα γεννημένη απορία του και αυτή η οδυνηρή του κατάπληξη δήλωναν ότι του συνέβαιναν ακριβώς τα αντίθετα απ’ όσα περίμενε: το κακό αντί της καλοσύνης, η σκληρότητα αντί της ανθρωπιάς, το δίκαιο της πυγμής αντί της δικαιοσύνης. Τις προδομένες μας προσδοκίες διαβάσαμε στο βλέμμα του και ταυτιστήκαμε μαζί του.
Τώρα τον είδα σε διαφημιστικό τρέιλερ στην ΕΤ3 για κάποια ντοκιμαντέρ σχετικό με τη Μακεδονία, αν δεν κάνω λάθος. Τρόμαξα. Το βλέμμα του δεν απορούσε, καμία κατάπληξη δεν μαρτυρούσε. Ήταν απλώς θλιμμένο. Ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη βαθιά και πλήθουσα. Οι προσδοκίες, που τόσες φορές μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια προδόθηκαν, τελικά έσβησαν οριστικά. Τη θέση τους κατέλαβε ο κυνισμός και ο συμβιβασμός.
Ακόμα και το γέλιο τώρα προκαλείται από την εβδομαδιαία δόση της τηλεοπτικής χοντροκομμένης σάτιρας που αισχρά σατιρίζει την αισχρότητα της νεοελληνικής μιζέριας σ’ ένα σύστημα που όχι μόνο της δίνει ελεύθερο βήμα, αλλά και την ακριβοπληρώνει, γιατί με το δικό της τρόπο θαυμάσια το υπηρετεί. Ένα σύστημα που ακύρωσε τις προσδοκίες μας όχι πολεμώντας τις, αλλά υποβάλλοντας την ψευδαίσθηση της ικανοποίησής τους. Και μένουμε γυμνοί μες στα κουστούμια και τις χρυσές καδένες μας, μες στα σινιέ φορέματα και τις επιθετικές γόβες μας, να μαϊμουδίζουμε τη ζεϊμπεκιά του ρεμπέτη και να τραγουδάμε παράτονα τον νταλκά του μετανάστη εκείνων των χρόνων, αλλά να αποστρέφουμε τα μάτια μας από τον άστεγο και τον πρόσφυγα του σήμερα.
Κι απέμεινε ένα βλέμμα μόνο από τα παλιά να θλίβεται μοναχικό για τη χαμένη αθωότητα, που διαρκώς απορούσε και ξαφνιαζόταν από την απουσία της ανθρωπιάς.
Γιατί, ρε Θανάση μας;

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Σωφρονισμός και σωφροσύνη

Σ’ ένα ελληνικό γυμνάσιο δύο αγόρια διεκδικούν γοητευμένα το ενδιαφέρον μιας συμμαθήτριάς τους. Εκείνη διαλέγει το ένα. Το άλλο, μαζί μ’ ένα φιλαράκι του, στήνει καυγά με τον ανταγωνιστή. Η κοπέλα παρεμβαίνει μ’ ένα χαστούκι στον επίμονο διεκδικητή. Το περιστατικό φτάνει στο σύλλογο των καθηγητών, που επιβάλλει τις εξής ποινές: από μία μέρα αποβολή στα τρία αγόρια και τρεις μέρες αποβολή στο κορίτσι. Η κοπέλα επιπλέον, κατά τον ισχυρισμό των γονέων της, «διαπομπεύεται» από τη διευθύντρια του σχολείου, που την περιφέρει από τάξη σε τάξη παρουσιάζοντας στα υπόλοιπα παιδιά ποια μαθήτρια πήρε αποβολή.
Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ' αυτή την είδηση; Τη βαθύτατη γνώση περί την ανθρώπινη φύση που επέδειξε ο σύλλογος διδασκόντων; Τη γεμάτη ευαισθησία κατανόηση της εφηβικής ψυχολογίας εκ μέρους τους; Την πλήρη σοφίας παιδαγωγική αντίληψη της έννοιας του φρονηματισμού από την πλευρά της «κεφαλής» της σχολικής μονάδας; Ακόμα κι αν δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες της όλης ιστορίας –της οποίας τη συνέχεια ανέλαβε πλέον εισαγγελέας–, πώς είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να διεκδικούν τον τίτλο του εκπαιδευτικού;
Κι όλα αυτά βέβαια, μόνο σχετικά με το αν θα έπρεπε καν να αντιμετωπιστεί το όλο περιστατικό με κάποια τιμωρία. Γιατί, αν πιάσουμε και την έμφυλη διάκριση στο μέγεθος των ποινών που επιβλήθηκαν, τότε θα καταλάβουμε ότι αυτή έρχεται σχεδόν χωρίς έκπληξη. Αφού ποινικοποιείται ο έρωτας, πώς γίνεται να μη φταίει η «Εύα»;
Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα αναμενόμενο απότοκο του βαθύτατου συντηρητισμού, που συνεχίζει να διατρέχει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Του συντηρητισμού που εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει ακόμα, στις αρχές του 21ου αιώνα, τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα ως φυσικά. Πόσο μάλλον να τα διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να βοηθήσει τα νέα παιδιά στις δυσκολίες αυτής της ηλικίας!
Σχεδόν ντράπηκα για τα όσα έγραφα για κάποιες μουσουλμανικές κοινωνίες τον περσινό Δεκέμβριο.
Ταυτόχρονα τρόμαξα μπροστά στο πόσα πολλά και ουσιαστικά πρέπει να γίνουν ακόμα στο χώρο της ελληνικής παιδείας!

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Σιωπή και Λόγος

Συνεχίζοντας τη χτεσινή περιδιάβαση το μυαλό μου –κι όχι μόνο– έφτασε στην περίπτωση της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Από την αρχή προκάλεσε την προσοχή το έμφυλο μέσο (βιτριόλι), με το οποίο προσπάθησαν να τη νικήσουν. Εντυπωσίασε ο τρόπος, με τον οποίο προσπάθησαν να την καταβάλουν: ήταν εξαρχής φανερή η επιδίωξη να της επιβληθεί η σιωπή.
Αυτό όμως που τελικά κυριάρχησε ήταν ο συγκλονιστικός Λόγος της. Γραπτός ή ψιθυριστός, είχε την ένταση της φωνής του δικαίου και τη χροιά του υψηλού ήθους. Είτε απέναντι στους στρεβλούς και στρεβλωτικούς «υπερασπιστές» της, είτε απέναντι στους δόλιους ενεδρευτές της και τους σκοτεινούς εντολείς τους, τους οποίους άργησε ανατριχιαστικά το οργανωμένο κράτος να αναζητήσει.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Μιλώντας για τη σιωπή

Διάβαζα κάποιο άρθρο για δύο βιβλία που έγραψαν γυναίκες. Το δεύτερο εξ αυτών, που από την έκταση που αφιερώνει στο θέμα του ο αρθρογράφος φάνηκε ότι του προσέλκυσε περισσότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον, αναφέρεται στην προσπάθεια της συγγραφέως για περισυλλογή μέσα στη σιωπή ύστερα από πολλών χρόνων υπεράσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών.
Προχτές ήταν η μέρα αφιερωμένη παγκοσμίως στο πρόβλημα της βίας σε βάρος γυναικών με βασικό σύνθημα το «Σπάστε τη σιωπή», που μου θύμισε την εξαιρετικά εύγλωττη φωτογραφία στο εξώφυλλο του φυλλαδίου που είχε εκδώσει το 2000 το Κ.Ε.Θ.Ι.
Αυτά τα δύο κάπως μπλέχτηκαν στο μυαλό μου και τα ερωτήματα άρχισαν να ξεπηδάνε το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Όλα είχαν να κάνουν με τη σιωπή.
Ποια δύναμη απαιτεί η υιοθέτησή της; Αυτοέλεγχο, υποψιάζομαι. Αλλά και συνετή περίσκεψη. Σκέφτηκα ακόμα και την επιμονή στην προτεραιότητα της προσωπικής εσωτερικής διεργασίας και τον υποβιβασμό του διαλόγου σε δεύτερο στάδιο. Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα της επιδίωξης μιας κάποιας αυτάρκειας.
Ποιες αδυναμίες, από την άλλη, καλύπτει η καταφυγή στη σιωπή; Το φόβο πρώτο καταγράφω με βεβαιότητα και στενά δεμένες μαζί του την ανελευθερία και την καταπίεση. Την αντικοινωνικότητα θα μπορούσα επίσης ν’ αναφέρω. Η αδυναμία επικοινωνίας, για χίλιους δυο λόγους, φαντάζομαι ότι είναι η χειρότερη, γιατί ευνουχίζει την πιο ανθρώπινη ιδιότητα.
Ποια γοητεία, ταυτόχρονα, ασκεί η σιωπή στους άλλους; Ερεθίζει τη φαντασία τους. Τους προσκαλεί να τη γεμίσουν με τους δικούς τους ήχους, τις δικές τους λέξεις και σκέψεις. Τους προκαλεί σε διατύπωση ερωτήσεων, που όσο δεν βρίσκουν απάντηση τόσο πιο επίμονες γίνονται υποκύπτοντας στη σαγήνη του κλειστού κουτιού.
Ποιες απουσίες λόγου και σκέψης, ωστόσο, μπορεί να μεταμφιέζει με το μυστήριό της αυτό η σιωπή; Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις που η σιωπή του «δεν έχω τίποτε να πω» φορά το μανδύα της σοφής σιωπής.
Πέρα όμως από αυτά τα ερωτήματα –και πολλά άλλα ακόμη–, αυτό που με τσίγκλησε στο όλο ζήτημα ήταν το είδος και το φύλο της σιωπής, όπως και το είδος και το φύλο της οπτικής γωνίας με την οποία προσεγγίζεται. Είναι ίδια η γυναικεία σιωπή με την αντρική; Γίνεται εξίσου αντιληπτή από τους άντρες και τις γυναίκες; Ερμηνεύεται και αποτιμάται με τον ίδιο τρόπο;
Όχι.
Γι’ αυτό και η ανάγκη του σπασίματος της σιωπής διαφέρει.
Γι’ αυτό και η γυναικεία κραυγή –όταν και αν ακουστεί– έχει, όχι μόνο άλλη ένταση, αλλά και διαφορετική χροιά.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η νοσταλγία του αύριο

Σκεφτόταν τη ρευστότητα του χρόνου πάντα με αφορμή το σήμερα, το τώρα. Ώσπου να το αγγίξει, ώσπου να το γευτεί και να το κοιτάξει, αυτό ξεγλιστρούσε σαν το νερό μες απ’ τα δάχτυλα κι έσταζε στο χτες. Γινόταν πριν. Χωνευόταν στο άλλοτε. Με μια δίνη που όλο και διεύρυνε την περίμετρό της, όλο και βάθαινε την απορροφητική της δύναμη καταβροχθίζοντας στιγμή τη στιγμή το χρόνο. Το παρόν διέφευγε. Ακυρωνόταν διαρκώς. Σιγά σιγά πείστηκε ότι αυτό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με το παρελθόν που γδέρνει αποδεικνύοντας πόσο χειροπιαστό είναι. Πείστηκε ότι το τώρα είναι η πιο ανυπόστατη έννοια στα ανθρώπινα πράγματα. Κατέγραφε την ανθρώπινη ζωή σα μια ατέλειωτη σειρά από κλεμμένα –ή, μήπως, χαμένα;– τώρα.
Έστρεψε την προσοχή στο αύριο. Σκέφτηκε πονηρά ότι, αν του έδινε έκταση και περιεχόμενο, θα μπορούσε να το παγιδέψει την ώρα που θα προσπαθούσε κι αυτό να γίνει χτες. Να το γραπώσει τη στιγμή της απόδρασής του προς το παρελθόν και να δημιουργήσει έτσι ένα σήμερα, έστω και πλασματικό. Επένδυσε στο μέλλον, το μετέτρεψε σ’ ένα παρηγορητικό καταφύγιο κι άρχισε να το φορτώνει ευθύνες και υλικό. Με προοπτικές και σχέδια, με προδιαγραφές διαρκείας και αναβολές. Με ποιότητα αποζημιωτική. Με μεταχρονολογημένες προσδοκίες που θα χαλάλιζαν όλες τις κλεμμένες ή χαμένες –αδιάφορο πια– παροντικές στιγμές.
Τα κομμένα φύλλα του ημερολογίου συσσώρευσαν μέρες και μήνες και χρόνια πάρα πολλά αποκαλύπτοντας, στο τέλος μόνο, τη μεγάλη ουτοπία ή, μάλλον, ουχρονία: Ο χρόνος δεν μετριέται, δεν τεμαχίζεται, δεν υποτάσσεται. Ο χρόνος δεν ορίζεται. Ο χρόνος, σε τελευταία ανάλυση, δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως οι επιλογές, οι συμπεριφορές και οι πράξεις, τα συναισθήματα και τα βιώματα, που γεμίζουν (ή όχι) μιαν ανθρώπινη ζωή.
Μια διαπίστωση που έπρεπε να γίνει πολύ πιο έγκαιρα.
«Νωρίτερα»!

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Παιδικές ερωτήσεις

Το νήπιο μόλις που είχε ξεφύγει από το στάδιο της μονολεκτικής έκφρασης και άρχιζε να σχηματίζει τις πρώτες του ολοκληρωμένες προτάσεις. Ακολουθώντας το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης, οι περισσότερες φράσεις του ήταν επιταγές που ζητούσαν την ικανοποίηση των αναγκών του.
Πολλές ήταν όμως και οι απορίες που διατύπωνε. Μόνο που αυτές αιφνιδίαζαν επανειλημμένα με την ποικιλία τους θέτοντας σε διαρκή εγρήγορση τους αποδέκτες των ερωτήσεων. Δεν είναι καθόλου εύκολο ν’ απαντήσεις στην ερώτηση –και μάλιστα διπλή: «Γιατί, μαμά, ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα; Για να μη βρέχεται;». Κοίταζες τα μάτια του και σχεδόν έβλεπες το μυαλουδάκι του να έχει βάλει σε πλήρη λειτουργία όλα του τα γρανάζια.
Οι παιδικές ερωτήσεις σε βρίσκουν σαν κεραυνοί εν αιθρία. Σε αφοπλίζουν με τη διαύγεια και την αυστηρότητά τους. Σε εκπλήσσουν με την ευστοχία τους. Αγνοούν περιφρονητικά τα συμφραζόμενα των μεγάλων ακολουθώντας την ελεύθερη πτήση του μυαλού που δεν έχει μάθει ακόμη να υπακούει σε κανόνες. Έχουν την επιμονή που αποκαλύπτει μιαν ανάγκη εξίσου ζωτική με την πείνα και τη δίψα. Την ανάγκη του ανθρώπου να μάθει και να κατανοήσει.
Πόσο απάνθρωπο μπορεί να χαρακτηριστεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εκμηδενίζει αυτή την ανάγκη; Πόσο αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση είναι ένα σχολείο που κάνει το παν ώστε να μη γεννιούνται πια αυτά τα ζωτικά «γιατί» στα παιδικά μυαλά; Θαρρείς και είναι δυνατό να προχωρήσουμε χωρίς φρέσκα «τι, ποιος, πώς, πού;» και, προ πάντων, «γιατί;»!
Με αφορμή αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια του Y.B.-N.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Μετρητές οικειότητας

Πολύ συχνά αισθανόμαστε οχληρή αμηχανία ή ακόμα και αναίτια ενοχή, όταν κάποιες στιγμές μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονται μαζί μας σ’ ένα χώρο κυριαρχεί η σιωπή. Αρχίζει τότε μια πανικόβλητη αναζήτηση ενός κοινού τόπου, ενός θέματος για συζήτηση, θαρρείς κι αυτή η σιωπή μειώνει ακόμα περισσότερο τη θερμοκρασία στην παγωμένη ατμόσφαιρα. Ο καιρός ή τα ανέκδοτα είναι συνήθως η κατάληξη σε τέτοιου είδους απεγνωσμένες απόπειρες.
Εξίσου συχνή είναι και η εμπειρία ανάλογων δυσάρεστων συναισθημάτων, όταν πάλι άνθρωποι στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους που βρίσκονται στον ίδιο χώρο μαζί μας αρχίζουν να καβγαδίζουν με έντονο ύφος. Άλλοτε μας δημιουργούν την ανάγκη να παρέμβουμε ως διαιτητές με κίνδυνο να παρεξηγηθούμε κι από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές και άλλοτε να καταφύγουμε σε αυτοεξευτελιστικές συμπεριφορές του είδους «δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω τίποτε», «σφυρίζω αδιάφορα», «άλλα λόγια, ν’ αγαπιόμαστε».
Και οι δύο αυτές καταστάσεις είναι εξαιρετικά δυσάρεστες. Θεωρούμε ότι πηγάζουν είτε από απλή αδιαφορία είτε από αγένεια είτε από βαθύτατη περιφρόνηση αυτών των ανθρώπων για τις συνέπειες που προκαλεί στους τρίτους η συμπεριφορά τους. Γι’ αυτό, πολλές φορές αποφεύγουμε το συγχρωτισμό με τα άτομα που υποβάλλουν σε τέτοιου είδους ταλαιπωρία την ψυχική μας γαλήνη, αν όχι και τις αντοχές μας.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι γύρω μας –πολύ λίγοι αυτοί–, μπροστά στους οποίους δεν λογοκρίνουμε το θυμό μας ούτε αποφεύγουμε ενώπιόν τους να συγκρουστούμε με τους δικούς μας. Νιώθουμε ότι η γνώμη τους και τα συναισθήματά τους για μας και τα δικά μας πρόσωπα δεν θα επηρεαστούν, γιατί θεωρούμε ότι μας ξέρουν ήδη καλά κι έχουν κάνει τις επιλογές τους. Δεν θα χρειαστεί κάποια διαδικασία αποκατάστασης, αφού δεν διαταράσσεται καθόλου η ισορροπία των σχέσεων.
Με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, εξίσου λίγοι, που μαζί τους η σιωπή δεν γίνεται καθόλου ενοχλητική. Μοιάζει να συνεχίζει άηχα και εξίσου αποτελεσματικά μιαν ήδη αρχινισμένη συζήτηση. Παίρνει τη μορφή ενός ιδιότυπου σεβασμού στην ελευθερία του άλλου ν’ αποσυρθεί για λίγο από το διάλογο καταφεύγοντας στον εαυτό του και τις εσωτερικές του διεργασίες. Και δεν προκύπτει καμία ανάγκη να διατυπωθεί δικαιολογία ή απολογία για τη σιωπή αυτή.
Αν μπορούμε επομένως να διακρίνουμε τις δύο πρώτες απωθητικές καταστάσεις από τις θετικές τους εκδοχές με κριτήριο το πόση ενόχληση μπορεί να προκαλέσει μια σιωπή ή μια σύγκρουση, τότε έχουμε στη διάθεσή μας δυο αρκετά αξιόπιστους μετρητές οικειότητας.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Μάθημα λογοτεχνίας

Πρωινό Παρασκευής, στα μέσα του τρελά αποσυντονισμένου Οκτώβρη, που μέχρι προχτές φορούσε τα κλεμμένα ρούχα και το λιόφωτο στεφάνι του Ιούνη. Άλλα έλεγε το ημερολόγιο και άλλα η ατμόσφαιρα. Σήμερα όμως είναι αλλιώς. Σαν να κοίταξε ξαφνικά το ρολόι του ο καιρός και να κατάλαβε ότι άργησε. Η αλλαγή, αν και προεγνωσμένη από τους μετεωρολόγους, είναι εντυπωσιακή.
Έξω από τα σκονισμένα σχολικά παράθυρα με τις τραβηγμένες, χωρίς την απειλή του ήλιου, κουρτίνες ο κόσμος σκοτείνιασε από έναν ουρανό που έσκυψε συνοφρυωμένος πάνω από την πόλη. Τα μαύρα σύννεφα πλάκωσαν τη σπάνια για αστικό σχολικό κτήριο ανοιχτή θέα κι έμοιαζαν να θέλουν να εισβάλουν μέσα στις αίθουσες.
Όταν ξέσπασε το ακατάσχετο κλάμα τους, τα εφηβικά βλέμματα, ένα-ένα, άρχισαν κι αυτά να ξεστρατίζουν. Στην αρχή με σύντομες, φευγαλέες ματιές ξεκολλούσαν από τον πίνακα, από τ’ ανοιχτά βιβλία και τα τετράδια, από το πρόσωπο της καθηγήτριας, για να ξεκλέψουν στιγμιότυπα της πρώτης δυνατής, πραγματικά φθινοπωρινής, μπόρας. Το νερό της βροχής ξέπλυνε με λεπτές κλωστές τη σκόνη και γρήγορα τις μετέτρεψε σε καραβόσκοινα που μαστίγωναν την αυλή, το στέγαστρο των κερκίδων, τις μπασκέτες και τα λιγοστά δέντρα.
Τώρα πια μέσα στη σχολική αίθουσα αποξεχάστηκαν εντελώς τα μητρικά αμαρτήματα και τα παιδικά παράπονα του παραμελημένου Βιζυηνού. Τα εφηβικά μάτια απέμειναν να κοιτούν τον έξω κόσμο βυθισμένα σε βαθιά ρέμβη. Με μια ασυνείδητα κατακτημένη ελευθερία. Σε μια σιωπή εκ των έσω και, ταυτόχρονα, εσωστρεφή. Δεν υπήρχε καμιά απολύτως πρόκληση ή αναίδεια ή ανία. Μόνο ένας συγχρονισμένος ομαδικός και κατά μόνας ρεμβασμός, σεβαστικός και σεβαστός συνάμα.
Η καθηγήτρια έριξε κι εκείνη μια ματιά έξω. Και κατάλαβε. Κατάλαβε πολύ καλά. Ωστόσο εκείνη τη γοήτευσαν περισσότερο αυτά τα νεανικά βλέμματα που δραπέτευαν από τα κλειστά παράθυρα με διακριτική αποφασιστικότητα και ακουμπούσαν πάνω στο νερό μαλακά –ακόμα και στοχαστικά, θα μπορούσε να πει– τη δικιά τους υγρασία. Διάβασε στους ανάλαφρους κυματισμούς τη μελαγχολία της οριστικής αποδοχής ότι το καλοκαίρι και τ’ αστεία του έφυγαν πια. Διάβασε τη μελαγχολία της συννεφιάς που απάγει το γαλανό φως. Διάβασε τη μελαγχολία του κλεισμένου μέσα που κοιτάει με νοσταλγία το έξω. Διάβασε τη μελαγχολία του θέλω που υποκύπτει στο πρέπει. Διάβασε τη νοτισμένη λέξη του τέλους.
Διάβασε... Εξάλλου, μάθημα λογοτεχνίας είχε.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Ο αγώνας του θυμού

Να επιμένεις ν’ αγωνίζεσαι για να καταφέρεις να κρατήσεις ζωντανή την ευκαιρία ν’ αγωνίζεσαι δείχνει, αν μη τι άλλο, συνέπεια σε μια συγκεκριμένη στάση ζωής, που βασικό χαρακτηριστικό της είναι η άρνησή σου να ενδώσεις. Σημαίνει αταλάντευτη προσήλωση στις αξίες που σε κινητοποιούν.
Να μπαίνεις στο γήπεδο με το θυμό να σε πλημμυρίζει, επειδή στα αποδυτήρια και στον πάγκο οι προπονητές τσακώνονται ακόμα για την τακτική του παιχνιδιού, κι εσύ να συντονίζεσαι αρμονικά με τους συμπαίκτες σου, να τα δίνετε όλα και ν’ ανατρέπετε κάθε προγνωστικό, που ήθελε την ομάδα να πέφτει κατηγορία, δείχνει ότι εσύ τουλάχιστον αγαπάς και ιδρώνεις για τη φανέλα. Σημαίνει ότι τιμάς την ιστορία της και πιστεύεις στο μέλλον της, αδιαφορώντας για την αντίξοη διαιτησία.
Όχι, δεν μιλάω για την ΑΕΚ και τους φιλάθλους της. Μιλάω για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τους ψηφοφόρους του. Μιλάω για την πολιτική τους συμπεριφορά και τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις τους. Και μιλάω, βέβαια, για το θυμό τους, που καλό είναι να μην τον αφήσουν να ξεθυμάνει.
Τον δικό μου το θυμό θα τον κρατήσω στην ίδια ένταση αναμμένο. Θα τον προφυλάξω από την πιθανή βροχή των πολλών μικρών «εγώ» και τις μικρομέγαλες προδοσίες τους. Θα τον προστατεύσω από τα ψυχρά ρεύματα της παραίτησης και της απάθειας. Θα τον συδαυλίζω διαρκώς με το πείσμα του «εμείς» που έρχεται από πολύ παλιά και την ελπίδα που οδηγεί πολύ μακριά.
Το δικό μου το θυμό θα τον κρατήσω ζωντανό για να μου επιβεβαιώνει ότι είμαι ακόμα ζωντανή.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Κυριακή εκλογών

Βγήκα από το σπίτι μου σε μια κυριακάτικη ηλιόλουστη Αθήνα. Προχωρημένο πρωινό, κοντά μεσημέρι. Η κίνηση στους δρόμους ήρεμη και το μόνο ασυνήθιστο είναι η αυξημένη, για Κυριακή, συχνότητα εμφάνισης των μαζικών μέσων μεταφοράς. Οι άνθρωποι μοιάζουν να κάνουν τη βόλτα τους ανέμελα σπρώχνοντας τα καροτσάκια των μωρών ή κρατώντας χαλαρά από το χέρι τα νήπια. Συναντώ και αρκετούς ηλικιωμένους, που συνήθως τέτοια ώρα ή έχουν ήδη πιάσει θέση στα λιγοστά παραδοσιακά καφενεία ή έχουν επιστρέψει σπίτι τους μετά τον εκκλησιασμό. Το βλέμμα μου συλλαμβάνει και αρκετούς νεώτερους, που κανονικά θα βρίσκονταν ακόμη στο κρεβάτι τους μετά το ξενύχτι του Σαββατόβραδου ή θα είχαν ήδη απομακρυνθεί από το άστυ σε μια σύντομη απόδραση.
Μερικοί προσπαθούν να ισορροπήσουν στη μασχάλη τις πολυσέλιδες εφημερίδες με όλες τις προσφορές τους. Ό,τι δεν προλαβαίνουν μέσα στη βδομάδα να διαβάσουν, θα το ξεφυλλίσουν σήμερα. Γι’ αυτό άλλωστε και τα κυριακάτικα φύλλα έχουν αλλάξει πια σε ποσότητα και ποιότητα. Προσφέρουν κυρίως μια συνοπτική παρουσίαση των ειδήσεων ολόκληρης της εβδομάδας και είναι λίγες οι περιπτώσεις που περιέχουν και φρέσκο υλικό. Αναμασούν τετριμμένες αναλύσεις, τα άρθρα θέσεων σπανίζουν και καλύπτουν το κενό του υποβαθμισμένου λόγου τους με πολλές, περιττές πολλές φορές, φωτογραφίες σαν να πρόκειται για εικονογραφημένα περιοδικά. Την κατάσταση προσπαθούν να σώσουν τα ένθετα, κυρίως αυτά που ασχολούνται με τα «πολιτιστικά» –όρος όμως που το περιεχόμενό του έχει αποκτήσει την ιδιότητα του λάστιχου για να χωρέσει όλα τα γούστα. Κάποτε οι εφημερίδες ήταν δημοσιογραφικές. Τώρα πια δεν είναι. Θα πρέπει να τους βρούμε καινούργιο όνομα.
Έλεγα λοιπόν ότι βγήκα από το σπίτι μου αυτό το ήρεμο κυριακάτικο πρωινό. Για να ψηφίσω, φυσικά. Τίποτε όμως στην ατμόσφαιρα της γειτονιάς μου δεν μύριζε εκλογές. Και μάλιστα, βουλευτικές εκλογές. Λείπουν οι ήχοι των φωνών που συζητούν, διαφωνούν, διεκδικούν, συγκρούονται, πειράζουν ή κοροϊδεύουν. Λείπουν βέβαια και τα ανέκδοτα, ευρηματικά ή μη. Λείπουν τα χρώματα των κομμάτων και οι εικόνες των ταμπλό και των εκλογικών περιπτέρων σε κάθε πλατεία της πόλης. Λείπει εκείνος ο χαρακτηριστικός μικρός ή μεγάλος ηλεκτρισμός, η φανερή ή υποδόρια ένταση. Λείπει αυτό το κατιτίς που δεν μπορώ να προσδιορίσω.
Από την άλλη μεριά, σκέφτομαι ότι η γειτονιά μου φιλοξενεί πάρα πολλούς μετανάστες και η όλη διαδικασία τούς αφήνει απέξω, όσο και αν το αποτέλεσμα των εκλογών επηρεάζει άμεσα και τη δική τους ζωή.
Λες σε άλλες γειτονιές να είναι αλλιώς τα πράγματα; Πολύ αμφιβάλλω. Μου ήταν ιδιαίτερα αισθητή και στις υπόλοιπες συναναστροφές μου αυτή η πλαδαρότητα, η αδιαφορία, η αποστασιοποίηση, ακόμη και η αποστροφή ως αντιμετώπιση της εκλογικής διαδικασίας. Νομίζω ότι αυτό είναι αποτέλεσμα μιας συνεχούς και συνεπούς υπόγειας διεργασίας που εξελίσσεται την τελευταία εικοσαετία και που προσπαθεί να πείσει τους πολίτες για το περιττό και το μάταιο της ελάχιστης, έστω, συμμετοχής δια της ψήφου στα κοινά. Είναι προφανές ότι καθόλου δεν με είλκυαν οι φανατισμένες κομματικές συγκρούσεις του άλλοτε. Νοσταλγώ όμως τις παθιασμένες αντιπαραθέσεις ανθρώπων που είχαν πολιτική ιδεολογία και πίστευαν στις προοπτικές της.
Η κοινωνία των πολιτών, που πολλοί ευαγγελίζονται, υπονομεύεται σταθερά από τη μεγαλύτερη μερίδα του πολιτικού κόσμου και υποσκάπτεται έντεχνα από τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο που αρθρώνεται στις μέρες μας. Μας μετατρέπουν σιγά-σιγά από πολίτες που συμμετέχουν και δρουν σε υπηκόους που παρακολουθούν και υφίστανται.
Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Κάλπη εν όψει

Εξακολουθώ να ψηφίζω, γιατί επιμένω να διεκδικώ το δικαίωμα να πω και τον δικό μου λόγο για τα κοινά μας πράγματα, έστω και με τον ψιθυριστό πια ήχο που κάνει ο χάρτινος φάκελος που πέφτει μέσα στην κάλπη. Χρειάζομαι να πω αυτό που έχω να πω και να δηλώσω αυτό που υποστηρίζω, ανεξάρτητα από το αν ακούγομαι ή όχι. Με την αποδοχή ότι ανήκω στη μειοψηφία και ότι η πλειοψηφία θα επιβάλει τη θέλησή της. Έχω ανάγκη, για τη γαλήνη της συνείδησής μου, να εκφράσω τη γνώμη μου, να εκδηλώσω τη διαφωνία μου, να διατυπώσω την κριτική μου. Δεν βολεύομαι στη σιωπή της αποχής. Τις δυσκολίες της επιλογής δεν τις αγνοώ. Δεν αναγνωρίζω ωστόσο στον εαυτό μου το περιθώριο να τις προβάλλω ως δικαιολογία. Το θεωρώ φυγομαχία.
Απορρίπτω το «ωχ αδελφέ» και το «όλοι ίδιοι είναι» δεν με έχει πείσει απόλυτα. Η απόσυρση στην ιδιώτευση εξυπηρετεί την πολιτική άποψη ακριβώς που καταδικάζω. Αρνούμαι να παραχωρήσω στους επιδέξιους εκμεταλλευτές και τα πολιτικά τους ανδρείκελα τα ελάχιστα εκατοστά δημόσιου χώρου που μου αναλογούν. Αυτή την ελάχιστη ευθύνη δεν μπορώ να την αποποιηθώ.
Εξακολουθώ να πιστεύω στον Άνθρωπο. Και την ανθρωπιά την ορίζω ως συνισταμένη της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης για όλους τους ανθρώπους. Φρονώ ότι είναι ανθρώπινα χαρακτηριστικά η ευγένεια και ο σεβασμός προς το διαφορετικό. Θεωρώ ότι ο πλανήτης μας και το σύμπαν ολόκληρο είναι το σπίτι που μας χωράει όλους και το οποίο πρέπει να διαφυλάξουμε για τις επερχόμενες γενεές ανθρώπων. Με ενοχλούν οι υποκριτές και οι αριβίστες. Με θυμώνουν οι εγωιστές και οι αλαζόνες. Με εξοργίζουν οι αδιάφοροι και οι σιωπούντες που βρίσκουν κατόπιν εορτής τη μιλιά τους για να πουν «τα ’λεγα εγώ».
Γι’ αυτό τοποθετούμαι στην Αριστερά.
Με πνίγουν όμως οι «ιδεολογικοί» κορσέδες που απαιτούν από μένα να περιμένω μια μεταφυσικής πλέον διαστάσεως σοσιαλιστική ανατροπή.
Γι’ αυτό επιλέγω την πολύχρωμη Αριστερά που αγωνίζεται με ανενδοίαστη πίστη στον Άνθρωπο και για το συνάνθρωπο. Με ευαισθησία και ανυποχώρητη συνέπεια για το περιβάλλον. Την Αριστερά που διαρκώς ανανεώνεται και ανανεώνει, την Αριστερά που υιοθετεί ριζοσπαστικές θέσεις, την Αριστερά που ακατάπαυστα κινητοποιείται. Την Αριστερά που, αν θέλετε, τολμά να δημοσιοποιεί τους εσωτερικούς καβγάδες της και να δέχεται την κριτική των φίλων της και να αποδέχεται τις συνέπειες των σφαλμάτων της.
Επιμένω, βλέπετε, ότι τα όνειρα είναι εφικτά.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Στην εποχή της έντασης

Να ξεκινάς κάθε μέρα για το σχολείο αρκετά νωρίτερα, γιατί τα παιδιά δεν έχουν ακόμη παραλάβει τα σχολικά εγχειρίδια (σε τρία από τα επτά αντικείμενα που διδάσκεις) και πρέπει να τους βγάλεις τις απαραίτητες φωτοτυπίες. Να φτάνεις στο σχολείο και να μην προλαβαίνεις να πεις την καλημέρα σου, γιατί πρέπει επειγόντως να σταλούν το τάδε και το δείνα e-mail που απαιτούν το Γραφείο Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή το Υπουργείο, αλλά δεν υπάρχει γραμματέας στη σχολική μονάδα και ο καθηγητής της Πληροφορικής τρέχει και, φυσικά, δεν προλαβαίνει τα πάντα. Ας μπορούσες τουλάχιστον να πεις ότι η εισαγωγή της τεχνολογίας στη διοίκηση της εκπαίδευσης απλοποίησε κάποιες διαδικασίες! Κάθε άλλο. Όλα όσα κάναμε παλιά εγγράφως (εννοώ: χειρόγραφα), τώρα γίνονται και ηλεκτρονικά, με αποτέλεσμα τα γραφειοκρατικά καθήκοντα να πολλαπλασιάζονται αντί να μειώνονται! Να προχωράει κούτσα-κούτσα η σχολική σου μέρα και να προσπαθείς να γνωριστείς με τα νέα παιδιά με τα οποία θα συνεργαστείς εφέτος και να μαθαίνεις ότι το αυριανό πρόγραμμα δεν ισχύει, γιατί κάποιοι συνάδελφοί σου μετακινούνται σε άλλες σχολικές μονάδες λόγω προσωρινής τοποθέτησης ή εξαιτίας λανθασμένων εκτιμήσεων στις αρχικές τοποθετήσεις ή κατόπιν ενστάσεων κατά των οριστικών τοποθετήσεων. Να υποχρεώνεσαι σε νέα κατανομή των διδασκομένων αντικειμένων μεταξύ των εκπαιδευτικών που διδάσκουν τα αντικείμενα του κλάδου σου, επειδή στις αρχές του Οκτωβρίου γίνονται ακόμη μετακινήσεις διδασκόντων στις σχολικές μονάδες. Να χτυπάει κόκκινο το θερμόμετρο του εκνευρισμού μεταξύ των συναδέλφων με καθημερινές γκρίνιες, παρεξηγήσεις, παράπονα, εγωισμούς και μονομερείς διεκδικήσεις, αφού η απόλυτη ρευστότητα, η διαρκής ανασφάλεια και οι συνεχείς αλλαγές είναι το μόνο σταθερό στίγμα της παιδευτικής διαδικασίας που υποτίθεται ότι ξεκινά με την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Να μαθαίνεις ότι ούτε οι διευθυντές των σχολικών μονάδων στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όπου υπηρετείς, θα παραμείνουν σίγουρα στη θέση τους, μιας και «πέφτουν» οι πίνακες ορισμού τους λόγω σοβαρότατων παρατυπιών κατά τη διαδικασία επιλογής τους, που πραγματοποιήθηκε πριν 2-3 χρόνια και είχε από τότε καταγγελθεί, αλλά μόνο τώρα η δικαιοσύνη απεφάνθη. Να φεύγεις κάθε μέρα από το σχολείο και να μην έχεις μπορέσει ούτε για μια στιγμή να γευτείς τη χαρά και την ικανοποίηση από ένα επάγγελμα που διάλεξες επειδή το αγαπάς πολύ. Να φτάνεις στο σπίτι σου με συσσωρευμένο θυμό και να σκέφτεσαι την προετοιμασία της δουλειάς σου για την επόμενη μέρα με βαθιά απόγνωση, γιατί πριν καλά-καλά κλείσει ο πρώτος μήνας του σχολικού έτους σε ακυρώνει ήδη η εξάντληση.
Απαιτεί τελικά πολλή αγάπη, πολύ μεράκι, πολλή δύναμη και μια δόση μαζοχισμού το να θέλεις ακόμη να υπηρετείς στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση!

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Η ανία των ζώων

Η αγέλη των νεαρών σκυλιών τριγυρνούσε βαριεστημένη μέσα στη νύχτα. Δεν πεινούσε, δεν διψούσε, δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα επιβίωσης. Τριγυρνούσε χορτάτη και ασφαλής. Κανονικά έπρεπε να είναι ικανοποιημένη. Δεν ήταν όμως. Κάτι της έλειπε. Είχε συγκεντρωθεί από νωρίς στο συνηθισμένο στέκι της και παρακολουθούσε την ώρα να κυλά με βασανιστικά αργό ρυθμό. Μερικά από τα σκυλιά είχαν ξαπλώσει στη ζεστή ακόμη άσφαλτο και με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω χάζευαν τους περαστικούς. Δυο τρία απ’ αυτά μύριζαν το ένα την ουρά του άλλου χωρίς όμως και πολλή όρεξη να προχωρήσουν παραπέρα το ερωτικό παιχνίδι. Κάποια άλλα είχαν αρχίσει να πειράζουν το ένα το άλλο με τον γνωστό χοντροκομμένο τρόπο τους και σύντομα τα άγρια παιχνίδια τους άγγιξαν τα όρια του κανονικού σκυλοκαβγά τρομάζοντας τους λιγοστούς περαστικούς. Πολύ σύντομα η αγέλη είχε κυριαρχήσει στο χώρο, καθώς οι άνθρωποι φρόντισαν προνοητικά να παρακάμπτουν την περιοχή. Τα σκυλιά σε λίγο κουράστηκαν να γαυγίζουν και άραξαν, χωρίς όμως και να ησυχάσουν. Ο αρχηγός της αγέλης, ένας νεαρός δυνατός σκύλος που επέβαλε την εξουσία του με τη βιαιότητα και την επινοητικότητά του, σήκωσε το κεφάλι του. Καταλάβαινε ότι αυτό που είχε κυριεύσει την αγέλη ήταν η ανία, η βαριεστιμάρα. Αυτό που έλειπε από τη βραδιά ήταν η δράση. Ένιωθε ότι η ίδια η εξουσία του δεν είχε λόγο ύπαρξης, αν η αγέλη αφηνόταν να βυθιστεί στην αδράνεια. Άσε που μπορούσε η ηγεμονία του να αμφισβητηθεί από κάποιον επίδοξο διεκδικητή. Αποφάσισε λοιπόν να χτυπήσει την ανία στη ρίζα της. Ανασηκώθηκε, τέντωσε αργά αργά τα πόδια του, σάρωσε την πλατεία γύρω ερευνητικά με το βλέμμα του και μύρισε τον αέρα. Σε μερικά λεπτά διέκρινε στο βάθος μια μικρόσωμη μοναχική ανθρώπινη σκιά. Αναγνώρισε τον Μάμπο, τον καλόβολο ανθρωπάκο που καθημερινά όλο και κάτι έβρισκε στις τσέπες του ή στις σακούλες που κρατούσε, κάτι για να φιλέψει κάποιο πεινασμένο αδύναμο σκυλάκι. «Επιτέλους, θα διασκεδάσουμε λιγάκι», σκέφτηκε. «Θα του κόψω ολόκληρο κομμάτι από τη γάμπα» δήλωσε στα υπόλοιπα σκυλιά και όρμησε πρώτος γαυγίζοντας άγρια. Η πρώτη του απόπειρα απέτυχε και ζήτησε από τα μέλη της αγέλης του να ακινητοποιήσουν τον ανθρωπάκο. Εκείνα όμως, είτε επειδή φοβόντουσαν, είτε επειδή κάποτε είχαν γευτεί κάποια λιχουδιά ή κάποιο χάδι από τον Μάμπο, είτε επειδή απλώς βαριόντουσαν, δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους. Μόνο μια σκύλα ακολούθησε τον αρχηγό. Αυτή κατόρθωσε ν’ ακινητοποιήσει τον άνθρωπο αρπάζοντας γερά στα δόντια της το ένα του μπατζάκι. Ο αρχηγός των σκύλων είχε πια την ευκαιρία να περάσει στη δράση. Διασκέδασε την ανία του δαγκάνοντας, ξεσχίζοντας, κομματιάζοντας τον ανυπεράσπιστο ανθρωπάκο. Ματωμένος και παραπατώντας ο Μάμπο προσπάθησε να απομακρυνθεί. Ένας ηλικιωμένος σκύλος, παλιός και έμπειρος φύλακας, που ξεκουραζόταν στο κατώφλι του σκυλόσπιτού του πήρε είδηση την επίθεση. Γαύγισε δυνατά σημαίνοντας συναγερμό. Ο αρχηγός της αγέλης τα χρειάστηκε και έδωσε το σύνθημα της άτακτης φυγής. Πρόλαβαν όμως και τους έκοψαν το δρόμο δυο τρία άλλα σκυλιά που ανταποκρίθηκαν γρήγορα στο κάλεσμα του σκύλου-γεροφύλακα. Μια άλλη περαστική σκυλίτσα πλησίασε το αιμόφυρτο σώμα του Μάμπο και μύρισε την αδύναμη ανάσα του. Άρχισε αμέσως να γλείφει με περισσή φροντίδα τις πληγές του χαϊδεύοντάς τον ταυτόχρονα με τη μουσούδα της για να του δώσει κουράγιο…
Το περιστατικό, με μια αντιμετάθεση σκύλων και ανθρώπων στους επί μέρους ρόλους, δημοσιεύτηκε ως είδηση.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ο τρόμος της λευκής σελίδας

Τα νοήματα φτεροκοπούν σαν τρομαγμένα πουλιά και χτυπούν στα τοιχώματα του εγκεφάλου ψάχνοντας να βρουν ανοιχτό παράθυρο προς την ελευθερία. Ο χώρος γεμίζει από ήχους που παραμένουν άναρθροι και η πίεσή τους χτυπά στα μηνίγγια της ψυχής. Δεν χωράνε σε λεκτικούς κορσέδες και δεν υποτάσσονται σε καμία τάξη. Γλιστράνε και ξεγλιστράνε σαν υδράργυρος ή μήπως σα μικρές σταγόνες αίματος;
Είναι τόσα πολλαπλά και τόσο διαφορετικά και τόσο άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όλα όμως διεκδικούν πιεστικά τη διατύπωσή τους και την απαιτούν ταυτόχρονα. Η λευκή σελίδα γίνεται πρόκληση και απειλή συνάμα.
Πρέπει κάποτε να εφευρεθεί ένας τρόπος γραπτής έκφρασης που να μπορεί να αποτυπώνει τη χαώδη κατάσταση της ανθρώπινης σκέψης. Να μπορείς να γράφεις γραμμές ανάμεσα στις γραμμές κι ανάμεσά τους άλλες γραμμές. Να μπορείς ν’ ανοίγεις άπειρες παρενθέσεις και αγκύλες πριν να σε υποχρεώσουν οι κανόνες του συντακτικού να βάλεις τελεία. Να μπορεί ο αναγνώστης σου ν’ αντιλαμβάνεται όλους τους αστερίσκους και τις παραπομπές της κάθε λέξης την ίδια στιγμή που διαβάζει αυτή τη λέξη. Μόνο τότε θα μπορεί πραγματικά να ανα-γιγνώσκει αυτά που γράφεις, αυτά που θέλεις να πεις.
Ακόμη και το λεγόμενο υπερκείμενο, που διέθεσε η τεχνολογία στη διάθεσή σου, δεν αρκεί. Γιατί δεν καταφέρνει να νικήσει το χρόνο. Μέσα σου η λέξη είναι μια νοηματική ολότητα μαζί με τους αστερίσκους της και τις παραπομπές της. Όλα μαζί αποτελούν ένα σημασιολογικό φορτίο που αγωνίζεσαι να μοιραστείς. Ο διαφορετικός χρόνος της ανάγνωσής τους κατακερματίζει αυτό το όλον σε μια κύρια σημασία και στις επεξηγήσεις και τις συμπληρώσεις της. Η κατάτμηση του χρόνου ανάγνωσης τεμαχίζει και αυτό που προσπαθείς να πεις ή να γράψεις. Αυτό που εκπέμπεις είναι τελικά λειψό, ορφανό, απογυμνωμένο από τα απαραίτητα συμφραζόμενά του, που απομένουν φυλακισμένα μέσα σου να σε ταλαιπωρούν.
Θάνατος από πνιγμό μπροστά σε μια λευκή σελίδα.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Κλαυσίγελως

Ένα πολύ σύντομο ανέκδοτο:
Η ελληνική Αριστερά αγωνίζεται στο στίβο των πολιτικών προβλημάτων της κοινωνίας μας και δίνει την εκλογική μάχη ενωμένη.
Μπου χα χα!!!

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Τα ανέκδοτα ως δείκτης

Τα ανέκδοτα, όποιο είδος χιούμορ και να τα διέπει (καυστικό, κρύο, πνευματώδες, λεκτικό, χοντροκομμένο, λεπτό, μαύρο κ.λπ), αποτελούν έναν ιδιάζοντα δείκτη μέτρησης μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας.
Μπορεί κανείς με αυτά να μετρήσει κατ’ αρχάς το βαθμό ευφυΐας του πομπού αλλά και των αποδεκτών τους. Μπορεί κανείς να διακρίνει τις κοινωνικές αντιλήψεις αυτού που τα αφηγείται και των ακροατών του. Από τα ανέκδοτα που λέγονται σε μια παρέα μπορεί κανείς να διακρίνει τον συνεκτικό της κρίκο όπως και το βάθος της οικειότητας που υπάρχει μεταξύ των μελών της. Μπορεί όμως από την άλλη μεριά και να καταγράψει την αδιόρατη αμηχανία μιας κοινωνικής ομήγυρης από τυχαία πρόσωπα, αφού πολλές φορές η αφήγηση ανεκδότων έρχεται να καλύψει ακριβώς την αδυναμία να βρεθούν άλλοι κοινοί τόποι συζήτησης. Όπως και να έχει, τα ανέκδοτα δηλώνουν την ανάγκη αλλά και τη διάθεση για την ευθυμία που εκτονώνει πιέσεις.
Τα περισσότερα ανέκδοτα επιτυγχάνουν το στόχο τους, την πρόκληση του αυθόρμητου γέλιου, μέσω της έκπληξης. Και το γέλιο γίνεται τόσο πιο πηγαίο όσο πιο δυνατή είναι η έκπληξη. Η έκπληξη, που αποτελεί την αποκορύφωση ενός ανεκδότου και το μέτρο της ποιότητάς του, στηρίζεται κυρίως στην ανατροπή του αναμενόμενου, του προβλέψιμου. Το χιούμορ, ως ανατρεπτική αντιμετώπιση της πραγματικότητας, αποκτά έτσι ένα στοιχείο επαναστατικό. Είναι μια μορφή αντίδρασης σε ό,τι μας θλίβει, σε ό,τι μας θυμώνει, σε ό,τι μας περιορίζει. Είναι μια εύθυμη, θετική προβολή του ανθρώπινου φαντασιακού. Εδώ εντοπίζεται και η λυτρωτική του δύναμη.
Παλιότερα τα ανέκδοτα στις παρέες έδιναν και έπαιρναν. Ακόμη και σε δύσκολες συλλογικά περιόδους, όπως η μεταπολεμική ή η εποχή της χούντας, τα ανέκδοτα έπαιζαν τον εποικοδομητικό τους ρόλο. Οι άνθρωποι κρατούσαν με αυτά ζωντανές τις προσδοκίες και τα όνειρά τους, γιατί διέθεταν αξιακές αφετηρίες. Στην εποχή μας έχουν εκλείψει οι ηθικές σταθερές, έχουν θολώσει τα σημεία αναφοράς, τα οράματα για ένα καλύτερο αύριο γίνονται όλο και πιο φασματικά. Η πραγματικότητα σε όλους τους τομείς της καταπιέζει αφόρητα τον άνθρωπο. Τα ανέκδοτα λειτουργούν και πάλι ως δείκτης. Μόνο που τώρα καταδεικνύουν τα κοινωνικά και πολιτικά μας αδιέξοδα με την απουσία τους. Ποια ήταν η τελευταία φορά που ακούσαμε ένα καλό καινούργιο ανέκδοτο;
Δεν είναι ότι δεν έχουμε ανάγκη, και μάλιστα επιτακτική, να γελάσουμε. Κάθε άλλο. Το κουράγιο για αντίδραση και η ελπίδα της ανατροπής είναι που χάνονται. Η δύναμη να γελάσουμε, έστω και με τον εαυτό μας και την κατάντια μας όπως παλιά, ξεθύμανε. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό.
Ένα ανέκδοτο, ρε παιδιά, γιατί χανόμαστε!

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ο πολιτισμός στο χώρο της δουλειάς

Οι μαθητές και οι μαθήτριες απολαμβάνουν τις τελευταίες μέρες της θερινής τους σχόλης, τουλάχιστον οι μικρότερης ηλικίας, ή έχουν ήδη μπει στο μαγγανοπήγαδο της φροντιστηριακής μελέτης, κυρίως οι των δύο τελευταίων τάξεων. Όλοι όμως, φαντάζομαι, χαίρονται την ελευθερία έξω από το σχολικό μαντρί. Μέχρι λοιπόν ν’ αντικρίσω τα καινούργια, ίσως και φρέσκα, βλέμματά τους γύρω μου κι απέναντί μου, περιορίζομαι –ή συμβιβάζομαι(;)– στην παρατήρηση των ενηλίκων.
Όλοι μας έχουμε τις αδυναμίες μας, τα ελαττώματά μας και, βέβαια, τις στιγμές όπου η πίεση της δουλειάς γίνεται αφόρητη, τουλάχιστον για όσους από μας θέλουμε και προσπαθούμε ν’ ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της ικανοποιητικά. Τότε όμως, σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές της έντασης, είναι που μετριόμαστε. Τότε είναι που καταθέτουμε τα διαπιστευτήρια της ευγένειάς μας, της αξιοπρέπειάς μας, της αίσθησης που έχουμε για το δίκαιο.
Όταν δεν εκτονώνουμε τον εκνευρισμό μας σε ανθρώπους που δεν τον προκάλεσαν. Όταν δεν κρυβόμαστε πίσω από την ισχύ της όποιας θέσης μας στην ιεραρχία για να προσβάλουμε όσους προσωπικά αντιπαθούμε και δεν μπορούν να μας αντιμετωπίσουν με ίσους όρους. Όταν δεν ξεσπάμε την οργή μας επί δικαίων και αδίκων, γιατί μας λείπει η διαύγεια της ψυχραιμίας. Όταν δεν τα βάζουμε με αθώους που αδυνατούν να μας αντικρούσουν, γιατί φοβόμαστε τους πραγματικούς ενόχους ή δεν αντέχουμε να αντιπαρατεθούμε με ισχυρούς χαρακτήρες. Όταν δεν υποσκάπτουμε το κύρος και την αξία των συναδέλφων μας για την επαγγελματική μας αναρρίχηση. Όταν δεν σφετεριζόμαστε τη δουλειά τρίτων για την προσωπική μας ανάδειξη. Όταν δεν προφασιζόμαστε αδυναμία, για ν’ αποφύγουμε τα δύσκολα και το ξεβόλεμά μας. Όταν δεν μειώνουμε τη δουλειά των άλλων, για να προβάλουμε τη δική μας ή, το χειρότερο, για να κρύψουμε τη δική μας ανικανότητα.
Τότε είναι που δίνουμε τα δείγματα της ηθικής μας, της ανθρωπιάς μας εν τέλει.

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Επιστροφή στα θρανία

Έτσι, σιγά-σιγά ή γρήγορα-γρήγορα –τα πάντα είναι σχετικά, σαν το γνωστό ποτήρι με το νερό–, τελειώνει το καλοκαίρι και κάθε κατεργάρης ετοιμάζεται να καθίσει στον πάγκο του, στο θρανίο του, στην έδρα του.
Κάθε καινούργια αρχή κουβαλάει τις δικές της προσδοκίες και ελπίδες. Η πικρή πείρα όμως που συσσώρευσαν με τα χρόνια κάνει τους παλιούς να κρατάνε κάθε χρονιά και μικρότερο καλάθι. Κάθε νέα σχολική χρονιά που ξεκινά επιχειρεί να βάλει το λιθαράκι της ώστε να μετατραπεί η αισιόδοξη προσδοκία σε απλή περιέργεια και μετά σε… τι;
Όταν μια πρώτη του Σεπτέμβρη ξυπνήσω το πρωί και διαπιστώσω ότι ξεκινάω από απλή περιέργεια, τότε θα πρέπει ν’ αρχίσω να σκέφτομαι την έξοδό μου.
Για την ώρα, ετοιμάζω πάλι το καλαθάκι μου για αύριο. Πού ξέρεις; Μπορεί η φετινή χρονιά να μην είναι και τόσο άσχημη. Κάποιο νεανικό βλέμμα μπορεί να βρεθεί πάλι να με καρφώσει διαπεραστικό, κάποιο αυθόρμητο σχόλιο να με κολλήσει στον τοίχο με την ειλικρίνειά του, κάποια ευθεία ερώτηση να με αμφισβητήσει και να με θέσει σε εγρήγορση, κάποια τυχαία κουβέντα μέσα στην αίθουσα να κάνει και πάλι το αίμα να κυλήσει ζωντανό στις φλέβες…
Πού ξέρεις;

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Πρώτη φορά στο νέο μουσείο της Ακρόπολης (3)

Μένω αρκετά λεπτά καθισμένη μετά το γύρο στην αρχαϊκή εποχή. Όχι μόνο για ν’ ανακτήσω κάποιες σωματικές δυνάμεις, αλλά και για να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να προετοιμαστεί και ψυχικά για την επίσκεψη στο χώρο του Παρθενώνα. Ούτως ή άλλως, έχω τη συνήθεια να χρονοτριβώ πάντα λίγο πριν από κάτι που με λαχτάρα περιμένω. Σαν να θέλω με την αναμονή να παρατείνω την ευχαρίστηση της προσδοκίας, αλλά και να ελέγξω το φόβο μπροστά στην πιθανότητα της απογοήτευσης. Τελικά σηκώνομαι και συνεχίζω την ανάβαση.
Στο επόμενο επίπεδο ρίχνω μόνο μια σύντομη κλεφτή ματιά στα δύο αετώματα του Παρθενώνα, που υπάρχουν σε μικρές αναπαραστάσεις δεξιά και αριστερά στο χώρο. Δύο ομάδες ξένων επισκεπτών τα έχουν πλησιάσει και αργοσαλεύουν μισοακούγοντας τους ξεναγούς τους. Με εκνευρίζουν, γιατί επιβάλλουν την προτεραιότητά τους με την αριθμητική τους υπεροχή. Εξάλλου οι ξενόγλωσσες πληροφορίες ηχούν παράταιρες και μου προκαλούν σύγχυση. Δεν πειράζει, θα τα δω καλύτερα στην επιστροφή.
Στο βάθος μια εγκατάσταση για προβολή ενημερωτικής ταινίας οριοθετείται μέσα στο χώρο από τις πλάτες των πολλών ορθίων που σχηματίζουν κλοιό γύρω από τα γεμάτα καθίσματα. Προσπερνώ και προχωρώ.
Επιτέλους βρίσκομαι στην αίθουσα του Παρθενώνα. Ο ναός έχει χαμηλώσει μπροστά μου σαν τον ενήλικο που γονατίζει μπροστά σ’ ένα παιδί για να βρεθεί στο ύψος των ματιών του, γιατί δεν θέλει να του δώσει την εντύπωση ότι του επιβάλλεται κοιτάζοντάς το αφ’ υψηλού. Για πρώτη φορά ένα κλασικό κτήριο με κάνει να νιώσω βαθιά μέσα μου πόσο πυρηνική είναι η έννοια του ανθρώπινου μέτρου για το σύνολο των πολιτισμικών εκφάνσεων αυτής της περιόδου. Το είχα συχνά πυκνά βιώσει στα έργα άλλων επιμέρους τεχνών, στα αγγεία, στα δραματικά έργα, στα αγάλματα. Δεν το είχα όμως αισθανθεί μπροστά σε κανένα κτήριο.
Η σύνθεση αλλά και η σύγκρουση αντιθέτων μέσα από το Λόγο, με τη διττή του σημασία, που αναδύεται σχεδόν αυτονόητη στη σφαίρα της λογοτεχνίας της κλασικής εποχής, πραγματώνεται εδώ πολλαπλά. Η δωρική αυστηρότητα του ρυθμού με τη χάρη και την κομψότητα της ιωνικής τέχνης. Η ίδια η θεματολογία του γλυπτού διάκοσμου: άνθρωποι που λατρεύουν θεούς και θεοί που υπηρετούν ανθρώπους, θεοί που διεκδικούν και άνθρωποι που προσφέρουν, πολεμικές συγκρούσεις όπου οι νικητές αντλούν δόξα από την αρετή των αντιπάλων και όπου οι ηττημένοι βγαίνουν νικητές στη συνείδησή μου (Κενταυρομαχία, Αμαζονομαχία, Γιγαντομαχία, Τρωικός πόλεμος).
Ολοκληρώνω λαίμαργα και με μιας το γύρο των γλυπτών του Παρθενώνα και είναι σαν να περπατάω πάνω σ’ έναν αόρατο διάδρομο εκεί ψηλά, στο ύψος που βρίσκονταν στην πραγματικότητα αυτές οι παραστάσεις. Στη συνέχεια κάθομαι και τις αφήνω να γεμίσουν το βλέμμα μου. Σε πρώτο πλάνο οι μετόπες μού θυμίζουν σλάιντ από πολεμικές συρράξεις που προβάλλονται με σταθερό ρυθμό, ενώ σε δεύτερο πλάνο η πομπή των Παναθηναίων στη ζωφόρο μοιάζει να κινείται σαν κινηματογραφικό φιλμ με φθαρμένα αρκετά καρέ του. Ομολογώ το προνόμιο που μου προσφέρει η εποχή μου να πλησιάσω τόσο κοντά αυτά τα αριστουργήματα.
Αφουγκράζομαι τα κενά και με κυριεύει η θλίψη όχι μόνο της απουσίας αλλά και, κυρίως, της οριστικής απώλειας. Δεν είναι αυτά σημάδια της φθοράς που φέρνει ο χρόνος. Είναι ακρωτηριασμός. Τελεία και παύλα.
Ανασηκώνομαι και στρέφω επιτέλους το πρόσωπό μου προς τα έξω. Απέναντί μου πάνω στο βράχο ο πολυτραυματίας ναός υψώνει τους κίονές στον αττικό ήλιο. Είχα πάρα πολλά χρόνια να σκεφτώ αυτό το ιδιάζον αττικό φως. Η μέρα όμως μου έκανε κι αυτό το χατίρι. Ο Αύγουστος είχε διώξει από την Αθήνα τα στίφη των αυτοκινήτων και τα μελτέμια είχαν καθαρίσει την ατμόσφαιρα. Η εικόνα με παρηγόρησε στη μητρική μου γλώσσα, με ζέστανε σα φυλαχτό, με ανακούφισε σαν πυξίδα.
Θα ξαναπάω, γιατί είναι πολλές οι κουβέντες που άφησα στη μέση…

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Πρώτη φορά στο νέο μουσείο της Ακρόπολης (2)

Όταν τελειώνουν πια οι διαδικασίες της εισόδου στον κύριο χώρο του μουσείου, μηχανικά κάνω δυο τρία πλάγια βήματα για να μην δυσκολέψω την πρόσβαση στους επισκέπτες που ακολουθούν. Στέκομαι μερικά δευτερόλεπτα για να εγκλιματιστώ. Μόνο τόσα χρειάστηκαν για να με υποδεχθεί μαλακά ο χώρος.
Ο περισσότερος κόσμος στρέφεται αμέσως προς τις πλευρικές προθήκες όπου πλήθος αγγείων και άλλων χρηστικών αντικειμένων παρατάσσει την τεχνική, την τέχνη και την ποικιλία τους. Το γεγονός αυτό μου δίνει την ευκαιρία να υψώσω το βλέμμα μου. Ο πρώτος αυτός χώρος είναι ανηφορικός με μαλακά σκαλοπάτια και όντως δίνει την αίσθηση της κλιτύος, της ανάβασης προς το βράχο της Ακρόπολης. Οι δύο Νίκες υπομειδιούσες αλλά σοβαρές προσφέρουν το πρώτο γλυπτό καλωσόρισμα. Οι ανάγλυφες παραστάσεις από ιδιωτικές κατοικίες τραβούν την προσοχή μου με την τέχνη τους. Τα εντοιχισμένα γλυπτά που αναπαριστούν μέλη του σώματος ως αναθήματα σε ιερά, που βρίσκονταν στις πλαγιές του βράχου, αναδεικνύουν γι’ άλλη μια φορά το αλισβερίσι που ανοίγει ο αναγκεμένος άνθρωπος με τους εκάστοτε θεούς και αγίους του δρασκελώντας τους αιώνες ανάμεσα στους προσκυνητές της Τήνου και αυτούς του Ασκληπιού.
Φτάνω στην κορφή της ανηφόρας και ρίχνω μια κλεφτή ματιά πίσω μου. Απέναντί μου μεγαλόπρεπες, σεμνές, ευκίνητες μέσα στην ακινησία τους, προ πάντων όμως ωραίες οι αιώνιες Κόρες. Όταν κάνω το γύρο στο επόμενο επίπεδο και τις πλησιάζω, θαυμάζω το συνδυασμό της γυναικείας αυταρέσκειας με την κοριτσίστικη άνεση στο περίτεχνο χτένισμα και τις ανάλαφρες πτυχές της ενδυμασίας τους. Οι πέντε Καρυάτιδες με λυγισμένο το ένα γόνατο μοιάζουν να το ανεβοκατεβάζουν σε ανυπόμονο ρυθμό περιμένοντας την έκτη αδελφή τους να γυρίσει επιτέλους από το ταξίδι της. Θα έχουν πολλά να εκμυστηρευτούν η μια στην άλλη.
Ο χώρος των αρχαϊκών ευρημάτων με εκπλήσσει ευχάριστα. Βρίσκομαι ξαφνικά να κινούμαι ανάμεσα σε γλυπτά, που όλα έχουν ξανακερδίσει την τρίτη τους διάσταση. Πρώτη φορά μπορώ να τριγυρίσω γύρω από ένα άγαλμα και να το απολαύσω από όλες τις πλευρές του και από πολλές οπτικές γωνίες και αποστάσεις. Το εκπληκτικότερο είναι ότι από τη μια έχω την εντύπωση πως, όπως κινούνται οι επισκέπτες προς διάφορες κατευθύνσεις και με διαφορετικές ταχύτητες, το ίδιο κινούνται και τα αγάλματα έτσι διεσπαρμένα καθώς είναι μέσα στο χώρο. Έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα, με ένα χαμόγελο που όλο και μεγαλώνει μαζί με την αυτοπεποίθησή τους, έχουν σπρώξει ήδη το ένα τους πόδι, άλλο λίγο κι άλλο πολύ, για να ξεκολλήσουν πια από τη στάση προσοχής και να κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Ταυτόχρονα, από την άλλη, έχω την ευκαιρία να βιώσω με τη φαντασία μου την αίσθηση που είχαν γι’ αυτά οι άνθρωποι την εποχή που δημιουργήθηκαν, αφού αυτά ήταν λειτουργικά ενταγμένα μέσα στην καθημερινότητά τους, στους δρόμους, στις αυλές, στους περιβόλους των ναών τους.
Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι ότι το βλέμμα μου αλλοιώνει το πραγματικό θέαμα. Έχει αποδυθεί ανεπίγνωστα σε μια διαδικασία προσθετικής μελών. Τα μάτια μου αρνούνται την αναπηρία κάποιων γλυπτών και, σαν να τα ευλόγησε ο ίδιος ο Ασκληπιός, την αναιρούν αναπτύσσοντας, όπου λείπουν, χέρια, πόδια, μηρούς, χαρακτηριστικά του προσώπου, πανωκόρμια ολόκληρα. Ανταποδίδω ευγενικά το αρχαϊκό μειδίαμα και αρχίζω διακριτικά ν’ απομακρύνομαι, πριν η παραισθητική μου διάθεση στήσει πια και κανονικό μαρμάρινο χορό.
Ολοκληρώνω τη βόλτα στον έκτο π.Χ. αιώνα περνώντας μπροστά από τα λίγα απομεινάρια του Εκατόμπεδου και του αρχαίου ναού. Τα βαριά τους μεγέθη μου υπενθυμίζουν τις διαμαρτυρίες της μέσης μου που απαιτεί πλέον έναν ελάχιστο, έστω, σεβασμό. Κάθομαι λοιπόν για να ξαποστάσω λίγο, να βάλω κάπως σε τάξη τις σκέψεις μου, αλλά και να δώσω την ευκαιρία στην πληθώρα και την ένταση των εντυπώσεων να καταλαγιάσουν και ν’ αφήσουν το καταστάλαγμά τους.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Πρώτη φορά στο νέο μουσείο της Ακρόπολης (1)

Προχώρησα από την έξοδο του μετρό κι έστριψα αριστερά στο καλντερίμι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Μεσοβδόμαδα πρωί κατά τις έντεκα και ο ήλιος είχε αρχίσει πια να καίει παρά το αυγουστιάτικο μελτέμι. Γύρω μου άνθρωποι κάθε ηλικίας απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, με σκούρα γυαλιά, καπελάκι, ρουχισμό που υπάκουε πιο πολύ στην ανάγκη για δροσιά παρά στις επιταγές της αισθητικής και με το απαραίτητο μπουκαλάκι νερό ακολουθούσαν την ίδια κατεύθυνση με μένα.
Σε ελάχιστα μέτρα η φειδωλή σκιά των λιγοστών χαμηλών δέντρων διακόπηκε. Ένα μεγάλο άνοιγμα χώρου με ρουφάει προς τα κάτω, κι ας ήθελε το βλέμμα μου να μείνει κολλημένο ψηλά, εκεί, πάνω στον εμβληματικό βράχο. Οι αποχρώσεις του γκρι και του μαύρου με κυριεύουν, παρόλο που στη συνέχεια ανακαλύπτω στον περιβάλλοντα χώρο και το πράσινο του γκαζόν με μερικά κοντά δέντρα. Στρογγυλές τεράστιες κολόνες υψώνονται βαριές με χρώμα απροσδιόριστο –υπόλευκο ή γκρι; θα σε γελάσω. Αυτό που κυριαρχεί στο οπτικό μου πεδίο είναιτο σκούρο, σχεδόν μαύρο, χρώμα.
Το κτήριο φαντάζει στα μάτια μου σαν τεράστιο διαστημόπλοιο που ήρθε με επιθετικές διαθέσεις από το μέλλον για να προσγειωθεί σ’ αυτόν τον βίαια ανοιγμένο χώρο ανάμεσα στο σοφό παρελθόν και το ρευστό αλλά ζωντανό παρόν. Αλαζονικά παράταιρο αδυνατεί να ενσωματωθεί, αλλά αδιαφορεί παγερά γι’ αυτό. Το σκούρο γυαλί, που μοιάζει να καλύπτει τις πλευρές του, είναι στην πραγματικότητα το δομικό τους υλικό. Αποτελεί παραφωνία σ’ ένα χώρο που τον ενοποιούν στοιχεία με περισσότερο γνήσια γήινες καταβολές: τα τούβλα κι ο κισσός, ο γύψος και οι πλίνθοι στα γύρω καλαίσθητα κτήρια, οι ακανόνιστες πέτρες του λιθόστρωτου, τα βράχια που σκαρφαλώνουν ανάμεσα σε ξερόχορτα πάνω στο λόφο και τα καταπονημένα αλλά ανυποχώρητα μάρμαρα του ιερού βράχου. Μια μεταλλική γεύση πικρίζει το στόμα μου, αν και δεν διακρίνω μέταλλο στην κατασκευή. Πριν ακόμη κατέβω τα σκαλιά που οδηγούν στην είσοδο του κτηρίου, το αιχμηρό σχήμα του μου προκαλεί αμυντική διάθεση και τα μπράτσα μου κολλάνε ενστικτωδώς στο κορμί μου για να μη με γδάρουν οι γωνίες του.
Κάνω μια σύντομη στάση πάνω από τα ανασκαφικά ευρήματα που αινιγματικά με παρατηρούν μερικά μέτρα κάτω από τα πόδια μου. Είναι σαν να τα ακούω να παραπονιούνται, αλλά δεν εντοπίζω καμιά διευκρινιστική πινακίδα. Τους γυρίζω την πλάτη με το δυσάρεστο αίσθημα που με ταλανίζει κάθε φορά που προσπερνώ απαράκλητη έναν επίμονο μικροπωλητή. Λέω να ξορκίσω τις ενοχές μου αυτή τη φορά μ’ ένα «επιφυλάσσομαι» και προχωρώ.
Μετά το εκτυφλωτικό φως του εξωτερικού χώρου, η είσοδος μοιάζει σκοτεινή, αλλά δεν είναι. Τα μάτια γρήγορα προσαρμόζονται. Ωστόσο ο ηλεκτρονικός έλεγχος των χειραποσκευών και το πλήθος που με υπομονή στοιχίζεται στα ταμεία μού δίνουν την αίσθηση ότι μπαίνω σε αίθουσα αεροδρομίου. Το ίδιο συμβαίνει και όταν, έχοντας προνοήσει ήδη για το εισιτήριο, παρακάμπτω τις ουρές και υποχρεώνομαι να κατανοήσω σύντομα τον ηλεκτρονικό τρόπο επικύρωσης της εισόδου μου στον εκθεσιακό χώρο του μουσείου.
Τώρα πια νιώθω πραγματικά ότι βρίσκομαι στο νέο μουσείο της Ακρόπολης.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Αίνιγμα

Τι είναι σκοτεινό, όλο γωνίες, απωθητικά ψυχρό έως και απειλητικό εξωτερικά, αλλά ολοφώτεινο, όλο καμπύλες και ομορφιά, ευγενικό προς τον άνθρωπο έως και γοητευτικό εσωτερικά;
Το νέο μουσείο της Ακρόπολης.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Περί τέχνης (2)

Συνεχίζω το χθεσινό σημείωμα, επειδή η συντομία του δεν μου επέτρεψε ν’ αναφέρω μερικές ακόμη σκέψεις μου σχετικά με την προσφορά και την πρόσληψη της τέχνης. Απαραίτητο είναι να διευκρινίσω εξαρχής ότι δεν μιλώ, προφανώς, από τη θέση του ειδήμονος. Δεν διαθέτω καν μια θεωρητική κατάρτιση, έστω και στοιχειώδη. Ως αφετηρία, επομένως, γι’ αυτό το σχόλιο λειτουργούν κάποιες περιστασιακές κατά καιρούς παρατηρήσεις και πηγή των απόψεων, που διστακτικά και με πάσα επιφύλαξη διατυπώνω, είναι μόνο προσωπικά βιώματα.
Έλεγα λοιπόν ότι ένα απλό έργο αποκτά την ιδιότητα του έργου τέχνης τη στιγμή που προκαλεί στον αποδέκτη του μια συγκίνηση –ας την ονομάσουμε αισθητική, χάριν ευκολίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ψυχική και πνευματική αυτή συγκίνηση έχει μεταφυσική προέλευση. Είναι στοιχείο που ο άνθρωπος ανά τους αιώνες το έχει προσεγγίσει και μελετήσει με επιμονή φιλοσοφικά και επιστημονικά. Έχει δηλαδή ήδη αναδειχθεί ότι υπάρχουν κανόνες και χαρακτηριστικά που μπορούν να ορίσουν ένα καλλιτεχνικό έργο. Ωστόσο δεν είναι αυτή η πλευρά που με απασχολεί. Αφού δεν είναι εφικτό, ίσως ούτε και επιδιωκτέο, να εντρυφήσουν όλοι οι άνθρωποι σε θεωρητικές αισθητικές αναζητήσεις, πιο πολύ με ενδιαφέρει το πώς οι «αδαείς στην τέχνη» άνθρωποι μπορούν να την διακρίνουν, να την αναγνωρίσουν και να απολαύσουν την προσφορά της.
Είναι πολύ σπάνιες οι φορές στις οποίες κάποιο έργο τέχνης λειτουργεί ως τέτοιο με τρόπο τυχαίο και ακούσιο. Αντιθέτως, υπάρχουν προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες βιώνεται η καλλιτεχνική συγκίνηση. Πρωταρχική αλλά και βασική συνθήκη αποτελεί η δεκτικότητα που θέλω και μπορώ να επιδείξω μπροστά στο εκάστοτε έργο. Εννοώ ότι χρειάζεται να θέλω να δω, να θέλω ν’ ακούσω, να θέλω να παρατηρήσω, να θέλω να σκεφτώ για να διακρίνω το στοιχείο της τέχνης. Άρα, είναι αναγκαίο να ενεργοποιήσω τις αισθήσεις, αλλά και την ψυχή και το μυαλό μου για να έρθω σ' επαφή με την τέχνη. Παράλληλα, είναι απαραίτητο και να μπορώ να την προσεγγίσω. Ένα έργο τέχνης αποτελεί μήνυμα. Χρειάζομαι συνεπώς κάποια εργαλεία που θα με βοηθήσουν να το αποκωδικοποιήσω πρώτα και στη συνέχεια να το κρίνω. Τα εργαλεία αυτά τα αποκτώ σιγά-σιγά και γίνονται όλο και πιο αποτελεσματικά με τη συχνότερη επαφή μου με τις διάφορες μορφές τέχνης. Όσο πιο πολύ διαβάζω, τόσο επαρκέστερος αναγνώστης γίνομαι, όσο πιο πολύ θεώμαι, τόσο καλύτερος θεατής γίνομαι κ.ο.κ. Με άλλα λόγια καλλιεργώ την αισθητική μου παιδεία.
Έτσι φτάνω εκεί που ήθελα να καταλήξω. Δεν μπορούμε να διαμαρτυρόμαστε για το αισθητικό επίπεδο ενός λαού και την ελλιπή ή στρεβλή επαφή του με την τέχνη, αν δεν φροντίζουμε την ανάλογη παιδεία του. Δεν έχουν όλοι στη διάθεσή τους τις ευκαιρίες και τη δυνατότητα να προσεγγίσουν εντελώς μόνοι την τέχνη. Όλοι όμως διαθέτουν την ικανότητα να το κάνουν στις κατάλληλες συνθήκες. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να τις παράσχει. Όχι βέβαια με κάποια μαθήματα «καλλιτεχνικών» και «μουσικής» που συχνά ισοδυναμούν με «διδακτικές» ώρες περιφρονημένες και από τους εκπαιδευτικούς και από τα παιδιά. Η βιωματική μέθοδος είναι η πιο παραγωγική σε όλους τους τομείς της παιδείας, πολύ περισσότερο όμως στην αισθητική παιδεία.
Επαναλαμβάνω ότι αυτό που με προσελκύει κάθε φορά σε επικοινωνία με την τέχνη είναι η επίμονη προσδοκία μου να βιώσω ξανά την υψηλή συγκίνηση που αυτή προσφέρει. Αν ένα εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να προσφέρει στα παιδιά μερικές μόνο τέτοιες συγκινήσεις στη διάρκεια της φοίτησής τους, τότε έχει επιτύχει έναν σημαντικότατο στόχο.

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Περί τέχνης (1)

Τι είναι αυτό που ανεβάζει ένα ανθρώπινο έργο από το επίπεδο της απλής δημιουργίας σ’ αυτό της τέχνης; Δεν μιλάω για τη διάκριση ανάμεσα στην τεχνική, που επιχειρεί να αναπληρώσει κενά της φύσης όσον αφορά τις ανάγκες του ανθρώπου, και την τέχνη, που μιμείται με οποιονδήποτε τρόπο τα υπάρχοντα ήδη στη φύση –μια διάκριση που έχει γίνει κιόλας από τον Αριστοτέλη. Εννοώ εκείνο το απροσδιόριστο στοιχείο που διαθέτουν κάποια έργα, τα οποία δεν δημιουργήθηκαν για να καλύψουν συγκεκριμένες πρακτικές ανάγκες του ανθρώπου, ανταποκρίνονται ωστόσο σε ουσιαστικές πνευματικές και συναισθηματικές του αναζητήσεις.
Τι είναι αυτό που μετατρέπει ένα μουσικό έργο από απλή σύνθεση ήχων σε καλλιτεχνικό δημιούργημα; Τι είναι αυτό που προβιβάζει μια φράση από απλό λεκτικό σύνολο σε ποίηση; Τι είναι αυτό που κάνει την αφήγηση μιας μικρής ή μεγάλης ιστορίας να εγγράφεται στο χώρο της υψηλής πεζογραφίας; Τι είναι αυτό που προάγει μια ζωγραφιά ή έναν γλυμμένο όγκο από τυχαία ανάμειξη χρωμάτων ή απλή απεικόνιση σε έργο εικαστικής τέχνης; Τι είναι αυτό που αναβαθμίζει μια εικόνα από την απλή τεχνική επεξεργασία του φωτός και της σκιάς για την αναπαράσταση μιας πραγματικότητας στο επίπεδο της καλλιτεχνικής φωτογραφίας; Τι είναι αυτό που καθορίζει ότι μια χειρονομία, ένα βήμα, ένα άλμα, μια κάμψη ή ένα τάνυσμα του σώματος δεν συνιστά απλή κίνηση αλλά χορευτική τέχνη; Τι είναι αυτό που οδηγεί μια θεατρική παράσταση ή μια ταινία κινηματογραφική από την απλή αναπαράσταση μιας υπόθεσης στη σφαίρα της τέχνης; Κι ακόμα, τι είναι αυτό που μετατρέπει ένα κτήριο από απλό κτίσμα σε αρχιτεκτονικό δημιούργημα;
Θέλησα να θίξω τους περισσότερους τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας όχι από διάθεση πλατειασμού, αλλά με στόχο την αναζήτηση του κοινού παρονομαστή τους. Μια μονολεκτική απάντηση προκύπτει σχεδόν αβίαστα σε όλα τα προηγούμενα ομοιογενή ερωτήματα: συγκίνηση. Είναι το στοιχείο εκείνο που συν-κινεί τον ψυχικό ή και τον πνευματικό κόσμο των ανθρώπων μπροστά σ’ ένα έργο τέχνης. Ένα στοιχείο που αναταράσσει ή καταπραΰνει, ξεσηκώνει ή καθησυχάζει, θυμώνει ή παρηγορεί, ενθουσιάζει ή θλίβει, προκαλεί ή κατευνάζει, αναλύει ή συνθέτει, οργανώνει χαοτικές σκέψεις ή διαλύει πεποιθήσεις, αντικρούει ή ενισχύει θέσεις, διατυπώνει επιτακτικά ερωτήματα ή προτείνει πειστικές απαντήσεις. Η συγκίνηση που προκαλεί ένα έργο είναι το τεκμήριο της ένταξής του στο στερέωμα της τέχνης
Με ιδιαίτερη προσοχή προσπάθησα να αποφύγω έννοιες που δημιουργούν όρους απεύθυνσης, όρους δηλαδή που υποδηλώνουν στενό προκαθορισμό των δεκτών του καλλιτεχνικού μηνύματος. Σ’ αυτή την επικοινωνία αυστηρά συγκεκριμένος είναι μόνο ο πομπός, αλλά αυτό ενδιαφέρει, κυρίως, την ιστορία και τη βιογραφία. Το ίδιο το μήνυμά της όμως κάποια στιγμή χειραφετείται από τον πομπό του. Η υποδοχή και οι συνθήκες αυτής της επικοινωνίας είναι ρευστές μέσα στο χώρο και το χρόνο, γι’ αυτό και σχετικές. Οι συνθήκες ζωής μιας κοινωνίας, οι κανόνες, οι ανάγκες και οι προσδοκίες της αλλάζουν διαρκώς. Όπως, επίσης, οι άπειρες διαφοροποιήσεις –όσες και οι ατομικότητες– μεταξύ των δεκτών ενός καλλιτεχνικού μηνύματος δεν επιτρέπουν την ενιαία αντιμετώπισή τους, παρά μόνο την ταξινόμησή τους σε ομάδες τοπικές, χρονικές, παιδευτικές, πολιτισμικές, ίσως και οικονομικές.
Είναι προφανές ότι αφήνω έξω από τον προβληματισμό μου τα σημεία εκκίνησης και τις προθέσεις των δημιουργών. Δεν τις γνωρίζω, δεν μπορώ να τις γνωρίζω και, μάλλον, δεν επιθυμώ να τις γνωρίζω. Αλλά και προσπερνώ επίσης τις προϋποθέσεις αποδοχής και αποκωδικοποίησης του μηνύματος ενός έργου τέχνης. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχαίο αποδέκτη αυτού του έργου και διερευνώ μόνο το αν και πόσο ασκεί κάποια επίδραση πάνω μου. Η επικοινωνία μου με τον όποιον καλλιτέχνη είναι μόνο έμμεση, ενώ η κοινωνία μου με το έργο του άμεση. Η ένταξή μου σ’ ένα ενιαίο ομαδικό κοινό είναι περιστασιακή, συγκυριακή και όχι πάντα εξασφαλισμένη ή αυτονόητη. Οι διερωτήσεις μου λοιπόν αφορούν το καλλιτεχνικό έργο αυτό καθεαυτό.
Ένα έργο τέχνης μιλάει και καταφέρνει να επικοινωνήσει μαζί μου. Μου προσφέρει τη δυνατότητα να συν-κινηθώ μαζί του και ν’ απομακρυνθώ από κάπου ή να κατευθυνθώ προς κάπου. Μισεί την ακινησία και το τέλμα μου. Με κινητοποιεί. Κινεί την ψυχή και το πνεύμα μου σε βάθος και ύψος και εύρος, που ήταν για μένα άγνωστα πριν το γνωρίσω. Πάντοτε όμως με την αδιόρατη αίσθηση ότι αυτή η κίνηση δεν είναι μοναχική. Γι’ αυτό και μίλησα για συν-κίνηση. Το καλλιτεχνικό δημιούργημα με βελτιώνει, με εμπλουτίζει και, προ πάντων, με συν-τροφεύει. Εν τέλει, με αλλάζει. Ένα έργο υψηλής τέχνης δεν με αφήνει ποτέ όπως ήμουν πριν την επαφή μου μ’ αυτό.
Με αυτό το κριτήριο, διαισθητικά δηλαδή και εκ του αποτελέσματος, διακρίνω το απλό έργο από το καλλιτέχνημα.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Έλλειψη διορατικότητας

Παντελής έλλειψη διορατικότητας φαίνεται ότι διακρίνει όσους καταπιάνονται με την εκτός σχεδίου οικοδόμηση. Και είναι πολύ περισσότεροι απ’ όσους νομίζουμε αυτοί που επωφελούνται από την όλη κατάσταση.
Δεν μπορεί κανένας απ’ όλους αυτούς επιτέλους να κάνει μια οριστική πρόβλεψη; Τόσο δύσκολο είναι να υπολογίσουν μια και καλή πόσα τέλος πάντων είναι τα οικόπεδα που τους είναι απαραίτητα για τα σχέδιά τους; Δεν μπορούν πια, αδερφέ, να καταλήξουν σ’ έναν τελικό αριθμό στρεμμάτων; Να πουν: Να, τόσα χρειαζόμαστε!
Να καεί ό,τι είναι να καεί μέσα σ’ έναν Αύγουστο. Να ξεμπερδεύουμε μια κι έξω. Να πονέσουμε, να θρηνήσουμε, να θυμώσουμε, να φωνάξουμε μια φορά και μετά να το πάρουμε στο τέλος απόφαση. Αυτό ήταν.
Από ’κει και πέρα θα προσπαθήσουμε να (επι)ζήσουμε σε φαλακρή γη. Δεν θα μιλάμε για την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε. Δεν θα μας απασχολούν ούτε στο ελάχιστο οι κλιματικές αλλαγές. Δεν θα διαμαρτυρόμαστε για τις εκάστοτε πλημμύρες. Δεν θα σχολιάζουμε τους 43 και τους 44 βαθμούς Κελσίου του καλοκαιριού μας. Δεν θα παραπονιόμαστε διόλου για αλλεργίες και αναπνευστικά προβλήματα. Θα κοιτάμε μόνο με φθόνο τους τυχερούς που θα έχουν σπίτι εις τας εξοχάς. Έτσι κι αλλιώς δεν θα θυμόμαστε πλέον τι σήμαινε κάποτε η λέξη «εξοχή»! Θα έχουμε δημιουργήσει με αυτήν άλλον έναν έξοχο(!) αστικό –κυριολεκτικά– μύθο.
Όσο για τους οραματιστές αυτής της νέας εποχής, τους οικοπεδοφάγους, αυτοί για την ώρα μάς προσφέρουν άλλο ένα τεκμήριο της «υπεροχής» της ελληνικής γλώσσας: μπορείτε να μεταφράσετε αυτήν τη λέξη σ’ οποιαδήποτε άλλη γλώσσα; Είδατε πόσο «φτωχές» είναι οι κακόμοιρες;

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

Το 'χουμε ξαναδεί το έργο

Πάλι η φωτιά βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα της, τις χιλιάδες γλώσσες της, στους πυροσβέστες που τρέχουν και δεν προλαβαίνουν. Πάλι οι φλόγες της κολάσεως στήσανε τον τρελό χορό τους γύρω από την απόγνωση κατοίκων που τα σπίτια τους καίγονται ή κινδυνεύουν. Πάλι τα εναέρια μέσα πυρόσβεσης άργησαν να επέμβουν ή είναι πολύ λίγα για να μπορέσουν ν’ αναχαιτίσουν τις πολλαπλές και σε διαφορετικά σημεία πύρινες επιθέσεις. Πάλι το ρίξαμε στις προσευχές μπας και σταματήσουν τα μελτέμια στην εποχή ακριβώς των μελτεμιών. Πάλι οι οθόνες μας γέμισαν καπνούς και φλεγόμενα δέντρα και ανθρώπους με κουβάδες και λάστιχα. Πάλι τα «ανεπεξέργαστα πλάνα» μαζί με τις κραυγές απελπισίας ήρθαν να καλύψουν «χωρίς κόστος»(!) τα κενά που φέρνει η θερινή ραστώνη στο πρόγραμμα των τηλεοπτικών σταθμών. Πάλι ανεύθυνοι υπεύθυνοι και αναρμόδιοι αρμόδιοι και πρωτοκλασάτοι πολιτικάντες και δημοσιογράφοι με εισαγγελικό ύφος βουτήξανε τα μικρόφωνα. Πάλι θα χορτάσουμε βαθυστόχαστες αναλύσεις και θλιβερούς απολογισμούς και γενναιόδωρες υποσχέσεις και παχιά λόγια και αυστηρές εξαγγελίες και… και…
Μωραί παρθένοι κι αυτοί κι εμείς.
Το ’χουμε ξαναδεί το έργο. Ξανά και ξανά και ξανά. Φτάνει πια!
Δεν έχουμε πια το δικαίωμα να μην απαιτήσουμε ν’ αλλάξουν όλοι, μα όλοι, και οι πρωταγωνιστές και η υπόθεση και η έκβαση της πλοκής. Δεν έχουμε πλέον κανένα άλλοθι και καμιά δικαιολογία.
Γιατί καταστρέφεται το σπίτι των παιδιών μας. Η γη.
Έτσι, απλά.

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει...

Έχει περάσει πολύς καιρός, κοντά δυο μήνες, από την πρώτη βδομάδα του Ιουνίου και με υπομονή περιμένω να καταπέσει λιγάκι ο κουρνιαχτός από τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών στο χώρο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς.
Περιμένω όπως περιμένει κανείς μια ομάδα παιδιών, που έπεσαν κι έγδαραν τα γόνατά τους, να σταματήσουν κάποια στιγμή τις γοερές κραυγές για να μπορέσει να συνεννοηθεί μαζί τους. Όπως περιμένει κανείς να σταματήσουν πλέον τα μυξοκλάματα για να γίνει αντιληπτό επιτέλους τι προσπαθούσαν να κάνουν πριν πέσουν, γιατί έπεσαν, πόσο σοβαρά είναι τα τραύματά τους, τι χρειάζονται ως θεραπεία οι πληγές. Αυτά όμως δεν σταματάνε τις φωνές και τις στριγκλιές. Αντίθετα, τα βάζουν με όλα και με όλους, ρίχνουν το φταίξιμο το ένα στο άλλο και συνεχίζουν να πασαλείβουν τα αίματα δημιουργώντας μεγαλύτερη σύγχυση για το πραγματικό μέγεθος και την πραγματική φύση των πληγών.
Είναι προφανές –και αυτονόητο, για μένα– ότι δεν θα σηκωθώ βέβαια να φύγω παρατώντας τα πάντα. Αλλά και η υπομονή έχει όρια. Κάποια στιγμή τέλος πάντων αυτή η αναταραχή πρέπει να καταλαγιάσει. Πρέπει να σταματήσουν τα παιδιαρίσματα, για να μην πω τα μωρουδίσματα. Η ψυχραιμία εξέλιπε εντελώς. Η σοβαρότητα, η ωριμότητα, η περισυλλογή, η αξιοπρέπεια, η ανοχή, η ικανότητα για ειλικρινή αυτοκριτική και ανάληψη ευθυνών, ο σεβασμός, η συλλογικότητα, ο ρεαλισμός, η μαχητικότητα, αλλά και το ηθικό ανάστημα παρουσίασαν μεγάλο έλλειμμα. Ακόμα και η στοιχειώδης ευφυΐα τίθεται πλέον σε αμφισβήτηση, όπως δείχνει το τελευταίο επεισόδιο (βλ. Π. Κοροβέσης) στο σίριαλ. Όλα αυτά ξαφνικά έγιναν ζητούμενα στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Έναν ευρύτατο, στη βάση του, πολιτικό χώρο ο οποίος εμπνέει και κινητοποιεί ανθρώπους, που ακριβώς αυτά τα στοιχεία έχουν ως διακριτικά χαρακτηριστικά των πολιτικών τους αντιλήψεων και της κοινωνικής τους δράσης.
Αντίθετα από τα αναμενόμενα, ο συγκεκριμένος πολιτικός φορέας μοιάζει πάρα πολύ με μια μικρογραφία του τρόπου με τον οποίο η χώρα μας συνολικά συνηθίζει να λειτουργεί σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή αυτιστικά. Κινείται σαν να αδιαφορεί ή, μάλλον, να αγνοεί ότι υπάρχουν πράγματα που συμβαίνουν και έξω από τα στενά της όρια. Ο αγώνας της ζωής συνεχίζεται με μικρά, μεγάλα ή κοσμοϊστορικά γεγονότα ερήμην μας. Δεν είναι δυνατόν να τρωγόμαστε μέσα στο σπίτι μας για το ποιος θα καθίσει στην πολυθρόνα ή τον καναπέ, ποιος θα κλειστεί στο δωμάτιό του, ποιος θ’ αλλάξει την καμένη λάμπα, ποιος θα βάλει το όνομά του στο κουδούνι, ποιος θα μαγειρέψει και ποιος θα αποφανθεί αν είναι καλός ο νοικοκύρης. Δεν επιτρέπονται όλα αυτά, όταν έξω από την πόρτα μας γίνεται χαλασμός και εμείς δεν είμαστε εκεί, έξω, «[σ]την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,/την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της».
Αριστερά σημαίνει να κοιτάμε κατάματα την πραγματικότητα, γύρω μας και μέσα μας, και να ενεργούμε με ατομική συνείδηση και συλλογική δράση για να μετατρέψουμε το όνειρο για μια δίκαιη και αλληλέγγυα πανανθρώπινη κοινωνία από ουτοπία σε εφικτό στόχο. Ποια σχέση έχουν όλα αυτά που συμβαίνουν στο συγκεκριμένο χώρο με τα χαρακτηριστικά και τις επιδιώξεις των αριστερών πολιτών;

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Δεν δίνει του αγίου του νερό

Έτσι λέγανε κάποτε με απέχθεια για την τσιγγουνιά που εκφραζόταν με παγερή αδιαφορία για τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Τι γίνεται όμως όταν δικάζεται και τιμωρείται κάποιος, επειδή προσπάθησε να κρατήσει στη ζωή κάποιους άγνωστους σ’ αυτόν απελπισμένους ανθρώπους προσφέροντάς τους λίγο νερό; Ποια ρήση μπορεί να επινοηθεί για να στιγματίσει μια τέτοια αποτρόπαιη περίσταση;
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Υπάρχει σαφής εννοιολογική διαφορά μεταξύ δικαίου (: το σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν την κοινωνική συμβίωση) και δικαιοσύνης (: το σύστημα με το οποίο εξασφαλίζεται η εφαρμογή των κανόνων δικαίου μιας κοινωνίας). Στο πλαίσιο δε του δικαίου, υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό (άγραφο, εθιμικό) και το θετικό (γραπτό, θεσμοθετημένο) δίκαιο. Ένα παμπάλαιο ερώτημα αναδύεται γι’ άλλη μια φορά και απαιτεί απαντήσεις.
Από την εποχή των σοφιστών ξεκίνησε η διερεύνηση της σχέσης –συχνότατα, της σύγκρουσης– ανάμεσα στο φυσικό δίκαιο και το θεσμικό δίκαιο. Πάνω στην ακμή του δουλοκτητικού συστήματος αμφισβητήθηκε ο ίδιος ο θεσμός της δουλείας, για ν’ αναφέρουμε ένα πρώτο παράδειγμα. Ο Σοφοκλής, κινούμενος μέσα στο πλαίσιο των ίδιων αντιλήψεων, προκρίνει ηθικά τον άγραφο νόμο έναντι του γραπτού μέσω της σύγκρουσης του Κρέοντα και της Αντιγόνης στην ομώνυμη τραγωδία του –ανεξάρτητα από το αν προσδίδει επιπλέον και μια θρησκευτική χροιά σ’ αυτή την αντιπαράθεση. Στη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν οι άνθρωποι βελτίωσαν τους όρους της ατομικής και συλλογικής τους ζωής διορθώνοντας, άλλοτε βίαια κι άλλοτε ειρηνικά, τη νομοθεσία που ρύθμιζε την ομαλή λειτουργία του κοινωνικού συνόλου. Και το έκαναν αυτό κάθε φορά ανατρέχοντας στο φυσικό δίκαιο, μελετώντας το και ανασύροντας από εκεί δικαιώματα που τα θεσμοθέτησαν στη συνέχεια ως φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου, όπως το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας κ.ά. Για την αλήθεια του πράγματος είναι αρκετή μια ματιά στα κείμενα της γαλλικής και της αμερικανικής επανάστασης, όπως αργότερα και στις διάφορες διακηρύξεις που υπογράφτηκαν στο πλαίσιο του Ο.Η.Ε. ή άλλων διεθνών οργανισμών.
Τι γίνεται όμως τώρα; Περιπτώσεις σαν το περιστατικό, που λειτούργησε ως αφορμή γι’ αυτό το σημείωμα και που πιθανόν να μην είναι μεμονωμένο, αποκαλύπτουν πολλά για την εποχή μας. Οι περισσότεροι μιλούν για περίοδο στασιμότητας ή κρίσης. Κρίσης οικονομικής, κοινωνικής, ηθικής. Αυτά που καταγράφονται όμως γύρω μας, κοντά και μακριά μας, δεν δείχνουν απλώς μια στασιμότητα ή κρίση. Αποτελούν τεκμήρια οπισθοδρόμησης. Επιστρέφουμε πίσω σε εποχές όπου η δικαιοσύνη, ως σύστημα εφαρμογής των ισχυόντων σε μια κοινωνία νόμων, έρχεται σε κατά μέτωπο σύγκρουση με το πανανθρώπινο δικαίωμα για ζωή.
Δεν πρόκειται μάλιστα για απλή σύγκρουση μεταξύ δικαιοσύνης και φυσικού δικαίου. Το αμερικανικό δικαστήριο δικάζει και τιμωρεί κάποιον, επειδή επιχείρησε να βοηθήσει κάποιους ανθρώπους να ζήσουν και τους ευχήθηκε καλή τύχη στην προσπάθειά τους! Η δικανική αυτή απόφαση επομένως όχι μόνο παραγνωρίζει το φυσικό τους δικαίωμα για ζωή, αλλά και ανασκευάζει πλήρως την ισχύ του φυσικού δικαίου, διότι όχι μόνο δεν διασφαλίζει το δικαίωμα στη ζωή, αλλά και τιμωρεί αυτόν που επιχείρησε να το στηρίξει ενστερνιζόμενος και εφαρμόζοντας το φυσικό δίκαιο. Πάνω σε ποια ηθική βάση το ίδιο αυτό δικαστήριο θα τιμωρήσει κάποιον που με την αδιαφορία του –την «εγκληματική αμέλειά» του, όπως είναι ο νομικός όρος– επέτρεψε ή και προκάλεσε το θάνατο κάποιου ανθρώπου;
Αν μεταφέρουμε το περιστατικό στις δικές μας συνθήκες, το υποθετικό σκηνικό θα ήταν το εξής: Μερικοί «παράνομοι» μετανάστες επιχειρούν να μπουν στη χώρα μας διασχίζοντας τις θάλασσες που την περιβάλλουν. Η βάρκα τους βουλιάζει μεσοπέλαγα. Κάποιο περαστικό ψαροκάικο τους περιμαζεύει και τους διασώζει. Οι ψαράδες ωστόσο οδηγούνται στο δικαστήριο και τιμωρούνται για «υπόθαλψη σε λαθρομετανάστευση»!
Πόσα σκαλιά μεσολαβούν ανάμεσα στην αδιαφορία μας για τα πραγματικά αίτια της «παράνομης» μετανάστευσης (ποιος άλλωστε θέλει πραγματικά και επιλέγει ελεύθερα να φύγει από την πατρίδα και τους οικείους του για να γίνει μετανάστης;) και την υιοθέτηση της προαναφερθείσας συμπεριφοράς από την κοινωνία μας; Φοβάμαι πως δεν είναι και τόσο πολλά όσο νομίζουμε!
Είναι όμως τόσα ακριβώς όσα μεσολαβούν από τη στασιμότητα και την κρίση μέχρι την οπισθοδρόμηση και τη σήψη.

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Ελεύθερες πτώσεις

Όλα γύρω είναι τόσο φωτεινά, σχεδόν διάφανα, που δεν μπορώ να ξεχωρίσω χρώματα. Βρίσκομαι στον ουρανό. Όχι ακριβώς, αλλά πάντως πάρα πολύ ψηλά. Όχι σε κάποιο ψηλό κτήριο και ασφαλώς όχι μέσα σ’ αεροπλάνο. Είμαι στον αέρα. Είναι δύσκολο να πω με απόλυτη ακρίβεια πού τέλος πάντων βρίσκομαι, αφού αυτό το πού αλλάζει συνεχώς μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου.
Κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα. Δεν πετάω. Πέφτω. Έχω απλώσει χαλαρό το σώμα μου μπρούμυτα στον αιθέρα με τα χέρια και τα πόδια ορθάνοιχτα σαν πεντάκορφο αστέρι, αλλά η κίνησή μου είναι κάθετη εφόρμηση. Διασχίζω τα στρώματα του αέρα το ένα μετά το άλλο. Νιώθω την πυκνότητά τους, αλλά και τα κενά ανάμεσά τους σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό του δέρματός μου. Ανασαίνω τη φρεσκάδα τους και τα προσπερνώ ένα προς ένα σπεύδοντας να συναντήσω το επόμενο.
Η γη μεγαλώνει μπροστά στα μάτια μου κι αρχίζω να διακρίνω λεπτομέρειες. Δεν υπάρχει εκεί κάτω αστικός χώρος. Η απουσία ανθρώπινης ύπαρξης είναι παντελής. Η επιφάνεια του εδάφους, που πλησιάζει με διαυγή βραδύτητα αλλά και πολύ γρήγορα, κυματίζει νωχελικά ανάμεσα σε ακίνητες πεδιάδες, λιβάδια απείθαρχα και νωθρούς λόφους. Δεν διακρίνω πουθενά βράχους και τα βουνά υψώνονται γαλαζωπά πέρα μακριά στον ορίζοντα, σχεδόν στο ύψος των ματιών μου. Το βλέμμα μου ξεφυλλίζει με προσήλωση τα χρώματα που καθένα με τη σειρά του χειραφετείται από την ενιαία θολούρα που δεν τα άφηνε να ξεχωρίσουν. Με γραμμές άλλοτε αυστηρές κι άλλοτε ενδοτικές διαχωρίζεται το σκούρο καφετί, σχεδόν μαύρο του οργωμένου χώματος από το χλωρό πράσινο των νεαρών σπαρτών και το κουρασμένο κίτρινο που περιμένει τη σειρά του για το θερισμό. Πού και πού μικρές ή μεγάλες συστάδες δέντρων υποβάλλουν τις δικές τους προτάσεις σ’ όλες τις δυνατές αποχρώσεις του πράσινου, του κίτρινου, του καστανού, ακόμα και του κόκκινου. Ρουφάω διψασμένα το άρωμα του νοτισμένου χώματος, του φρέσκου φύλλου, του τριμμένου ξερόχορτου, του σκαλισμένου κορμού, της πρώτης πρωινής δροσιάς πάνω στα πέταλα των λιγοστών λουλουδιών.
Στο μεταξύ, εξακολουθώ να πέφτω. Κανένα σφίξιμο. Καμιά ανησυχία. Κανένας ίλιγγος. Ούτε καν αυτός που τόσο επιδιώκαμε παιδιά όταν γυρίζαμε σα σβούρα γύρω από το κέντρο του σύμπαντός μας, τον εαυτό μας. Ή τότε που μπαίναμε γεμάτοι από την προσδοκία του φόβου στα τρενάκια του λούνα παρκ λαχταρώντας τον ελεγχόμενο πανικό που μας προκαλούσε το κενό στο στομάχι στις ψηλές κι απότομες κατηφόρες.
Πέφτω. Αλλά δεν πέφτω από κάπου. Πέφτω προς κάπου. Υπάρχει διαφορά.
Πέφτω και δεν έχω το δυσάρεστο, σχεδόν αμήχανο συναίσθημα που δημιουργεί η προσπάθεια να στηριχτείς σ’ έναν τοίχο που τελικά δεν υπάρχει πίσω σου. Δεν έχω καν την ανεπαίσθητη σκοτοδίνη του ανθρώπου που λικνίζεται με την πλάτη προς τη φορά που κινείται το τρένο. Πέφτω απολαμβάνοντας την πτώση και τα δώρα της, σαν το πλούσιο ταξίδι του μεγάλου Αλεξανδρινού.
Πέφτω κι έχω συνάμα τη βαθιά επίγνωση του πότε και πώς θα τελειώσει αυτή η κίνηση. Θέλω ν’ απαλλάξω τον εαυτό μου από τα δυσάρεστα κι αποφασίζω ότι, μια και δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάμαι προκαταβολικά, θα χορτάσω το εξαίσιο θέαμα και τη μοναδική αίσθηση. Μόνο στο τέλος, εκεί λίγα εκατοστά πριν αγγίξω την αγκαλιά του προορισμού μου, θα κλείσω τα μάτια. Και αυτό κάνω.
Την άλλη μέρα το πρωί με διαψεύδει το μαξιλάρι μου.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Μαγικό φίλτρο

(:φίλητρον :φίλος :φιλῶ, δηλ. αγαπώ)
Αγαπάμε τους φίλους μας, διότι είναι μια μικρή πολύτιμη δόση ελευθερίας στη ζωή μας, αφού τους διαλέγουμε εμείς και γιατί από μας εξαρτάται το πόσο πολύ και για πόσο καιρό θα τους αγαπάμε. Αγαπάμε τους φίλους μας, επειδή καλύπτουν τα κενά μας και ικανοποιούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις εκάστοτε ανάγκες μας. Αγαπάμε τους φίλους μας, αφού μας μοιάζουν κι έχουν τις ίδιες επιθυμίες, τις ίδιες προτιμήσεις και τα ίδια γούστα με μας. Πολύ συχνά μάλιστα έχουν και τις ίδιες αντιλήψεις και ασπάζονται τις ίδιες αρχές με τις δικές μας.
Ταυτόχρονα όμως τους αγαπάμε το ίδιο, επειδή είναι διαφορετικοί από μας και μας συμπληρώνουν σε ό,τι είμαστε ελλιπείς. Είναι τα κομμάτια που απουσιάζουν από το παζλ του εαυτού μας για να αισθανθεί ολόκληρος. Τα μάτια τους είναι ο καθρέφτης μας. Μέσα σ' αυτά αναγνωρίζουμε την εικόνα μας. Αυτήν που μας αναπαριστά όπως νομίζουμε ότι (ή θα θέλαμε να) είμαστε, αυτήν που μας δείχνει ειλικρινά όπως είμαστε, αυτήν που μας προβάλλει όπως θα έπρεπε να είμαστε. Αν είμαστε δε τυχεροί και διαλέξαμε καλούς καθρέφτες, στα μάτια των φίλων μας διακρίνουμε και τις τρεις αυτές εικόνες, οπότε ανάλογα ρυθμίζουμε και την πορεία μας στη ζωή.
Στη γέννηση μιας φιλίας βέβαια δεν είναι καθόλου αμελητέος ο παράγοντας τύχη, μιας και είναι ζήτημα συγκυρίας το αν θα βρεθούν στο δρόμο μας άνθρωποι που θέλουμε ή μπορούμε να χτίσουμε και να διατηρήσουμε μαζί τους μια τέτοια σχέση. Ωστόσο είναι πάντοτε προσωπική μας υπόθεση το αν θα αναγνωρίσουμε ως τέτοια μια ευκαιρία και το αν και τι θα κάνουμε για να την αξιοποιήσουμε.
Είναι αλήθεια πως η φιλία –αυτή πολύ περισσότερο ίσως από τις άλλες ανθρώπινες σχέσεις– απαιτεί προσπάθεια και εγρήγορση, αλλά είναι εξίσου γεγονός ότι προσφέρει απλόχερα και γενναιόδωρα την ανταμοιβή της. Η ίδια η ύπαρξη της φιλίας αναιρεί την έννοια της μοναξιάς. Μοιράζει τον πόνο και πολλαπλασιάζει τη χαρά. Ο φιλικός λόγος ενθαρρύνει σαν φανατικός οπαδός τον αγώνα μας και καταπραΰνει τις πληγές μας αποτελεσματικότερα κι από το καλύτερο βάλσαμο.
Η φιλία, προ πάντων, φωτίζει μπροστά μας την ελπίδα ότι μπορεί κάποτε ακόμη και ν’ αγαπήσουμε, έστω και λιγάκι, τον εαυτό μας.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Μισημένες λέξεις

Το πιο απεχθές λεκτικό σύνολο: ποτέ ξανά!
Να ξέρεις με απόλυτη σιγουριά πως στιγμές πολύτιμες δεν θα επαναληφθούν, γιατί το άλλο πρόσωπο δεν είναι πια εδώ να τις ξαναζωντανέψεις μαζί ή να δημιουργήσεις καινούργιες –και πάλι– μαζί. Όταν δια παντός, μαζί με το άλλο πρόσωπο, έχουν αναχωρήσει εικόνες ακίνητες και σκηνές ολόκληρες, ήχοι μουγγοί και ψίθυροι ηχηροί, βλέμματα απλανή κι εύγλωττες ματιές. Όταν σιγούν για πάντα κουβέντες του αέρα και συζητήσεις εμβριθείς. Όταν δεν σου γεμίζουν πια την ψυχή μυρωδιές αγαπημένες και οικεία αρώματα, γιατί δεν υπάρχει πια η πηγή τους. Όταν το δέρμα δεν αναριγά πλέον από τα φευγαλέα αγγίγματα ούτε προσδοκά τα πολυπόθητα χάδια, όταν το σώμα δεν έχει πού να κουρνιάζει πια, γιατί… ποτέ ξανά!
Να ξέρεις ότι δεν θα σου δοθεί άλλη ευκαιρία να πεις ή να κάνεις κάποια πράγματα που παρέλειψες από φόβο ή ανέβαλες από αλαζονεία. Να γνωρίζεις πως δεν έχεις πια τη δυνατότητα να μιλήσεις ή να ενεργήσεις με άλλο, καλύτερο τρόπο. Να υποκύπτεις στην ακλόνητη βεβαιότητα ότι είναι αδύνατον πλέον ν’ αλλάξεις, να διορθώσεις καταστάσεις και συμπεριφορές, τον ίδιο τον εαυτό σου. Να πρέπει να επιβιώσεις κουβαλώντας το άχθος του «ὅ γέγονε, γέγονε». Να υποχρεώνεσαι να συμβιβαστείς με το αέναο των εκκρεμοτήτων σου, που θα πρέπει τώρα να τις μετονομάσεις σε τύψεις, γιατί… ποτέ ξανά.
Η απόγνωση του αδυσώπητου και αμετάκλητου «ποτέ πια!». Είναι η ομολογία μιας πλήρους ήττας. Είναι η αποδοχή ενός τέλους. Είναι η σκληρότερη δοκιμασία που έχεις να περάσεις, γιατί καλείσαι να την αντιμετωπίσεις μέσα στη μοναξιά της οριστικής απώλειας.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Είμαστε ό,τι σκεφτόμαστε;

Στη ζωή μας διαρκώς αναρωτιόμαστε, προβληματιζόμαστε, αναλύουμε, διερευνούμε και επινοούμε, σχεδιάζουμε και προγραμματίζουμε. Τις πιο πολλές φορές μάλιστα όλα αυτά έχουν ως αντικείμενο όχι μόνο τον εαυτό μας αλλά και τους άλλους ανθρώπους, γιατί επηρεάζουν με τρόπο άμεσο ή έμμεσο τη ζωή μας. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, τα κίνητρα και τους στόχους τους με απώτερο σκοπό να προβλέψουμε τις αντιδράσεις και τις πράξεις τους.
Το κάνουμε αυτό είτε στην καθημερινότητά μας με τα προβλήματά της είτε στη διάρκεια ενός παιχνιδιού (ποδόσφαιρο ή πινγκ πονγκ, κρυφτό ή σκάκι). Άλλωστε αυτός είναι και ένας βασικός ρόλος του παιχνιδιού: προετοιμάζει και εξασκεί για τον αγώνα της ζωής. Γι’ αυτό και το παιχνίδι εξακολουθεί να αποτελεί την ευκολότερη και αποτελεσματικότερη μέθοδο μάθησης.
Όταν καταφέρνουμε λοιπόν να μπούμε στο μυαλό του άλλου –ας πούμε του ποινικού απατεώνα ή του κοινωνικού αριβίστα–, γινόμαστε και ένα μαζί του; Το ότι μπορούμε καμιά φορά να μπούμε στη θέση του σημαίνει ότι ταυτιζόμαστε μ’ αυτόν, ότι είμαστε ίδιοι μ’ αυτόν; Η απάντηση εύκολα προκύπτει αρνητική, γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο «σκέφτομαι και δρω με τον ίδιο τρόπο» και το «καταλαβαίνω πώς σκέφτεται και γιατί δρα έτσι ο άλλος». Η δυνατότητα κατανόησης της σκέψης και της συμπεριφοράς του άλλου καταδεικνύει ευφυΐα, πνευματική, συναισθηματική ή κοινωνική. Εξάλλου αυτό που ορίζει τελικά την ποιότητα της ηθικής δεν είναι η σκέψη ή η πρόθεση, αλλά η πράξη.
Υπάρχει όμως και ένα στάδιο που συχνά διαφεύγει της προσοχής μας. Είναι αυτό που μεσολαβεί ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη. Μιλάω για κείνο το στάδιο στο οποίο παίρνουμε την τελική απόφαση για την όποια πράξη μας. Είναι η στιγμή κατά την οποία επιλέγουμε ποια ποιότητα ηθικής διεκδικούμε. Τότε βρισκόμαστε επί ξυρού ακμής για τα μικρά και μεγάλα «ναι» και «όχι» της ζωής μας. Εκεί συμπυκνώνεται η ανθρώπινη υπόστασή μας και η τραγικότητα των μικρών και μεγάλων διλημμάτων της.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Ο άνθρωπος ή το σύστημα;

Το πρόβλημα της ανεργίας, που στην εποχή μας χτυπά απειλητικά την πόρτα σε όλο και περισσότερα σπιτικά εργαζομένων, είναι πολυσυζητημένο και μπορεί να καταντάει τετριμμένο και κουραστικό ως ανάγνωσμα. Μόνο που να, είναι ανθρώπινο πρόβλημα και ως τέτοιο δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί.
Η οικονομική κρίση της περιόδου που διανύουμε έφερε στην επικαιρότητα ξανά τη θεωρητική συζήτηση στο οικονομικό, άρα και κοινωνικό, σύστημα που ακολουθεί η υφήλιος. Οικονομολόγοι, πολιτικοί, ειδικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι επισημαίνουν τα κενά, τις αδυναμίες, τις στρεβλώσεις του και προβάλλουν τις προτάσεις τους για την επίλυση των δυσλειτουργιών του. Δεν ανήκω σ’ αυτούς. Ανήκω στην τάξη των εργαζομένων και με αυτή μου την ιδιότητα προσεγγίζω το ζήτημα.
Μια πρώτη εντύπωση, που θα μπορούσα να καταγράψω από την προσπάθειά μου να παρακολουθήσω τους ειδικούς, είναι ότι από τις περισσότερες προτάσεις τους περί ανάκαμψης και ανάπτυξης απουσιάζει ο άνθρωπος ως η βασικότερη παράμετρος. Ακούω και διαβάζω για μεθόδους, τεχνικές, αριθμούς, δομές, πολιτικές, ποσοστά και στατιστικές για τη θεραπεία και τη βελτίωση του συστήματος, αλλά ελάχιστα έως καθόλου μαθαίνω για το πώς οι άνθρωποι θα επιβιώσουν μέσα σ’ αυτό το σύστημα, αφού η αντιμετώπιση της ανεργίας φαίνεται να μην προκρίνεται στις προτεραιότητες των μεγάλων εγκεφάλων. Μειώσεις μισθών και συντάξεων, όπως και επινοήσεις μορφών «ευέλικτης απασχόλησης» (προσοχή: όχι εργασίας), αλλά και περιορισμός προσωπικού (διάβαζε: απολύσεις). Θαρρείς και ένας μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τα γρανάζια του, για να χρησιμοποιήσω όρους της βιομηχανικής εποχής, που στο όνομα της βασίλισσας παραγωγής αφαίρεσε ουσιαστικά στοιχεία από την υπόσταση του ανθρώπου. Ήταν η εποχή που το «σύστημα» θεοποιήθηκε και θεωρήθηκε πιο σημαντικό από τον ίδιο τον άνθρωπο, για την υπηρεσία του οποίου υποτίθεται ότι αναπτύχθηκε. Τι να το κάνω αν οι αριθμοί ευημερούν, αλλά δυστυχούν οι άνθρωποι;
Το ζήτημα της ανεργίας είναι πολύ σημαντικό για να υποβιβάζεται στην τελευταία θέση της ατζέντας. Πρώτο απ’ όλα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο άνθρωπος, που χωρίς τη θέλησή του απομακρύνεται από την εργασία, στερείται τη δυνατότητα βιοπορισμού του, κάτι που αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα.
Υπάρχει όμως και ένα θέμα πολύ πιο βαθιά ανθρώπινο. Η ανάγκη του ανθρώπου να παράγει έργο είναι συστατικό στοιχείο της ίδιας της ουσίας του. Δεν εργάζεται μόνο για την επιβίωσή του. Τα χέρια και το μυαλό του παράγουν έργο ακόμη κι όταν έχει λύσει το πρόβλημα του βιοπορισμού του, σχεδόν αυθόρμητα. Διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα έμβια όντα και ως προς αυτό: δεν αρκείται στην εύρεση και την κατανάλωση τροφής του, τον ύπνο και την αναπαραγωγή. Χρειάζεται να ενεργεί και πέρα από αυτόν το στενό κύκλο. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την εργασία ως παραγωγή έργου, γιατί έτσι βιώνει αληθινά τη ζωή του, έτσι αποδεικνύει ότι είναι ζωντανός: ως δημιουργός. Αρκεί να ρίξουμε ένα βλέμμα στο πώς μαραζώνουν οι απερχόμενοι από την ενεργό εργασιακή δράση, αν δεν έχουν κάποια άλλη δραστηριότητα στην οποία να μπορούν να διοχετεύσουν τη δημιουργικότητά τους.
Σε παρένθεση υποστηρίζω την άποψη ότι η παραγωγή έργου είναι εργασία και όχι δουλειά (εκ της δουλείας). Γι’ αυτό και είναι λίγες οι λέξεις που παρήχθησαν με αυτή τη σημασιολογική συνάφεια από την ετυμολογική ρίζα του "δουλεύω" (ακόμα και η «αναδουλειά» δεν είναι ακριβώς συνώνυμη της ανεργίας). Και ασφαλώς η εργασία δεν ταυτίζεται με την απασχόληση. Μπορούμε να απασχολήσουμε ένα παιδί που δεν μπορεί ή δεν ξέρει ακόμη πώς ν’ αξιοποιήσει ικανοποιητικά το χρόνο του. Δεν είναι δυνατόν όμως να «απασχολήσουμε» έναν εργαζόμενο! Ο όρος «ευέλικτη απασχόληση», που έγινε του συρμού στις μέρες μας, μάλλον αναδεικνύει την «ευελιξία» όσων εκμεταλλεύονται το έργο που παράγουν οι εργαζόμενοι.
Επιπλέον η απώλεια της εργασίας επιφέρει καίρια ψυχολογικά τραύματα: η αδυναμία της αυτάρκειας και του αυτεξούσιου προκαλεί αίσθημα ανελευθερίας, η αδυναμία της προσφοράς και συνεισφοράς συνοδεύεται από απογοήτευση, αίσθημα αχρηστίας, χαμηλή έως και μηδενική αυτοεκτίμηση. Όλα αυτά οδηγούν στην περιθωριοποίηση, με τις όποιες συνέπειες έχει αυτή για το άτομο και την κοινωνία.
Μήπως λοιπόν στη συζήτηση για την οικονομική κρίση, εκτός από τους πολιτικούς, τους οικονομολόγους και τους δημοσιογράφους, θα πρέπει να λάβουν το λόγο και οι κοινωνιολόγοι και οι ψυχολόγοι; Μήπως, λέω…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...