Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Αναβολές

Έπιασε στα χέρια της το βιβλίο. Το χτύπησε μαλακά να φύγει η σκὀνη και το χάιδεψε. Ήταν ένα βιβλίο που από καιρό ήθελε να διαβάσει. Ούτε που θυμότανε πότε το είχε αγοράσει. Μόνο που όλο και κάποια άλλα βιβλία απαιτούσανε να διαβαστούνε πρώτα. Κι έτσι, το συγκεκριμένο συνέχεια ξέμενε να την περιμένει.
"Θα το διαβάσω οπωσδήποτε αυτό το καλοκαίρι", αποφάσισε μέσα της.
Την ίδια στιγμή θυμήθηκε ότι με το ξάνοιγμα του καιρού ήθελε ν' αγοράσει και ν' ακούσει καμιά δεκαριά CD που της είχανε προκαλέσει το ενδιαφέρον. Ψαχούλεψε στα σκόρπια χαρτιά πάνω στο γραφείο της. Κάπου την είχε βάλει τη λίστα. Τη βρήκε. Ήτανε πολύ πιο μεγάλη απ' ό,τι θυμότανε.
Με συνδετήρα είχε κι άλλα τρία τέσσερα χαρτιά κολλημένα πίσω της. Τα ξεφύλλισε. Ήτανε κι άλλοι κατάλογοι. Ο ένας είχε ονόματα συγγραφέων και τίτλους βιβλίων. Ο άλλος απαριθμούσε ελλειπτικές σημειώσεις για διάφορα μέρη όπου ήθελε να πάει. Δεν μπόρεσε να τις αποκωδικοποιήσει. Ο τρίτος κατάλογος είχε μικροπραγματάκια που κάποτε ήθελε να ψάξει και ν' αποκτήσει. Στο τέταρτο χαρτί βρήκε λέξεις ξεκάρφωτες, άσχετες μεταξύ τους, στοιχισμένες άναρχα τη μία κάτω από την άλλη. Ονόματα, τοποθεσίες, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, ιδιότητες, χρώματα, συμπεριφορές, πράξεις και απραξίες, που κάποιες στιγμές είχε σκεφτεί ότι κάποτε θα τις σχολιάσει. Σ' όλες αυτές τις λίστες το μελάνι άλλαζε αποχρώσεις από καταχώριση σε καταχώριση θυμίζοντάς της τα στιλό που κατά καιρούς αγάπησε όλα αυτά τα χρόνια.
"Αν μη τι άλλο, είμαι οργανωμένη", σάρκασε.
Κρατώντας ακόμη τα χαρτιά στο χέρι, προσπάθησε να ισιώσει την πονεμένη μέση της κι έσυρε τις παντόφλες της μέχρι την πολυθρόνα της. Κάθισε και σκέπασε τα γόνατά της με το μάλλινο σάλι. Απόμεινε για λίγο ακίνητη με το βλέμμα τυφλό και το μυαλό έτοιμο να ταξιδέψει. Τ' αγαπούσε αυτά τα ταξίδια σ' όλη της τη ζωή.
Μόνο που... Μόνο που απόψε, να... κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι την εμπόδιζε να φύγει. Να ξεκινήσει. Να σαλπάρει γι' άλλα μέρη. Τα χαρτιά που κρατούσε τη σπρώχνανε προς τα πίσω.
"Μα δεν θέλω να πάω πίσω. Έχω ξαναπάει εκεί. Κι έχω βρεθεί εκεί, έχω υπάρξει εκεί, στην πραγματικότητα", αντιστάθηκε ανήμπορα.
Τα χαρτιά, επίμονα, ανεμίσανε στο τρέμουλο του χεριού της.
Αφέθηκε. Παραδόθηκε. Υπέκυψε.
Ξεφύλλισε τις περασμένες μέρες της σαν σελίδες τηλεφωνικού καταλόγου. Σε μια μακρόσυρτη πομπή τα κεριά του Αλεξανδρινού τις αχνοφώτισαν. Ήτανε μονότονα γεμάτες από "θα" και "ύστερα". Λέξεις μονότονες σαν τον ήχο σιδηροτροχιάς που τη διατρέχει ένας ατέλειωτος συρμός αναβολών. Όλα τα "θέλω" και τα "λαχταρώ" της μεταφέρονταν στο μετά. Τα "πρέπει" τους έδιναν διαρκή μετάθεση γι' αργότερα.
"Morgen! Morgen! Nur nicht heute...!", θροΐσανε κοροϊδευτικά τα χαρτιά στο χέρι της.
Θρησκευόμενη χριστιανή δεν ήταν, ούτε και μουσουλμάνα. Διαπίστωνε όμως τώρα πως ολόκληρη η ζωή της θεμελιώθηκε πάνω σε μια διαρκή αποδοχή ότι μπορεί ν' αντέξει το τώρα, γιατί μετέπειτα θα..., ότι υπομένει το σήμερα, γιατί αύριο θα... Και αυτή η ακατάπαυστη αναβολή πήρε μέσα της σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις. Θα έβρισκε κάποτε τον παράδεισό της. Κάποτε. Πότε; Αφού δεν πίστευε στη μετά θάνατο ζωή -όχι πάντως για τον εαυτό της. Και, ασφαλώς, δεν θεωρούσε τον εαυτό της αθάνατο.
Μόνο στην πολιτική της συμπεριφορά διεκδίκησε νωρίτερα το καλύτερο αύριο. Κι αυτό, όμως, λες και δεν την αφορούσε την ίδια. Οποίες αντιφάσεις!
Οι μπλαβιασμένες φλέβες του χεριού της χαλαρώσανε. Τα χαρτιά με τις λίστες χαράξανε χαμόγελα στον αέρα πριν ακουμπήσουνε μαλακά χάμω. Σε λίγο έδυσε κι ο ήλιος και το δωμάτιο βυθίστηκε στο ήσυχο σκοτάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...