Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Η ελπίδα της ανθρωπιάς μας

Στο τρίγωνο των Βερμούδων της Αθήνας (διασταύρωση Αλεξάνδρας και Κηφισίας), για ν’ αποφύγει τη μαγκιά ενός νεοέλληνα Σουμάχερ, ο οδηγός του διπλού και όχι πολύ γεμάτου λεωφορείου αναγκάστηκε να κοκαλώσει το όχημά του. Οι επιβάτες πήγαν κι ήρθαν σαν το κύμα που σπάει στα βράχια, νιώσανε σα μαϊμούδες κρεμασμένες στις χειρολαβές, αλληλοποδοπατήθηκαν. Οι γυναικείες φωνές αρκέστηκαν σε κάποιες στριγκλιές. Οι ανδρικές, από την άλλη, αναζήτησαν την εκτόνωση στις γνωστές «αβρότητες». Ένας ηλικιωμένος βρέθηκε στο πάτωμα, τρία τέσσερα μέτρα μακριά από το κάθισμά του.
Όταν καταλάγιασε η αναταραχή, κάποιοι –πολύ λίγοι, είναι η αλήθεια– έστρεψαν την προσοχή τους και στον πεσμένο άνθρωπο. Οι άντρες κοιτούσαν από απόσταση. Δυο κυρίες προσπάθησαν να τον σηκώσουν, χωρίς βέβαια να το καταφέρουν. Εκείνος απέμενε ξαφνιασμένος ακόμη από την προδοσία των χειμώνων που κουβαλούσε και αμήχανος μπροστά στη γυναικεία βοήθεια. Στην εποχή του, βλέπετε, το φύλο υπερτερούσε της ηλικίας στα κριτήρια της ευγένειας. Ντροπιασμένος διαβεβαίωνε ότι δεν είχε πάθει τίποτε, ότι ήταν καλά κι ότι θα σηκωνόταν μόνος του.
Ένας νέος άντρας τον πλησίασε σιωπηλός. Το βλέμμα του κοιτούσε κατάματα το γέροντα με μια αντρίκια κατανόηση. Του άπλωσε το χέρι σαν να ήθελε να κλείσει μια συμφωνία μαζί του. Με τη στιβαρή του χειραψία ο ηλικιωμένος ξαναβρέθηκε όρθιος στα πόδια του με αποκατεστημένη την αξιοπρέπειά του. Ευχαρίστησε τον νέο κι εκείνος, πάλι χωρίς να μιλήσει, χαμογέλασε ανεπαίσθητα, ένευσε με το κεφάλι σ’ ένα βουβό «είμαστε εντάξει, τώρα» κι επέστρεψε στη συντροφιά του στο πίσω μέρος του λεωφορείου.
Όταν ξεκίνησε πάλι το όχημα, οι ομιλίες από τα πίσω καθίσματα είχαν άγνωστο κώδικα. Σαν να γυροβολούσαν οι άνθρωποι μες στο στόμα τους τα χαλίκια από τα βουνά της μακρινής πατρίδας τους, όπως το παιδί την αγαπημένη του καραμέλα. Ο γέροντας, καθισμένος με την πλάτη προς την κατεύθυνση του λεωφορείου, τους κοιτούσε κι έμοιαζε να είναι ο μοναδικός επιβάτης που καταλάβαινε αυτούς τους αλλότριους ήχους.
Εκεί, στα πίσω καθίσματα του λεωφορείου, βρίσκεται η ελπίδα της ανθρωπιάς μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...