Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Σιωπή και Λόγος

Συνεχίζοντας τη χτεσινή περιδιάβαση το μυαλό μου –κι όχι μόνο– έφτασε στην περίπτωση της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Από την αρχή προκάλεσε την προσοχή το έμφυλο μέσο (βιτριόλι), με το οποίο προσπάθησαν να τη νικήσουν. Εντυπωσίασε ο τρόπος, με τον οποίο προσπάθησαν να την καταβάλουν: ήταν εξαρχής φανερή η επιδίωξη να της επιβληθεί η σιωπή.
Αυτό όμως που τελικά κυριάρχησε ήταν ο συγκλονιστικός Λόγος της. Γραπτός ή ψιθυριστός, είχε την ένταση της φωνής του δικαίου και τη χροιά του υψηλού ήθους. Είτε απέναντι στους στρεβλούς και στρεβλωτικούς «υπερασπιστές» της, είτε απέναντι στους δόλιους ενεδρευτές της και τους σκοτεινούς εντολείς τους, τους οποίους άργησε ανατριχιαστικά το οργανωμένο κράτος να αναζητήσει.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Μιλώντας για τη σιωπή

Διάβαζα κάποιο άρθρο για δύο βιβλία που έγραψαν γυναίκες. Το δεύτερο εξ αυτών, που από την έκταση που αφιερώνει στο θέμα του ο αρθρογράφος φάνηκε ότι του προσέλκυσε περισσότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον, αναφέρεται στην προσπάθεια της συγγραφέως για περισυλλογή μέσα στη σιωπή ύστερα από πολλών χρόνων υπεράσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών.
Προχτές ήταν η μέρα αφιερωμένη παγκοσμίως στο πρόβλημα της βίας σε βάρος γυναικών με βασικό σύνθημα το «Σπάστε τη σιωπή», που μου θύμισε την εξαιρετικά εύγλωττη φωτογραφία στο εξώφυλλο του φυλλαδίου που είχε εκδώσει το 2000 το Κ.Ε.Θ.Ι.
Αυτά τα δύο κάπως μπλέχτηκαν στο μυαλό μου και τα ερωτήματα άρχισαν να ξεπηδάνε το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Όλα είχαν να κάνουν με τη σιωπή.
Ποια δύναμη απαιτεί η υιοθέτησή της; Αυτοέλεγχο, υποψιάζομαι. Αλλά και συνετή περίσκεψη. Σκέφτηκα ακόμα και την επιμονή στην προτεραιότητα της προσωπικής εσωτερικής διεργασίας και τον υποβιβασμό του διαλόγου σε δεύτερο στάδιο. Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα της επιδίωξης μιας κάποιας αυτάρκειας.
Ποιες αδυναμίες, από την άλλη, καλύπτει η καταφυγή στη σιωπή; Το φόβο πρώτο καταγράφω με βεβαιότητα και στενά δεμένες μαζί του την ανελευθερία και την καταπίεση. Την αντικοινωνικότητα θα μπορούσα επίσης ν’ αναφέρω. Η αδυναμία επικοινωνίας, για χίλιους δυο λόγους, φαντάζομαι ότι είναι η χειρότερη, γιατί ευνουχίζει την πιο ανθρώπινη ιδιότητα.
Ποια γοητεία, ταυτόχρονα, ασκεί η σιωπή στους άλλους; Ερεθίζει τη φαντασία τους. Τους προσκαλεί να τη γεμίσουν με τους δικούς τους ήχους, τις δικές τους λέξεις και σκέψεις. Τους προκαλεί σε διατύπωση ερωτήσεων, που όσο δεν βρίσκουν απάντηση τόσο πιο επίμονες γίνονται υποκύπτοντας στη σαγήνη του κλειστού κουτιού.
Ποιες απουσίες λόγου και σκέψης, ωστόσο, μπορεί να μεταμφιέζει με το μυστήριό της αυτό η σιωπή; Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις που η σιωπή του «δεν έχω τίποτε να πω» φορά το μανδύα της σοφής σιωπής.
Πέρα όμως από αυτά τα ερωτήματα –και πολλά άλλα ακόμη–, αυτό που με τσίγκλησε στο όλο ζήτημα ήταν το είδος και το φύλο της σιωπής, όπως και το είδος και το φύλο της οπτικής γωνίας με την οποία προσεγγίζεται. Είναι ίδια η γυναικεία σιωπή με την αντρική; Γίνεται εξίσου αντιληπτή από τους άντρες και τις γυναίκες; Ερμηνεύεται και αποτιμάται με τον ίδιο τρόπο;
Όχι.
Γι’ αυτό και η ανάγκη του σπασίματος της σιωπής διαφέρει.
Γι’ αυτό και η γυναικεία κραυγή –όταν και αν ακουστεί– έχει, όχι μόνο άλλη ένταση, αλλά και διαφορετική χροιά.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η νοσταλγία του αύριο

Σκεφτόταν τη ρευστότητα του χρόνου πάντα με αφορμή το σήμερα, το τώρα. Ώσπου να το αγγίξει, ώσπου να το γευτεί και να το κοιτάξει, αυτό ξεγλιστρούσε σαν το νερό μες απ’ τα δάχτυλα κι έσταζε στο χτες. Γινόταν πριν. Χωνευόταν στο άλλοτε. Με μια δίνη που όλο και διεύρυνε την περίμετρό της, όλο και βάθαινε την απορροφητική της δύναμη καταβροχθίζοντας στιγμή τη στιγμή το χρόνο. Το παρόν διέφευγε. Ακυρωνόταν διαρκώς. Σιγά σιγά πείστηκε ότι αυτό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με το παρελθόν που γδέρνει αποδεικνύοντας πόσο χειροπιαστό είναι. Πείστηκε ότι το τώρα είναι η πιο ανυπόστατη έννοια στα ανθρώπινα πράγματα. Κατέγραφε την ανθρώπινη ζωή σα μια ατέλειωτη σειρά από κλεμμένα –ή, μήπως, χαμένα;– τώρα.
Έστρεψε την προσοχή στο αύριο. Σκέφτηκε πονηρά ότι, αν του έδινε έκταση και περιεχόμενο, θα μπορούσε να το παγιδέψει την ώρα που θα προσπαθούσε κι αυτό να γίνει χτες. Να το γραπώσει τη στιγμή της απόδρασής του προς το παρελθόν και να δημιουργήσει έτσι ένα σήμερα, έστω και πλασματικό. Επένδυσε στο μέλλον, το μετέτρεψε σ’ ένα παρηγορητικό καταφύγιο κι άρχισε να το φορτώνει ευθύνες και υλικό. Με προοπτικές και σχέδια, με προδιαγραφές διαρκείας και αναβολές. Με ποιότητα αποζημιωτική. Με μεταχρονολογημένες προσδοκίες που θα χαλάλιζαν όλες τις κλεμμένες ή χαμένες –αδιάφορο πια– παροντικές στιγμές.
Τα κομμένα φύλλα του ημερολογίου συσσώρευσαν μέρες και μήνες και χρόνια πάρα πολλά αποκαλύπτοντας, στο τέλος μόνο, τη μεγάλη ουτοπία ή, μάλλον, ουχρονία: Ο χρόνος δεν μετριέται, δεν τεμαχίζεται, δεν υποτάσσεται. Ο χρόνος δεν ορίζεται. Ο χρόνος, σε τελευταία ανάλυση, δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως οι επιλογές, οι συμπεριφορές και οι πράξεις, τα συναισθήματα και τα βιώματα, που γεμίζουν (ή όχι) μιαν ανθρώπινη ζωή.
Μια διαπίστωση που έπρεπε να γίνει πολύ πιο έγκαιρα.
«Νωρίτερα»!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...