Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Βαριές συννεφιές


(Εικόνα από την ιστοσελίδα του Oregon State University)

Βουβά βλέμματα. Μουντοί ήχοι. Λόγια σπάταλα και στιγμές σπαταλημένες. Πολλά τα χρέη προς τρίτους και τα προσωπικά ελλείμματα. Λογαριασμοί απαιτούν επιτακτικά ισολογισμό. Εκκρεμούν αναπάντητες μνήμες και σχέδια διαγράφονται από αόρατη μελάνη. Ακυρωτική μοναξιά υπό στενή πολιορκία.
Και θυμός. Πολύς θυμός. Χωρίς κρατήρα ν’ απελευθερώσει τη λάβα του.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Μην ασθενείτε ασυνόδευτοι

Ένας ηλικιωμένος χρειάστηκε να κάνει μια σοβαρή εξέταση, μια αγγειογραφία. Το Αρεταίειο, Πανεπιστημιακό νοσοκομείο, τον ενημέρωσε εγγράφως σε ποια κατάσταση (νηστικός κ.λπ.) και με ποια ιατρικά έγγραφα (άλλες σχετικές με το νόσημά του εξετάσεις κ.λπ.) έπρεπε να εμφανιστεί στο ραντεβού και, τέλος, ότι ήταν απαραίτητη η παρουσία συνοδού, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις.
Το μυστήριο λύθηκε την ημέρα της προγραμματισμένης εξέτασης. Ο συνοδός κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θα μετέφερε το ιατρικό σημείωμα από το συγκεκριμένο τμήμα στη γραμματεία του νοσοκομείου, ώστε να εκδοθεί το απαραίτητο «εισιτήριο» έγγραφο, που έπρεπε στη συνέχεια να το παραδώσει πάλι στο τμήμα που θα διενεργούσε την εξέταση. Μετά την ολοκλήρωσή της, όταν ο ασθενής ήταν ακινητοποιημένος στο φορείο, ο συνοδός έπρεπε να συγκεντρώσει τα ρούχα που είχε βγάλει στο εξεταστήριο και να περιμένει μαζί του στο διάδρομο το νοσηλευτή για τη μεταφορά στο θάλαμο. Η αναμονή δεν διήρκεσε πολύ, μόλις 10-15 λεπτά, αλλά ο γυμνός, καλυμμένος μόνο μ’ ένα σεντόνι, ασθενής κρύωνε. Κουβέρτα δεν υπήρχε, οπότε ο συνοδός τον σκέπασε με το μπουφάν του.
Στο θάλαμο, όπου ο ασθενής έπρεπε να παραμείνει για 24 ώρες ακίνητος, έγινε περισσότερο κατανοητό το γιατί ήταν αναγκαία η παρουσία συνοδού. Τα 4 τετράκλινα και 2 μονόκλινα δωμάτια του θαλάμου είχαν στη φροντίδα τους μία προϊσταμένη και δύο νοσηλεύτριες —για το βράδυ προβλεπόταν ένα μόνο άτομο. Εφόσον ο ασθενής δεν επιτρεπόταν να κινηθεί, αλλά ταυτόχρονα ήταν επιτακτικό να ουρεί συχνά, το κενό στη δυνατότητα παροχής φροντίδας ήταν ολοφάνερο. Έτσι κι αλλιώς πάντως, χρειάστηκε ο ίδιος ο συνοδός, μία ώρα μετά την άφιξη στο δωμάτιο, να ζητήσει να ενημερωθεί για το πού θα έβρισκε το ειδικό σκεύος και από πού μπορεί να εξασφαλίσει το απαραίτητο νερό (να το αγοράσει δηλαδή από το κυλικείο —που βρισκόταν βέβαια σε άλλο κτήριο—, γιατί ούτε ποτήρι πλαστικό δεν διέθετε το νοσοκομείο). Η τραπεζοκόμος παρέδωσε και τον μεσημεριανό και τον βραδινό δίσκο στα χέρια του συνοδού, ούτε καν στο ειδικό κομοδίνο, και βέβαια το κουταλάκι για το γιαούρτι κρίθηκε και τις δύο φορές περιττό!
Όλα όσα περιέγραψα δεν έχουν με κανέναν τρόπο στόχο το νοσηλευτικό προσωπικό, που η συμπεριφορά του ήταν άλλωστε απόλυτα ικανοποιητική και από την επαγγελματική και από την ανθρώπινη άποψη, οποτεδήποτε ο συνοδός απευθύνθηκε σ’ αυτό.
Τα ερωτήματα που δημιουργούνται είναι τα εξής: Τι θα έκανε ένας ασθενής, αν ο συνοδός του δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που περιγράφηκαν, δεδομένου ότι δεν είχε υπάρξει προηγούμενη ενημέρωση; Πώς αντιμετωπίζει το δημόσιο σύστημα υγείας της χώρας μας εκείνους τους πολίτες που η μοίρα το ’φερε να μην μπορούν να εξασφαλίσουν συνοδό; Πόση οικονομία κάνει ο δημόσιος κορβανάς από τέτοιες περιστάσεις, όταν ο συνοδός — συγγενής συνήθως, σε παραγωγική ηλικία— πρέπει να χάσει ένα με δύο μεροκάματα για να προσφέρει τις φροντίδες ενός μη ειδικού στις ειδικές ανάγκες του πάσχοντα; Τι θα έκανε ένας συνάνθρωπός μας μόνος σε μια ανάλογη περίπτωση, αν δεν είχε αρκετούς οικονομικούς πόρους; Και βέβαια, αν τους διέθετε, τότε γιατί να μην απευθυνθεί στον ιδιωτικό τομέα; Μιλάμε για κοινωνικό πρόσωπο του κράτους; Μιλάμε για οργάνωση; Μιλάμε για ευρωπαϊκή χώρα του 21ου αιώνα;
Ας μη μιλάμε πια…
Ας φωνάξουμε επιτέλους!
ΥΓ: Στη γενικότερη συμπεριφορά των γιατρών προς τους ασθενείς στην Ελλάδα θα πρέπει να αφιερωθεί ξεχωριστό σημείωμα.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Μόνο όταν...

Άκουγε τα δυο παιδιά στο διπλανό παγκάκι να μιλάνε με πάθος για τα όνειρά τους. Το ένα ήθελε, όταν μεγαλώσει, να γίνει ποδοσφαιριστής. Φανταζόταν τον εαυτό του να αποθεώνεται στα μεγάλα γήπεδα της υφηλίου, να κερδίζει όλα τα τρόπαια και ν’ απολαμβάνει τον πλούτο και τη δόξα του θρύλου. Το άλλο πάλι ονειρευόταν να γίνει πρωτοπόρος χειρουργός με παγκόσμια αναγνώριση.
Χαμογέλασε στη σκέψη ότι αυτά τα παιδιά —σε αντίθεση με πολλά άλλα συνομήλικά τους— ήταν ήδη από μια άποψη τυχερά, γιατί είχαν βρει τι ήθελαν να κάνουν στη ζωή τους. Είχαν διαλέξει το στόχο τους και ανάλογα θα κατέστρωναν και τα πλάνα τους. Το σημαντικότερο στοιχείο για τα πρώτα τους βήματα, το κίνητρο, είχε βρεθεί.
Απόστρεψε το βλέμμα της και συγκεντρώθηκε πάλι στην ανάγνωση της εφημερίδας. «Βραζιλιάνοι Μπίλι Έλιοτ στις φαβέλες» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου που τράβηξε την προσοχή της. Αφορούσε το γύρισμα μιας ταινίας, που παρακολουθεί τις προσπάθειες δυο εφήβων από τις βραζιλιάνικες γεμάτες βία φτωχογειτονιές ν’ ασχοληθούν με το κλασικό μπαλέτο και ν’ αναδειχθούν. Η βρετανική ταινία Billy Elliot της είχε αρέσει για τις μετρημένες δόσεις χιούμορ και λιτής συγκίνησης με τις οποίες έδωσε την πρώτη γνωριμία και το πάθος του νεαρού ήρωα για τον κλασικό χορό, αλλά και για τον ρεαλισμό με τον οποίο αναπαριστούσε το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο με τους αγώνες των ανθρακωρύχων στην περίοδο της Θάτσερ. Αυτό λοιπόν που πιθανόν να την προκαλούσε να δει τη νέα αυτή ταινία ήταν κυρίως το ότι επρόκειτο για ντοκιμαντέρ, με όποιες αλήθειες μπορεί ν’ αποκαλύψει αυτό το είδος.
Εκείνο όμως που τη βύθισε σε περίσκεψη ήταν ο τίτλος αυτού του νέου έργου: «Μόνο όταν χορεύω». Αυθόρμητα ξεπηδούσαν οι συμπληρώσεις του χρονικού προσδιορισμού: Μόνο όταν χορεύω, νιώθω καλά. Μόνο όταν χορεύω, νιώθω πλήρης. Μόνο όταν χορεύω, ζω…
Αναρωτήθηκε πόσοι άνθρωποι να υπάρχουν που να έχουν αυτήν τη ζωτική ανάγκη ν’ ασχοληθούν οπωσδήποτε με κάτι πολύ συγκεκριμένο. Μια ανάγκη τόσο επιτακτική, που γίνεται ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα. Ευλογία, γιατί, αν καταφέρουν να αφιερωθούν σ’ αυτό που αγαπάνε, τότε αγγίζουν το όνειρό τους και ακροβατούν στα όρια της ευδαιμονίας. Κατάρα, γιατί, αν οι συνθήκες της ζωής τούς στερήσουν την ευκαιρία να βρεθούν στον μοναδικό χώρο που μπορεί να τους χαρίσει την ικανοποίηση της δημιουργίας, τότε ζουν τη μιζέρια της στέρησης, μένουν ψυχικά ανάπηροι.
Δίκοπο μαχαίρι ένα τέτοιο πάθος, σκέφτηκε. Ζωή και θάνατος ταυτόχρονα.
Τώρα το ερώτημα άλλαζε πια περιεχόμενο. Έψαξε μέσα της να δει αν θα μπορούσε να βρει ένα ρήμα που να συμπληρώνει σε πρώτο ενικό πρόσωπο τη φράση: μόνο όταν… Τι;

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Κάδων αχρωματοψία

Στη γωνιά του δρόμου μου υπάρχει ένα μικρό συνοικιακό super market και απέναντι ένα κατάστημα με φιάλες υγραερίου και όλες τις σχετικές συσκευές, που το καλοκαίρι εμπλουτίζει την πραμάτεια του με όλων των ειδών τους ανεμιστήρες. Στην άλλη γωνιά του τετραγώνου σχηματίζεται ένα σταυροδρόμι που, τηρώντας τις αναλογίες, αποτελεί την “αγορά” της γειτονιάς συγκεντρώνοντας γύρω τριγύρω το φούρνο, το φαρμακείο, ένα ψιλικατζίδικο μεγέθους mini market, ένα συνεργείο αυτοκινήτων, δύο κρεοπωλεία, ένα μικρό μπακάλικο κι ένα προποτζίδικο.
Επί μήνες αφότου άρχισε το λεγόμενο πρόγραμμα ανακύκλωσης του δήμου Αθηναίων δεν υπήρχε μπλε κάδος ούτε για δείγμα σε ακτίνα τριών, για να μην πω τεσσάρων, οικοδομικών τετραγώνων. Μετά από τηλεφωνικό μαραθώνιο, που έμοιαζε με κυνήγι του κρυμμένου θησαυρού, βρέθηκε ο αριθμός του αρμοδίου στην υπηρεσία καθαριότητας και άρχισαν οι οχλήσεις ώστε να τοποθετηθούν κι εδώ μπλε κάδοι. Όντως τελικά τοποθετήθηκαν δύο, ένας σε κάθε γωνιά, και χωρίς να μειωθούν οι συμβατικοί.
Ωστόσο, περνώντας μπροστά από την παρέα των τριών-τεσσάρων κάδων της κάθε πλευράς, βλέπουμε καθημερινά αμέτρητα χαρτοκιβώτια, αδίπλωτα, να ξεχειλίζουν από τους συμβατικούς κάδους, ενώ οι μπλε με τα καπάκια τους μονίμως κλειστά σπανίως γεμίζουν. Μας πιέζει τόσο ο χρόνος, ώστε να μην προλαβαίνουμε να ρίξουμε τα σκουπίδια μας στον σωστό κάδο; Είμαστε τόσο τεμπέληδες που προτιμάμε τον τυχαίο ανοιχτό κάδο για να μην κάνουμε την παραπανίσια κίνηση ν’ ανοίξουμε το καπάκι; Είναι η δύναμη της συνήθειας τόσο ισχυρή που μας εμποδίζει να διαβάσουμε τις ενδείξεις;
Κάποτε φιλοξενήθηκα για μερικές μέρες στο Παρίσι, σε κάποια μικρομεσαία γειτονιά. Ο οικοδεσπότης φρόντισε να τονίσει ως πολύ σημαντικό το να φροντίζω να κλείνω το καπάκι του κάδου των απορριμμάτων κάθε φορά που κατέβαζα τα σκουπίδια. Στη Ζυρίχη, 15 χρόνια πριν, ήδη τιμωρούσαν με πρόστιμο όποιον πετούσε τα απορρίμματα του σπιτιού του σε κάδο που δεν ήταν ακριβώς ο αντίστοιχος. Μοιάζουν εξωπραγματικά αυτά, δεν είναι;
Παραπονιόμαστε και διαμαρτυρόμαστε συχνά για την αδράνεια των διαφόρων φορέων που είναι επιφορτισμένοι με οτιδήποτε έχει να κάνει με μια κάποια ποιότητα στη δημόσια, δηλαδή την κοινή μας, καθημερινότητα. Η ατομική μας όμως αδιαφορία προς τον δημόσιο χώρο καμιά φορά γίνεται παροιμιώδης, γιατί δεν τον αναγνωρίζουμε ως και δικό μας.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Η ιστορία του Ανθρώπου και ο χρόνος

«…Κληρονόμος μιας ιστορίας διεφθαρμένης, όπου ανακατεύονται οι επαναστάσεις που κατέρρευσαν, οι αποτρελαμένες τεχνολογίες, οι πεθαμένοι θεοί και οι ξοφλημένες ιδεολογίες, όπου μέτριες ηγεσίες μπορούν σήμερα να καταστρέψουν τα πάντα αλλά δεν ξέρουν πια να πείθουν, όπου η νοημοσύνη ταπεινώνεται μέχρι να γίνει υπηρέτρια του μίσους και της καταπίεσης, αυτή η γενιά όφειλε, ξεκινώντας από μόνες τις αρνήσεις της, να αποκαταστήσει, στον εαυτό της και το περιβάλλον της, λιγάκι από αυτό που συνιστά την αξιοπρέπεια της ζωής και του θανάτου…» («…Héritière d'une histoire corrompue où se mêlent les révolutions déchues, les techniques devenues folles, les dieux morts et les idéologies exténuées, où de médiocres pouvoirs peuvent aujourd'hui tout détruire mais ne savent plus convaincre, où l'intelligence s'est abaissée jusqu'à se faire la servante de la haine et de l'oppression, cette génération a dû, en elle-même et autour d'elle, restaurer, à partir de ses seules négations, un peu de ce qui fait la dignité de vivre et de mourir…»).
Αυτά έλεγε μεταξύ άλλων το 1957, όταν παραλάμβανε το Νόμπελ Λογοτεχνίας ως ο νεότερος, μετά τον Rudyard Kipling, παραλήπτης του στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, ο δημιουργός της Πανούκλας, του Ξένου και του Καλιγούλα, συγγραφέας και φιλόσοφος Albert Camus, που πέθανε δυο χρόνια μετά, σαν χτες, στις 4 Ιανουαρίου του 1960 σε τροχαίο.
Νομίζετε ότι, αν ζούσε σήμερα, θα άλλαζε κάτι από τα λεγόμενά του;

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Αδέλφια

Από την εποχή της ιστορίας του Κάιν και του Άβελ όπως και αυτής του ασώτου υιού, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε τη σχέση μεταξύ αδελφών με συχνά αμφίθυμες προσεγγίσεις. Γι' αυτό και στην τέχνη η αδελφική αγάπη παρουσιάζεται άλλοτε ως δεδομένη και άνευ όρων, σχεδόν όπως η μητρική ή η πατρική, και άλλοτε ως μια κοινή σχέση μεταξύ ατόμων που έτυχε να έχουν τους ίδιους γονείς.
Οι περισσότεροι από μας εύκολα μπορούμε να συναγάγουμε εμπειρικά στοιχεία από το κοινωνικό μας περιβάλλον παρακολουθώντας πολλές περιπτώσεις αδελφών που δεν συνδέονται παρά από το κοινό τους επώνυμο, αλλά και αρκετές όπου τ’ αδέλφια χωρίζονται από βαθιά αντιπαλότητα, αν όχι και έχθρα. Έτσι κλίνουμε προς το να δεχτούμε ότι τ’ αδέλφια είναι άνθρωποι που συνυπάρχουν αναγκαστικά για ένα διάστημα και μετά απελευθερώνονται για να τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Κάτι τέτοιο υπονοούμε έμμεσα και όταν ορίζουμε τον φίλο ως τον αδελφό που διαλέγουμε.
Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, τότε γιατί ορίζουμε τον φίλο ως αδελφό πρώτα, ανεξάρτητα από τον περιορισμό της επιλογής που συμπληρώνουμε μετά; Γιατί μιλάμε για "αδελφές ψυχές"; Και, επιπλέον, γιατί η ψυχική απομάκρυνση μεταξύ αδελφών είναι αυτή που πονάει περισσότερο; Γιατί η ανακάλυψη της αδελφικής αγάπης και στήριξης λειτουργεί τόσο θεραπευτικά στον προσωπικό μας πόνο; Δεν μπορεί να οφείλεται αυτό μόνο στις κοινές παιδικές και εν γένει οικογενειακές αναμνήσεις. Αυτές εξάλλου καταγράφονται μέσω ατομικών ψυχικών διεργασιών και συχνότατα διαφοροποιούνται σημαντικά.
Συνδέονται λοιπόν τ’ αδέλφια; Κι αν ναι, πώς και πόσο;
Μερικά ερωτήματα που μου προξένησε, σε μία από τις πολλές δυνατές προσεγγίσεις της, η πολύ καλή και μάλλον υποτιμημένη ταινία του Philippe Claudel Απλά… σ’ αγαπώ (Il y a longtemps que je t’aime) με μία ακόμη υπέροχη ερμηνεία από την Kristin Scott Thomas, αλλά και την εξαιρετική "αδελφή" της Elsa Zylberstein. Μια ταινία που σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι, κάθε φορά για διαφορετικό λόγο, οπότε μάλλον θα επανέλθω.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Ισοδύναμες αντιστροφές

Μία εικόνα χίλιες λέξεις, συνηθίζουμε να λέμε και, τις περισσότερες φορές, αυτό είναι αλήθεια. Μόνο που να… Υπάρχουν και μερικές φωτογραφίες που δεν λένε τίποτε, αν δεν τις συνοδεύει μία λεζάντα, ένα κείμενο. Αυτό σκεφτόμουν χαζεύοντας στις βόλτες μου στο διαδίκτυο τούτες τις μέρες. Μέρες γιορτινές, φορτισμένες, σχεδόν από κεκτημένη ταχύτητα, με συναισθήματα που από πολλούς επιχειρήθηκε να εκφραστούν με εικόνες. Να είναι άραγε άλλη μια ένδειξη ότι ζούμε στην εποχή της εικόνας; Μήπως η δυσκολία να δαμάσεις τη γλώσσα παίζει κάποιο ρόλο; Ή τελικά όντως η εικόνα έχει μεγαλύτερη εκφραστική δύναμη από τις λέξεις;
Αναρωτήθηκα λοιπόν αν ισχύει το αντίθετο της ρήσης: μία λέξη χίλιες εικόνες. Πλήθος λέξεων διεκδίκησαν με προθυμία την ευκαιρία ν’ αποδείξουν τις εκφραστικές τους δυνατότητες: θάλασσα, μάνα, αγάπη, ταξίδι, όρκος, ελευθερία… Βούτηξα το χέρι μου στο σωρό και τράβηξα τη λέξη «νοσταλγία», δέσμια προφανώς κι εγώ των ημερών.
Η νοσταλγία είναι προσδιορισμός τόπου, χρόνου, κίνησης και ψυχικού πάθους. Συνδέει το εδώ με το εκεί, το τώρα με το τότε, την απομάκρυνση με την επιστροφή, τον πόνο του χωρισμού με την προσδοκία της επανένωσης. Πολύ διαλεκτική, πολύ ηρακλείτεια λέξη, τώρα που το σκέφτομαι. Η νοσταλγία όμως είναι και προσδιορισμός αισθήσεως ή, μάλλον, αισθήσεων σημαντικός. Ποιος νοσταλγεί πρόσωπα και δεν τα βλέπει με τη φαντασία του στην αγαπημένη τους στάση ή σε ζωντανή κίνηση τη συνηθισμένη τους χειρονομία; Ποιος νοσταλγεί τον γενέθλιο τόπο του και δεν οσμίζεται τις μυρωδιές του ή δεν απολαμβάνει στον ουρανίσκο τις ιδιαίτερες γεύσεις του ή δεν πλημμυρίζουν τ’ αφτιά του οι ήχοι του; Ποιος νοσταλγεί αγαπημένα αντικείμενα και δεν νιώθει στ’ ακροδάχτυλά του το άγγιγμα της επιφάνειάς τους;
Εδώ που τα λέμε, όποιο και να είναι το αντικείμενο της νοσταλγίας, όσο πιο έντονη είναι, τόσο πιο πολύ φουσκώνει τη λεκτική της αναπαράσταση με εικόνες, φως και σκιές, χάδια και γδαρσίματα, γλύκες και πίκρες, τραγούδια και κλάματα, αρώματα και δυσάρεστες αλλά οικείες οσμές.
Μπορεί όλα αυτά να τα συμπεριλάβει μια εικόνα; Νομίζω πως όχι. Μπορεί να τα προκαλέσει, αλλά δεν μπορεί να τα κουβαλήσει. Μπορεί να γίνει μέρος τους, αλλά όχι εκφραστικός φορέας τους. Αντίθετα, η λέξη μπορεί. Ακόμα και με τον ήχο της, ακόμα και με την εικόνα της. Για μένα, η λέξη «νοσταλγία» είναι ένα ν που γίνεται τόξο και μου δείχνει το δρόμο· ένα ο που κλείνει τον πόνο μου· ένα σ που επιβάλλει ησυχία· ένα τ που προστατεύει κάτω από τη στέγη του τον οικείο χώρο μου· ένα α που ανοίγει την πόρτα του· ένα λ που μαλακώνει με τον ήχο του τις πληγές· ένα γ που γίνεται η γωνιά του καταφυγίου μου και ένα τελικό α σαν ανοιχτή αγκαλιά για τον ξενιτεμένο.
Λέξη λοιπόν ή εικόνα; Η εικόνα απευθύνεται στο βλέμμα και προσφέρει αμεσότητα και ταχύτητα στην επικοινωνία. Η λέξη θέλει το χρόνο της, χρειάζεται τη διαμεσολάβηση του μυαλού για να μεταδώσει τα μηνύματά της και, συνήθως, μπορεί να διεισδύσει πέρα από την επιφάνεια. Από ιδιοσυγκρασία, θα κλίνω προς την πρώτη, χωρίς καθόλου να υποτιμώ τη δεύτερη, αφού διαρκώς τροφοδοτεί τις, δικές μου τουλάχιστον, λέξεις.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

Εσύ άρχισες! Όχι, εσύ!

Δυο παιδιά στην πρώτη τους εφηβεία μαλώνουν:
— Δεν σου δίνω τα λεφτά μου για παγωτό. Να πάρεις με τα δικά σου λεφτά. Κι αν δεν έχεις, δεν με νοιάζει. Όλη τη βδομάδα εγώ πληρώνω συνέχεια. Είναι άδικο. Δεν σου δίνω άλλα. Όλο λες ότι θα μου τα δώσεις πίσω κι όλο ζητάς κι άλλα. Άντε, το ’χεις βρει τώρα: επειδή κάνουμε λίγη παρέα, νομίζεις ότι θα πληρώνω πάντα εγώ. Βαρέθηκα. Δεν είμαι κορόιδο, ξέρεις. Εγώ δουλεύω για το χαρτζιλίκι μου και προσέχω πού το ξοδεύω. Να πας να δουλέψεις κι εσύ, να δεις τη γλύκα…
— Ναι, καλά. Εντάξει. Θυμάσαι όμως πέρσι που με χτύπησες με κείνο το καδρόνι; Είμαι πιο μικρός από σένα, κι όμως με χτύπησες και μ’ έστειλες για τρεις ολόκληρους μήνες στο νοσοκομείο. Όσον καιρό εσύ και οι άλλοι παίζατε και κάνατε τα μπάνια σας το καλοκαίρι, εγώ ήμουν ακίνητος στο κρεβάτι. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και όταν ήμουν πεσμένος μες στα αίματα, βρήκες ευκαιρία και μου πήρες όλα μου τα λεφτά. Κι από πάνω, όταν έβγαλα το γύψο και χρειαζόμουν λεφτά, με βοήθησες τάχα βάζοντάς με να δουλέψω σκληρά στο εργοστάσιο του πατέρα σου για ψίχουλα. Δώσε μου λοιπόν κι εσύ αυτά που μου χρωστάς. Δώσε μου τα λεφτά για το νοσοκομείο και τα φάρμακα, δώσε μου το καλοκαίρι που έχασα, δώσε μου τα λεφτά που μου έκλεψες και μετά μίλα…
Η γιαγιά σταμάτησε το παραμύθι, χωρίς ν’ αποκαλύψει τις εθνικότητες των παιδιών. Όσοι όμως άκουγαν προσεκτικά την ιστορία της, εύκολα έκαναν την αναγωγή του αφηγηματικού στον πραγματικό χρόνο και κατάλαβαν ότι κανένα από τα δυο παιδιά δεν είχε δίκιο, γιατί και τα δύο είχαν αδικήσει.
Κάπως έτσι βλέπω τους ένθεν και ένθεν ισχυρισμούς περί τα οικονομικά αυτές τις τελευταίες μέρες στις ελληνο-γερμανικές σχέσεις. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι μεν πρώτοι διατυπώνονται από επίσημα κυβερνητικά χείλη (Γερμανός υπουργός οικονομικών), ενώ η ελληνική ανταπάντηση αρθρώθηκε από επίσημους, βέβαια, μη κυβερνητικούς όμως φορείς.
Αυτό που με εξοργίζει στην ελληνική μεριά —αυτή που με αφορά, άλλωστε— είναι το γεγονός ότι η θέση αυτή διατυπώθηκε από εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές πλευρές. Η μία πλευρά έχει τα χίλια δίκια με το μέρος της, αλλά, συνδέοντας την επανάληψη του δίκαιου αιτήματός της με τα όσα εξέφρασε ο (θρασύς) Γερμανός υπουργός, έκανε ένα διπλό σοβαρότατο σφάλμα. Από τη μια αποδυνάμωσε τη θέση της σ’ ένα επίπεδο συγκυριακού πάρε-δώσε. Η εδώ και δεκαετίες διατυπωμένη απαίτηση των αντιστασιακών οργανώσεων, για την αποπληρωμή εκ μέρους της Γερμανίας του υποχρεωτικού δανείου και την καταβολή αποζημιώσεων για τις καταστροφές που υπέστη η χώρα στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, είναι δίκαιη ιστορικά, δίκαιη καθεαυτήν (άλλωστε, άλλες χώρες έχουν ήδη αποζημιωθεί). Δεν μπορεί επομένως να συνδέεται με οποιαδήποτε “αγενή” γερμανική δήλωση σε κάποια τυχαία δύσκολη χρονική συγκυρία.
Από την άλλη, δόθηκε η ευκαιρία για καπήλευση του αιτήματος από έναν πολιτικό χώρο άκρως λαϊκίζοντα και πατριδοκάπηλο. Είναι αδιανόητο να βρίσκουν βήμα και να αιτούνται αποζημιώσεις από τους κατακτητές αυτοί που σ' εκείνα τα μαύρα χρόνια τόσο αγαστά (και, κυρίως, προσοδοφόρα) είχαν συνεργαστεί μαζί τους στην προσπάθεια καθυπόταξης του χειμαζόμενου και αντιστεκόμενου λαού. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τραγικό ανέκδοτο η όλη υπόθεση, αν δεν κουβαλούσε τόση υποκρισία αλλά και τόσους κινδύνους για το παρόν και το μέλλον.
ΥΓ: Κατά τα άλλα και ανεξάρτητα από το παρελθόν —που έχουμε συχνά την τάση να προβάλλουμε ως άλλοθι για τις παρούσες αδυναμίες μας—, μάλλον είναι καιρός να στρωθούμε στο συμμάζεμα των δημόσιων οικονομικών, αλλά και στον εξορθολογισμό της ιδιωτικής μας οικονομικής συμπεριφοράς. Τα παιδιά μας έχουν δίκιο να είναι εξοργισμένα, αφού δεν ξεκινούν πια από το μηδέν, αλλά υπό το μηδέν όχι μόνο από κλιματολογική άποψη αλλά και από οικονομική.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Εις άγραν αισιοδοξίας

Έψαχνα πεισματωμένη να βρω κάτι ευοίωνο για να ξεκινήσω την καινούργια ιστολογική χρονιά με χαμόγελο. Από τα δύσκολα με ’βγαλε το ερώτημα: Τι με κάνει να χαμογελώ με κατάφαση στη ζωή; Η απάντηση ξεπήδησε αβίαστα, και μάλιστα διττή:
τα παιδιά (κάθε ηλικίας και εποχής)

(Φωτ. Γιάννη Μαργαρίτη)
και
η ανατολή (ουράνιου ή μη σώματος), κατά προτίμηση στη θάλασσα

Ανατολή στην Άνδρο (1998)

Εσείς με τι χαμογελάτε; Για να το συμπληρώσω στις ευχές μου, που για την ώρα είναι:
Υγιές, Χαρούμενο, Δημιουργικό και Ενεργό το 2010 για όλες και όλους σας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...