Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Feeling blue

Ο Κριστόφ Κισλόφσκι (Krzysztof Kieślowski), ο πολύ πρόωρα χαμένος εξαιρετικός Πολωνός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό κυρίως από τις ταινίες του Δεκάλογος, Η διπλή ζωή της Βερόνικα και την τριλογία Τρία χρώματα: Μπλε, Λευκό, Κόκκινο, στηριγμένη στους συμβολισμούς των χρωμάτων της γαλλικής σημαίας (ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη). Ένα κινηματογραφικό διαμάντι ήταν καθεμιά από αυτές τις ταινίες και είχαν την τύχη επιπλέον να επενδυθούν μουσικά από τον συμπατριώτη του σκηνοθέτη, τον Σμπίγκνιου Πράισνερ (Zbigniew Preisner).
Προσωπικά μου άρεσαν περισσότερο Η διπλή ζωή της Βερόνικα, με έξοχα τρυφερή την Ιρέν Ζακόμπ (Irène Jacob), και από την τριλογία των χρωμάτων η Μπλε ταινία, με εκφραστικότατα απόμακρη την Ζιλιέτ Μπινός (Juliette Binoche).
 Η φωτογραφία από εδώ
Στην Μπλε ταινία το θέμα είναι η ελευθερία, με κύρια εστίαση στη συναισθηματική ελευθερία. Διαπραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο η ηρωίδα επιχειρεί να διαχειριστεί την απώλεια του άντρα και της κόρης της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Την προσπάθειά της ν’ αποσυρθεί σε μια απομονωμένη ζωή, απαλλαγμένη από συναισθηματικούς δεσμούς και τις αντιδράσεις των ανθρώπων που την περιβάλλουν.
Περιττό να πούμε ότι οπτικά το χρώμα που κυριαρχεί είναι το κυανό. Σκούρο, σκοτεινό, άλλοτε αγκαλιάζει τις σκιές, άλλοτε αντιτίθεται σ’ ένα ψυχρό, αδιάφορο φως και άλλοτε παίζει με τις φωτεινές εκδοχές των πλούσιων αποχρώσεών του.
Το καταλυτικό στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτή την ταινία είναι η μουσική. Είναι από τις λιγοστές φορές που πραγματικά κυριολεκτεί κανείς όταν χρησιμοποιεί τον όρο «μουσική επένδυση». Όχι απλώς σχολιάζει, αλλά και συμπληρώνει την εικόνα. Επιπλέον εισέρχεται ευρηματικά στην υπόθεση, αφού ο νεκρός σύζυγος ήταν συνθέτης και η ηρωίδα πρέπει ν’ ασχοληθεί με τις παρτιτούρες του, όπου εκείνος δούλευε την ενορχήστρωση ενός έργου του για την ένωση της Ευρώπης.
Το αποκορύφωμα είναι ο ύμνος στην αγάπη, στηριγμένος σε φράσεις από την Προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου, που ακούγονται ελληνικά από τη χορωδία.

Μια μουσική και μια ταινία. Από εκείνες που απαλλάσσουν από την προσπάθεια να εκφραστούν ψυχικές διαθέσεις με το λόγο, ο οποίος συχνά αποδεικνύεται κατώτερος των επιδιώξεών του και, κυρίως, των συναισθηματικών μας αναγκών.
Ευχαριστώ τον καλό φίλο και συνάδελφο α-Κενταύρου που, με την τελευταία του ανάρτηση, μου θύμισε ότι υπάρχουν αρκετοί τρόποι να πει κανείς κάποια πράγματα, είτε για την αγάπη (σ’ όλες της τις μορφές) είτε για τη θλίψη είτε και για τα δύο.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Πολύτιμες διακριτικές παρουσίες

— Καλησπέρα. Τι γίνεται;
— Ε, όχι και τόσο καλά… Αλλά προτιμώ να μην το κουβεντιάσω τώρα.
— Είμαι εδώ. Το ξέρεις. Χτες το βράδυ, λοιπόν, ήμουν…
Κι εσύ το ξέρεις πως είναι εδώ. Ακόμα κι αν είναι 3 ή 1.500 χιλιόμετρα μακριά. Το ξέρεις πολύ καλά. Είναι εδώ, δίπλα σου. Χωρίς ανταλλάγματα.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν είναι καθόλου διαχυτικοί. Δεν ξεσπούν σε τρανταχτά γέλια, αλλά ούτε και θρηνολογούν. Δεν απλώνουν το χέρι να σ’ αγγίξουν σε κάθε δεύτερη φράση τους ούτε έχουν εύκολα τα φιλιά και τα χάδια. Ταυτόχρονα, είναι εκείνοι που αποφεύγουν κάποιες ταινίες που αφηγούνται πραγματικές ιστορίες, γιατί τους κάνουν να κλαίνε. Ωστόσο στις κρίσιμες στιγμές μοιάζουν ψύχραιμοι και ατάραχοι. Είναι οι άνθρωποι που, ενώ έχουν βαθιές πεποιθήσεις, δεν θα επιχειρήσουν ποτέ να επιβάλουν την άποψή τους. Αντίθετα, ακούν πολύ προσεκτικά τους συνομιλητές τους.
Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε ρωτούν τι κάνεις, περιμένουν ν’ ακούσουν και την απάντηση. Και ακούγοντάς την σε κοιτάζουν στα μάτια ν’ ακούσουν κι αυτά που δεν τους λες. Θα σ’ αφήσουν να μιλήσεις, όταν πνίγεσαι, και θα μιλήσουν, όταν θα πρέπει πια ν’ ακούσεις μερικά πράγματα. Ακόμα κι αν δείχνουν ν’ αλλάζουν θέμα συζήτησης, το κάνουν για να ικανοποιήσουν τη δική σου ανάγκη. Είναι οι άνθρωποι που θα σου ράψουν τη σχισμένη τσέπη, χωρίς να το ζητήσεις, μόνο και μόνο επειδή το χρειάζεσαι.
Αυτή η χαμηλόφωνη, σταθερή και συνεπής ισορροπία τους σε επαναφέρει στην τάξη σε στιγμές πανικού. Δίνει στις καταστάσεις τις πραγματικές τους διαστάσεις και ανοίγει προοπτικές στα αδιέξοδα.
Προπάντων, όμως, η διακριτικότητα και ο σεβασμός τους στην ατομικότητα, την ιδιωτικότητα ή και την ιδιαιτερότητά σου είναι που κάνει πολύτιμη τη διακριτική παρουσία τους δίπλα σου.
Μην κάνετε όμως το λάθος να πιστέψετε πως όλα αυτά σημαίνουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πάθος. Διαθέτουν και πολύ μάλιστα! Μόνο που δεν το σπαταλούν σε φλύαρες και περιττές εκδηλώσεις.
Τέτοιες παρουσίες κάνουν εμένα δυνατή και τη ζωή μου πλούσια.
Αφιερώνω στις Ν.Β. και Έ.Κ.
Και μετά… απολαμβάνω τον αβίαστο σεβασμό της Ν. Βενετσάνου στην τέχνη της, τη διακριτικότητα της κιθάρας του Ν. Μαυρουδή και τη δύναμη της μουσικής να με συγχωρεί για τα πρωινά (και όχι μόνο) τσιγάρα μου, σαν μερικούς-μερικούς.

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Coro ή solo;

Τελευταία συλλαμβάνω τον εαυτό μου όλο και συχνότερα ν’ αντιμετωπίζω τη ζοφερή πραγματικότητα, που μας σφίγγει στη μέγγενή της, με μουσικούς όρους. Διευκρινίζω από την αρχή ότι δεν έχω καμιά μουσική εκπαίδευση. Είναι ζήτημα αν θα κατόρθωνα να θυμηθώ από κάποια μακρινή σχολική χρονιά το πώς εγγράφεται η κάθε νότα στο πεντάγραμμο. Ωστόσο, η μουσική, όπως και κάθε τέχνη, είναι γενναιόδωρη με τους αδαείς. Έτσι συχνά πυκνά κάποια μουσικά έργα μού αποκαλύπτουν νέους κόσμους και καταργούν τα χωροχρονικά μου σύνορα. Ανακαλύπτω σε μουσικά δημιουργήματα την ιδανική έκφραση όχι μόνο των συναισθημάτων μου αλλά και των σκέψεών μου.
Βιώνοντας λοιπόν το φόβο και την ανασφάλεια των ημερών μας, αναμασούσα μια πρόδηλη και κοινή, πλέον, διαπίστωση: ότι εδώ και χρόνια αυτοί που κινούν τα νήματα προώθησαν έναν τρόπο ζωής, που δυστυχώς υιοθετήθηκε από ένα μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας. Είναι ένας τρόπος ζωής που επέβαλε το αδυσώπητο κυνήγι της ικανοποίησης διαρκώς διογκούμενων επίπλαστων αναγκών με λάβαρο την ήσσονα προσπάθεια. Κατακερματίστηκε η κοινωνία μας σε αντιμαχόμενες ομάδες που φθονούσε η μία την άλλη και αλληλοϋποβλέπονταν. Και το σμπαράλιασμα αυτό έφτασε μέχρι το μεδούλι, μέχρι το άτομο, που έγινε κυριολεκτικά πια ά-τομο! Εκεί πια χάσαμε και την ανθρωπιά μας. Οι φιλίες γίνονταν όλο και πιο σπάνιες, ενώ στην αξιακή μας ιεραρχία ανέβαιναν οι «γνωριμίες». Η δικαιοσύνη υποκαταστάθηκε από τη «νομιμότητα» και η ισότητα από την ισοπέδωση. Η ευφυΐα χλόμιασε μπροστά στη μαγκιά. Η εργατικότητα και η αίσθηση του καθήκοντος λοιδορήθηκαν. Η επιφάνεια εκτόπισε το βάθος. Τελικά η επιθυμία του ἔχειν κατασπάραξε το εἶναι μας. Έτσι μείναμε γυμνοί κι ανάπηροι. Χάσαμε τα πολύ απλά, αλλά αναγκαία για τις περιστάσεις που ζούμε, εφόδια που χρειάζεται ο άνθρωπος για ν’ αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της ζωής, την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα, που μπορούν να τροφοδοτήσουν μια κοινή προσπάθεια.
Με άλλα λόγια, όλον αυτό τον καιρό από τη μια ένιωθα την ανάγκη ενός ώμου ν’ ακουμπάει στον δικό μου κι από την άλλη συλλογιζόμουν ότι από τέτοιες δύσκολες καταστάσεις μόνο με συλλογική προσπάθεια μπορούμε να βγούμε. Αυτές οι σκέψεις και τα αντίστοιχα συναισθήματα, συνδυασμένα με μια πικρή νοσταλγία για μια πατρίδα ψυχής που βλέπω ν’ αργοσβήνει στα χέρια μου και που διακαώς ποθώ να κρατήσω ζωντανή και να την παραδώσω καλύτερη, μεταμφιέζονταν σε νότες και πλημμύριζαν τ’ αφτιά μου. Μέχρι που ξεδιάλυνα ότι ήταν το πασίγνωστο χορικό των σκλάβων (Va pensiero) από την όπερα του Βέρντι Nabucco. Έτσι, για να εξηγήσω το πού κολλάει η μουσική επένδυση της ανάρτησης.
Στην αναζήτηση όμως του συγκεκριμένου κομματιού, έπεσα και στην ακόλουθη εκτέλεση από εκλεκτούς, απ’ ό,τι λέει το συνοδευτικό σχόλιο, λυρικούς Ούγγρους καλλιτέχνες. Όταν το άκουσα, θυμήθηκα ένα σχόλιο του Ξωτικού σε παλαιότερη ανάρτησή μου για τη δυσκολία συντονισμού ενός μουσικού συνόλου. Προσωπικά αυτή τη δεύτερη εκτέλεση δεν την απόλαυσα. Ενώ στην πρώτη περίπτωση παρακολουθούσα ένα σφιχτοδεμένο σύνολο προσηλωμένο στον κοινό στόχο, στη δεύτερη ένιωθα τους σολίστες να μην μπορούν να πειθαρχήσουν το εγώ τους και να υπονομεύουν τελικά την κοινή προσπάθεια.
Ε, λοιπόν, και σ’ αυτή τη δεύτερη μουσική απόπειρα βλέπω, με τις γνωστές πια λοξές ματιές μου, κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Εσείς τι λέτε;

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Μαθήματα από τη φύση

 Η φωτογραφία από εδώ
Πριν από καμιά δεκαριά μέρες απόλαυσα εκστατική τις φωτογραφίες 6-10 σ’ άλλη μια πετυχημένη ανάρτηση της Margo. Ζώντας μέχρι τώρα πάντα σε αστικό κέντρο, η επαφή μου με τη φύση είναι κάτι που απολαμβάνω σπάνια και με ελάχιστη γνώση. Έτσι μου φάνηκε φυσικό να μην αναγνωρίσω τα λουλούδια της φραγκοσυκιάς και η ντελικάτη ομορφιά τους με απορρόφησε τόσο που να μην παρατηρήσω το υπόλοιπο φυτό!
Οι φωτογραφίες αυτές ανέσυραν από το παρελθόν την πρώτη μου πραγματική εμπειρία από αυτό το φυτό, σήμα κατατεθέν σε άνυδρες περιοχές της χώρας μας.
Στα παιδικά μου μάτια τα καλοκαίρια οι φραγκοσυκιές φάνταζαν πάντα σαν άλλος ένας κάκτος που έπρεπε ν’ αποφεύγω. Μέχρι που η μητέρα μου σε κάποια ανύποπτη στιγμή ανέφερε το πόσο της άρεσαν οι καρποί αυτού του φυτού, που εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι καν καρποφορεί!
Πέρασαν μερικά χρόνια και ένα καλοκαίρι βρεθήκαμε στον Πόρο. Όταν ήμουν μικρή, μου άρεσε να περιπλανιέμαι και να προσποιούμαι ότι χάθηκα. (Όταν μεγάλωσα, χανόμουν πραγματικά και δεν μου άρεσε καθόλου!). Τέλος πάντων, σε μια μοναχική εξερεύνηση εκεί, στο μικρό νησί του Σαρωνικού, βρέθηκα μπροστά σε μια φραγκοσυκιά φορτωμένη με τους κίτρινους, σχεδόν κόκκινους καρπούς της. Ήταν απόμερα από δρόμους και μονοπάτια και μάλλον γι’ αυτό είχε ακόμη τους θησαυρούς της. Πάντως εγώ έτσι τους είδα, γιατί αποφάσισα ότι θα πρόσφερα στη μητέρα μου ένα απρόσμενο δώρο! Έπιασα λοιπόν και έκοψα καμιά δεκαριά. Κυριολεκτώ: έπιασα τους ίδιους τους καρπούς και όχι κάποιο μέσο για να τους κρατήσω! Και τους μετέφερα μέχρι το ξενοδοχείο στις φούχτες μου! Μέχρι να φτάσω και μέχρι να εντοπίσω τη μητέρα μου, τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Αλλά ήμουν πολύ πεισματάρα, για να εγκαταλείψω το δώρο μου και –προκαταβολικά– πολύ περήφανη για τη χαρά που θα διάβαζα στο βλέμμα της όταν θα της το πρόσφερα.
Περιττό να σας πω ότι δεν ήταν χαρά αυτό που είδα στα μάτια της όταν με πρωταντίκρισε, αλλά ανησυχία, για να μην πω πανικός. Εξίσου περιττή είναι και η αναφορά στην επόμενη μία ώρα που πέρασα με τις παλάμες απλωμένες ικετευτικά στο τσιμπιδάκι της μαμάς.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν εκείνη δεν ήταν πια κοντά μου, γεύτηκα κι εγώ για πρώτη φορά παγωμένα φραγκόσυκα.
Εν τω μεταξύ, είχα τρυπηθεί πάμπολλες φορές από αγκάθια άλλα, μέχρι να γευτώ αντίστοιχα γλυκούς καρπούς –κι ας είχαν τα κουκουτσάκια τους!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...