Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Το βλέμμα και το αντικείμενο του βλέμματος

Μιλάμε συχνά για το πόσο επηρεάζεται η αντίληψή μας για πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις από την οπτική γωνία, κάτω από την οποία τα κοιτάζουμε. Είχα θίξει αυτό το θέμα και σε παλιότερη ανάρτηση. Οι περισσότεροι συμφωνούμε στο ότι αποκτούμε σφαιρικότερη αντίληψη για το παρατηρούμενο αντικείμενο, αν φροντίσουμε να το εξετάσουμε από πολλές γωνίες και, αν αυτό είναι δυνατό, από μη «κοινές» γωνίες.
Στην (αρκετά ρομαντική, είναι η αλήθεια) ταινία Ο κύκλος των χαμένων ποιητών ο δάσκαλος προσπάθησε —και κατάφερε— να το καταδείξει στους μαθητές του. Τους ζήτησε, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, να περπατήσουν στην αυλή και τους αποκάλυψε πόσο αυθόρμητα και, βέβαια, εντελώς ασυνείδητα αυτοί στοιχίστηκαν σ’ ένα κοινό βηματισμό προτιμώντας την εύκολη ενσωμάτωση στην ομαδική (μαζική) αντίδραση.
Τους ανέβασε όρθιους πάνω στην έδρα και τους ζήτησε να κοιτάξουν από εκεί την αίθουσα. Οι μαθητές ανακάλυψαν την «άλλη» οπτική όχι μόνο του χώρου, αλλά και των προσώπων και των καταστάσεων. Και το απέδειξαν στο τέλος της ταινίας.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του ζητήματος. Εννοώ το κατά πόσο επηρεάζεται το παρατηρούμενο από το βλέμμα του παρατηρητή. Αυτό άλλωστε έχει απασχολήσει και όσους προβληματίζονται από την ασφάλεια των συμπερασμάτων που προκύπτουν από κάποιο πείραμα, εφόσον ο πειραματιστής, στην ουσία, αποτελεί και αυτός μέρος του πειράματος.
Απομακρύνομαι τώρα από το πεδίο της επιστήμης και στρέφω την προσοχή μου στο χώρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Βλέπουμε συχνά νέους, αλλά και ώριμους, ανθρώπους να διαμορφώνουν την εικόνα τους ανάλογα με το «βλέμμα» εκείνου που τους κοιτάζει. Άλλοτε να προσπαθούν να επιβεβαιώσουν την καλή ή την κακή κρίση του γι’ αυτούς και άλλοτε να την ανασκευάσουν.
Ένα εύκολο παράδειγμα μπορεί να έρθει από τη σχολική ζωή. Όλοι έχουμε διαπιστώσει τις θετικές συνέπειες μιας κουβέντας του είδους «είμαι σίγουρη ότι μπορείς να τα καταφέρεις» σ’ ένα παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά και τις αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχολογία, όπως και τη συμπεριφορά, ενός παιδιού που δεν προάγεται στην επόμενη τάξη (υιοθετεί την ταμπέλα του διετούς, συνηθίζω να λέω). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους. Οι ερωτευμένοι, ας πούμε, αισθάνονται και, τελικά, γίνονται ωραίοι, γιατί είναι ωραίοι στα μάτια των ανθρώπων που τους αγαπούν.
Από την άλλη, υπάρχουν και οι άνθρωποι που φροντίζουν επιφανειακά να «φορούν» την εικόνα που θεωρούν ότι προτιμά ο «παρατηρητής» τους. Και τότε τα πράγματα μπλέκονται. Γιατί χάνεται η αλήθεια.
Οι σκόρπιες αυτές σκέψεις ξεπήδησαν από μια παλιά φωτογραφία και την ιστορία της. Είναι τραβηγμένη στο πάρκο που περιβάλλει το περίφημο μουσείο της Βίλα Μποργκέζε. Στη βόλτα μας εκεί μας είχε κάνει εντύπωση το πόσο βαριεστημένοι φαίνονταν κάποιοι έφιπποι ένστολοι. Προχωρούσαν αργά καμπουριαστοί πάνω στ’ άλογά τους και κουβέντιαζαν αδιάφορα. Όταν αποσπάστηκα όμως από την παρέα για να τους φωτογραφίσω, έστησαν αμέσως ευθυτενές το κορμί τους και κοίταξαν αγέρωχα μπροστά τους.

Η φωτογραφία τελικά δεν κατέγραψε την αλήθεια.
ΥΓ: Έχει όμως μια κάποια αξία και για έναν άλλο, τυχαίο, λόγο. Μπορείτε να τον βρείτε;

Update: Από διαφορετική σκοπιά είχα προσεγγίσει το ζήτημα και σε τούτη την ανάρτηση.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Κλαδιά και ρίζες

Είναι ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος της εποχής του. Παθιασμένος με το ποδόσφαιρο γενικά και ειδικά με την ομάδα του, που είναι φυσικά η ομάδα που υποστηρίζει ο πατέρας του και προτιμούσε ο παππούς του. Από νωρίς εξοικειωμένος με την τεχνολογία της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας. Μετρημένος στις εκδηλώσεις του από χαρακτήρα και με διακριτικό χιούμορ, είναι λιγομίλητος αλλά του αρέσει πολύ ν’ ακούει, κυρίως αφηγήσεις που φροντίζει να τις τροφοδοτεί με σύντομες καίριες ερωτήσεις. Από νήπιο φανέρωσε μια ιδιαίτερη ικανότητα να μπαίνει στη θέση του άλλου και να κατανοεί τη συναισθηματική του κατάσταση. Έχει την ωριμότητα του μεγαλύτερου παιδιού της οικογένειας, αλλά διατηρεί ακόμα αμόλυντη την παιδική του αθωότητα. Είχε την τύχη να έχει στη ζωή του γι’ αρκετά χρόνια τη μητέρα της μητέρας του και τον πατέρα του πατέρα του και νιώθει προνομιούχος απέναντι στ’ αδέλφια του για τα όσα πρόλαβε να ζήσει κοντά στη γιαγιά και τον παππού του.
Κάθεται τώρα δίπλα στη θεία του ανάμεσα σε μισογεμάτες κούτες, σ’ ένα διάλειμμα από το επίπονο άδειασμα συρταριών και ντουλαπιών. Του δείχνει το γενεαλογικό δέντρο που με κόπο και σύστημα είχαν καταγράψει τα μεγαλύτερα αδέλφια του παππού του. Εκείνος συγκεντρώνεται στο γραφικό χαρακτήρα του παππού του, ο οποίος είχε φροντίσει να συμπληρώσει τα νεότερα κλαδιά αυτού του δέντρου που όλο και απλώνεται. Το βλέμμα του κάποια στιγμή υψώνεται υγρό και βαρύ προς το μέρος της. Έχει διακρίνει τα ονόματα των μικρότερων αδελφών του, αλλά… «Εμένα, εμένα δεν με αναφέρει!» ψιθυρίζει χαμηλόφωνα και γρήγορα σκύβει το κεφάλι σαν να μετάνιωσε που μίλησε. Για μερικά δευτερόλεπτα η θεία του τον κοιτά απορημένη. Γρήγορα συνέρχεται και του εξηγεί. «Μα εσύ, χαρά μου, είσαι ήδη καταγεγραμμένος στο αρχικό κείμενο» και του δείχνει το όνομα και την ημερομηνία της γέννησής του. Η συννεφιά διαλύεται αμέσως και το γαλάζιο βλέμμα του ξαναφωτίζεται.
Απλώνει τώρα το χέρι του στην επόμενη νάιλον θήκη και βγάζει πολύ προσεκτικά, σχεδόν ευλαβικά, ένα ταλαιπωρημένο από τα χρόνια χαρτί. «Και αυτό τι είναι;» αλλάζει τάχα μου θέμα συζήτησης. «Είναι το προσκλητήριο του γάμου του πατέρα του παππού σου» τον πληροφορεί η θεία του με τον κόμπο της θύμησης του δικού της παππού. Εκείνος παρατηρεί με προσοχή τα καλλιτεχνικά γράμματα στο ντελικάτο χαρτί που είναι χωρισμένο κάθετα στα δύο. «Έτσι γινόταν τότε: χωριστά οι δύο οικογένειες, αριστερά του μελλόνυμφου και δεξιά της μελλόνυμφης…» του εξηγεί.
Το βλέμμα του προσηλώνεται στοχαστικά στο χαρτί που κρατάει. Διασχίζει δεκαετίες, πάνω από αιώνα. Φτάνει σ’ άλλη ήπειρο. Βυθίζεται βαθιά στο χώμα και αναζητεί ρίζες. Αυτός, το νιο πράσινο κλαράκι, –το βλέπεις– αντλεί χυμούς…

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Διώκοντας το διαφορετικό

Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό δημοσιεύματα σχετικά με τις πολιτικές επιλογές του Γάλλου Προέδρου Σαρκοζί που οδήγησαν σε απελάσεις Ρομά από τη χώρα του και τις εντάσεις και τις αντιδράσεις που αυτές προκάλεσαν, σκέφτηκα λιγάκι τη μοίρα αυτών των ανθρώπων.
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, που οφείλονται σε διάφορες αιτίες (φυσικές καταστροφές, πολεμικές συγκρούσεις, πείνα, πολιτικές διώξεις κ.λπ.). Και τώρα, βλέπουμε να εκδηλώνεται μπροστά στα μάτια μας άλλο ένα επεισόδιο διαχωρισμού, απομόνωσης και υποτίμησης. Θέλω να πω, ότι πέρα από τον τρόπο που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση επιρρίπτοντας ευθύνες σε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τις ίδιες τους τις πολιτικές (άρα και οικονομικές και κοινωνικές) επιλογές, διακρίνω επιπλέον και μια υφέρπουσα –ή και εμφανώς εκδηλούμενη– τάση εκμετάλλευσης ρατσιστικών ενστίκτων, που επιβιώνουν και αναβιώνουν λόγω της οικονομικής και πολιτικής συγκυρίας.
Στην ανθρώπινη ιστορία πάντα η έννοια του αποδιοπομπαίου τράγου αξιοποιήθηκε σε σκοτεινές εποχές, ειδικά σε βάρος ομάδων ανθρώπων που μπορούσαν εύκολα να απομονωθούν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο λόγω της όποιας διαφορετικότητάς τους. Η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών λαών –από την περίοδο της ανόδου της αστικής τάξης και, ιδιαίτερα, μετά τη Γαλλική επανάσταση– διαμορφώνουν την εθνική τους συνείδηση με βάση σταθερούς κατά το μάλλον ή ήττον γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Ένας λαός λοιπόν που διαφοροποιείται ως προς αυτόν τον παράγοντα από τους υπόλοιπους εύκολα περιθωριοποιείται και γίνεται δακτυλοδεικτούμενος, ακριβώς επειδή εύκολα αλλά και, κυρίως, υποκριτικά μπορούν να προβληθούν οι αρνητικές πλευρές του, που όμως συνήθως αποτελούν απόρροια της αρνητικής αντιμετώπισής του από τους επίσημους κρατικούς φορείς. Φαύλος κύκλος, επομένως.
Στέκομαι σ’ αυτό το –πολιτισμικό, το τονίζω– χαρακτηριστικό των Ρομά. Γιατί; Γιατί θέλω να υπενθυμίσω την πολιτισμική συνεισφορά αυτών των ανθρώπων κάνοντας μια πολύ σύντομη περιήγηση ανά την Ευρώπη. Γιατί δεν θέλω να οδηγούμαι σε εύκολα και αβασάνιστα συμπεράσματα για ό,τι συμβαίνει γύρω μου.

Ξεκινώ από τον δικό μας Κώστα Χατζή που, τραγουδώντας για τους ταπεινούς –όχι μόνο δικούς του– ανθρώπους, συγκίνησε πολλά ευαίσθητα αφτιά –όχι μόνο δικών του ανθρώπων.

Πετάγομαι μέχρι την Ισπανία και απολαμβάνω τη μουσική και το χορό τους μέσα από την εκπληκτική ταινία Κάρμεν του Κάρλος Σάουρα.

Κάνω άλμα προς την κεντρική Ευρώπη και με μισόκλειστα μάτια αφήνομαι σ’ ένα ζάρντας (czardas) παιγμένο από παιχνιδιάρικα ουγγαρέζικα βιολιά.

Επιστρέφω στη Γαλλία για έναν ερωτικό ρεμβασμό με το τραγούδι των ισπανόφωνων Gipsy Kings.

Και κλείνω, χωρίς σχόλια προφανώς, με τον μεγάλο Django Reinhardt.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...