Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Λοιπόν...

…ας προσπαθήσω ν’ αρθρώσω κι εγώ τις λέξεις μου…
Το θέμα των ημερών είναι η πλατεία. Το ζητούμενο των σκέψεών μου είναι το τι γυρεύουμε στην πλατεία, τι διεκδικούμε.
Να ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι, όταν πρωτοξεκίνησε αυτή η ιστορία, κάτι σκίρτησε μέσα μου. Αισθάνθηκα ν’ αλαφραίνει η βαριά κατάθλιψη. Οι υψωμένοι ώμοι χαλάρωσαν και τεντώθηκαν προς τα πίσω. Το σκυμμένο κεφάλι άρχισε να υψώνεται. Ένιωσα πιο ζωντανή. Πλατεία, λοιπόν.
Έχω —όπως πολλοί άλλωστε από μας— γύρω μου δικούς μου ανθρώπους που είναι άνεργοι. Και οικογενειάρχες στο κατώφλι της ανεργίας. Και ανίψια να κοντοστέκονται στις τελευταίες τάξεις του λυκείου ή να πελαγοδρομούν με το πτυχίο στο χέρι. Και γέροντες συγγενείς που η σύνταξή τους εξανεμίζεται προτού κλείσουν οι λογαριασμοί των φαρμάκων και των παγίων εξόδων. Πληρώνοντας ενοίκιο και με μοναδικό έσοδο το μισθό μου προσπαθώ να ζήσω αξιοπρεπώς. Δυσκολεύομαι, αλλά τα καταφέρνω. Είμαι σε καλύτερη μοίρα από κείνους. Επομένως, για χάρη τους, η θέση μου είναι στην πλατεία.
Στην πλατεία λοιπόν βλέπω καινούρια πρόσωπα. Σε μερικά από αυτά αναγνωρίζω τις ιδιότητες των δικών μου ανθρώπων. Γλυκαίνομαι κι αναθαρρώ. Είμαστε πολλοί. Και μαζί. Κάτι αλλάζει.
Ωστόσο… Υπάρχουν και άλλα πρόσωπα. Είναι αυτά που διαμαρτύρονται γιατί δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν στο δάνειο για το εξοχικό τους. (Γιατί το πήραν;) Είναι αυτά που διαμαρτύρονται γιατί δεν μπορούν να ξεπληρώσουν το αυτοκίνητο του δεκαοκτάχρονου γιου τους. (Ήταν τόσο απαραίτητο;) Είναι αυτά που χώθηκαν από κάποια χαραμάδα στον δημόσιο τομέα σε θέση πορτιέρη και, με μοναδικό έργο ν’ ανοιγοκλείνουν την πόρτα της υπηρεσίας τους, παίρνουν τον ίδιο μισθό με τους επί οκτάωρο κοπιάζοντες, συχνά πτυχιούχους, «συναδέλφους» τους. Και τώρα διεκδικούν να μην υπάρξει καμία σύνδεση μεταξύ αμοιβής και παραγωγικότητας. Είναι τα πρόσωπα που αποποιήθηκαν τον σκληρό μόχθο των γεωργικών εργασιών με αντάλλαγμα τις άκοπες ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, ώστε ν’ αγοράζουμε σκόρδα Κίνας και να τρώμε αχλάδια Ισπανίας. Άκουσα γύρω μου πρόσωπα να εξανίστανται στην προοπτική της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας με αντικειμενική αξία από 100.000 €, τη στιγμή που νεαρά ζευγάρια δεν μπορούν ν’ ανοίξουν σπιτικό ούτε με νοίκι και οι άστεγοι κρύβονται στα σπίτια συγγενών στην καλύτερη περίπτωση ή στα σκοτεινά παγκάκια στη χειρότερη.
Στην πλατεία λοιπόν… Αλλά για ποιο λόγο; Γιατί νιώθουμε να μας κλέβουν τη ζωή, τη δική μας και των παιδιών μας, σκέφτομαι. Μόνο που είδα πρόσωπα που βρέθηκαν εκεί γιατί είναι ο πιο in νέος τόπος συνάντησης. Η επανάσταση, βλέπεις, είναι trendy!
Στην πλατεία λοιπόν… Αλλά για να διεκδικήσουμε τι; Περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα και αλληλεγγύη, σκέφτομαι. Μόνο που ακούω γύρω μου πρόσωπα να διεκδικούν την επιστροφή στην προ της «κρίσης» εποχή και ως «κρίση» έχουν κατά νου τους τελευταίους 18 μήνες. Ξεχνούν όμως ότι το σπυρί, που έσπασε και ζέχνει τώρα, μάζευε το πύον του εδώ και 30 χρόνια. Χρόνια εύκολου δανεισμού (τα «κλεμμένα» άλλωστε ήταν δανεικά) και νεοπλουτισμού! Χρόνια μωρίας!
Στην πλατεία λοιπόν… Για να διεκδικήσουμε τι; Περισσότερη δημοκρατία και ελευθερία, σκέφτομαι. Μόνο που βλέπω πρόσωπα γύρω μου να μουντζώνουν τη Βουλή. Το κτήριο που στεγάζει αυτό που διεκδίκησε ο λαός μας από την ίδια πλατεία τον Σεπτέμβρη του 1843. Α, ώστε δεν μουντζώνουμε τη δημοκρατία, αλλά τους βουλευτές, ε; Μα εμείς δεν τους ψηφίσαμε; Μας ξεγέλασαν, ε; Ήμασταν δηλαδή μωροί; Συγγνώμη, μωρά, ήθελα να πω. Τελικά, είμαστε υπεύθυνοι πολίτες ή όχι; Έχουμε ή όχι την ευθύνη των πράξεων και των επιλογών μας; Γιατί η δημοκρατία θέλει υπευθυνότητα και εγρήγορση και συνέπεια λόγων και πράξεων.
Στην πλατεία, λοιπόν… Αλλά πώς και με ποιο σκοπό; Για τις προϋποθέσεις παραπέμπω στην τελευταία παράγραφο της προηγούμενης ανάρτησης.
Παρ’ όλα αυτά, ναι. Στην πλατεία!
Γιατί τα λάθη που κάναμε δεν είχαν όλα την ίδια βαρύτητα.
Στην πλατεία!
Γιατί το τίμημα των σφαλμάτων δεν ισοκατανεμήθηκε.
Στην πλατεία!
Γιατί αρνούμαι τη «συλλογική ενοχή» που δεν οδηγεί παρά στη μαζική μοιρολατρική απραξία.
Στην πλατεία!
Αλλά με τα μάτια ανοιχτά και τους καθρέφτες να λάμπουν.
Στην πλατεία! Οπωσδήποτε!
ΥΓ: Η πληθώρα από ελληνικές σημαίες σε κάποια στιγμή με ανατρίχιασε σχεδόν όσο και η θέα των κομματικών πανό παλιότερα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Απ' την ανάποδη

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη κι είδε ότι είχε βάλει τα ρούχα απ’ την ανάποδη. Όχι το μπρος πίσω, αλλά το μέσα έξω. Δεν είχε νιώσει τη διαφορά στο δέρμα. Αυτό είχε χάσει από καιρό την ευαισθησία του.
—Κι αν γύριζα και το δέρμα μου ανάποδα; αναρωτήθηκε. Από μέσα μου ανατριχιάζω τόσο εύκολα. Θαρρείς και οι απολήξεις των νεύρων έχουν με μια περίεργη στρέβλωση στραφεί προς τα μέσα.
Σήκωσε το δεξί χέρι να φτιάξει τα μαλλιά κι ο καθρέφτης ανταπέδωσε την κίνηση με το αριστερό. Η χειρονομία έμεινε μετέωρη και το βλέμμα ακίνητο, μάλλον απλανές —αν και πολύ θα ήθελε να περιπλανηθεί, ίσως ακόμα και να πλανηθεί. Κυρίως αυτό: να πλανηθεί.
Τον τελευταίο καιρό βλέπει στόματα ν’ ανοιγοκλείνουν, αλλά τα αφτιά μέσα της εισπράττουν άλλες λέξεις. Σαν να παρακολουθεί μια άσχημα μεταγλωττισμένη ταινία. Μόνο που έχει διαρκώς την αίσθηση ότι οι λέξεις που μέσα της ακούει είναι στην πραγματικότητα αυτές που εννοούν τα κινούμενα, άτολμα ή πλανερά, στόματα. Οι λέξεις που κουβαλάνε την αλήθεια που τα στόματα προσπαθούν να κρύψουν.
Γι’ αυτό κι εκείνη τελευταία δεν πολυανοίγει το στόμα. Δεν θέλει να κρύψει την αλήθεια της, αλλά να την προφυλάξει από τη στρέβλωση. Φοβάται μη διαλέξει λάθος λέξεις. Αλλά και ανησυχεί μήπως ντυθούν οι λέξεις της με ξένα φορέματα.
Στα πρώτα βασικά μαθήματα γλωσσολογίας είχε μάθει ότι το γλωσσικό σημείο (λέξη) αποτελείται από το σημαίνον (ήχος ή εικόνα της λέξης) και το σημαινόμενο (η εκφραζόμενη από τη λέξη έννοια, το περιεχόμενό της). Και ενώ το σημαίνον παραμένει σχετικά σταθερό —τουλάχιστον στον συγχρονικό άξονα—, το σημαινόμενο της λέξης παραλλάσσει από ομιλητή σε ομιλητή. Ακόμη και από τον ίδιο ομιλητή ανάλογα με τη χρονική συγκυρία ή και τον ακροατή του. Αυτό το έλλειμμα απόλυτης και σταθερής αντιστοιχίας ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο των λέξεων την προβλημάτιζε πάντα.
—Οι λέξεις δεν είναι φωτογραφίες! σκέφτηκε. Τι κρίμα που δεν μπορούμε —ακόμα;— να φωτογραφίζουμε τα πάντα…
Οι μέρες είναι κρίσιμες και πρέπει πια όλοι μας να μιλήσουμε. Όχι να κραυγάσουμε! Να κοιταχτούμε στα μάτια και να μιλήσουμε. Με αποφασιστικότητα και αξιοπρέπεια. Να μιλήσουμε όμως με ειλικρίνεια και περίσκεψη. Οι λέξεις σε τέτοιες στιγμές δεν είναι ἔπεα πτερόεντα. Έχουν συνέπειες. Και πρέπει να τις έχουμε ζυγίσει καλά. Να είμαστε βέβαιοι ότι μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε. Χωρίς υπεκφυγές. Χωρίς απόσειση ευθυνών.
—Αχ! να μπορούσα να γύριζα και τις λέξεις από την ανάποδη, το μέσα έξω…



Και να, αδελφέ μου (Γιάννης Ρίτσος, Χρήστος Λεοντής, Νίκος Ξυλούρης)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...