Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Μια ώρα

Κάπου εκεί βαθιά, στην κόψη του Σαββάτου, ξεγλίστρησε κρυφά μια ώρα, χώθηκε στα σκοτεινά της Κυριακής και τέντωσε το χρόνο. Σα να έκανε botox στη ρυτίδα που σχηματίστηκε πριν από εφτά μήνες.
Οι Αέρηδες από εδώ
— Μια ωρίτσα παραπάνω, είπε χαρούμενα.
— Μάλλον μια ωρίτσα επιστροφή από το φόρο του χρόνου, διόρθωσε συνοφρυωμένα.
— Μπορεί. Πάντως αυτό το εικοσιτετράωρο έχει είκοσι πέντε ώρες. Μια ώρα παραπάνω ζωή!
— Έτσι νομίζεις; Ξέχασες ότι σ’ την είχανε σουφρώσει το Μάρτη;
— Ε, καλά κι εσύ! Πάντα μισοάδειο το βλέπεις το ποτήρι σου!
— Γιατί το λες αυτό; Μόνο από το δικό μου ποτήρι λείπουν οι γουλιές;
— Είσαι σκέτη γκρίνια! Εντάξει, μας τη χρωστούσανε. Ορίστε τώρα που μας την επέστρεψαν. Η τάξη αποκαταστάθηκε.
— Σιγά μην αποκαταστάθηκε η τάξη! Το ίδιο είναι να σου παίρνουν μιαν ανοιξιάτικη ώρα και να σ’ τη γυρίζουν μέσα στο καραφθινόπωρο;
— Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι έχω μια ωρίτσα παραπάνω!
— Α, ναι; Και τι θα την κάνεις; Μήπως θα τη ζήσεις; Θα την κοιμηθείς, και μάλιστα βαθιά. Δεν έχεις καταλάβει ότι μας πήρανε μια ώρα πιθανής διασκέδασης και μας δώσανε μια ώρα ύπνου. Τέτοιον καιρό τους βολεύει να κοιμόμαστε! Ενώ την άνοιξη όλο και κάποια πιθανότητα υπήρχε να την αξιοποιήσεις κάπου έξω.
— Και τι μ’ εμποδίζει να το κάνω και τώρα;
— Πρώτον, ο καιρός —για να μην πω, ο κακός σου ο καιρός!
— Διάθεση να υπάρχει και όλα γίνονται…
— Ναι, τη βλέπω εγώ τη διάθεση. Μες στα τρελά κέφια είναι όλοι γύρω τριγύρω!
— Κοίταξε να δεις… Ό,τι και να πεις, δεν θα με χαλάσεις. Εγώ έχω στη διάθεσή μου μία ώρα να την κάνω ό,τι θέλω. Εξήντα ολόκληρα λεπτά! Πόσα δευτερόλεπτα μας κάνουν, αλήθεια;
— Δεν μας παρατάς, λέω εγώ; Πάω για ύπνο…
— Όνειρα γλυκά και απονήρευτα! Εγώ θα βάλω δυο δαχτυλάκια στο ποτήρι μου, θα χαμηλώσω τα φώτα στο σαλόνι, θα κουρνιάσω στην πολυθρόνα και θ’ ακούσω λίγη μουσική. Ποιος λες να περάσει καλύτερα αυτή την εικοστή πέμπτη ώρα;
Bach - Brandenburg Concertos No.3 - i: Allegro Moderato

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Και το σώμα θυμάται


Θυμήσου, Σώμα…

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή —  και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
Κ. Π. Καβάφης

Ακούμπησε το βιβλίο ανοιχτό πάνω στο τραπεζάκι δίπλα της και το βλέμμα της χάθηκε στα μολυβένια σύννεφα του Οκτώβρη. Καθώς σήκωσε την κούπα με τον καφέ, κοίταξε το μπράτσο της. Πότε χτύπησε; Παρατήρησε τα πόδια της. Πώς έγιναν όλες αυτές οι μελανιές; Κάποιες ξεθώριαζαν ήδη κιτρινωπές, αλλά πολύ κοντά τους είχαν εμφανιστεί καινούργιες, κατάμαυρες ακόμη.
Θυμήθηκε ότι τη νύχτα είχε σηκωθεί να πιει νερό κι από συνήθεια δεν άναψε το φως. Μέχρι να φτάσει στην κουζίνα δυο πόμολα την άδραξαν από το μπράτσο και το χαμηλό ντουλαπάκι του διαδρόμου σταμάτησε το αριστερό της γόνατο. Πάντα στα ίδια εμπόδια. Α, και το τραπέζι του σαλονιού έδειχνε αδυναμία στη δεξιά της γάμπα. Αν και κείνο ήταν πιο ψυχοπονιάρικο. Με στρογγυλεμένες γωνίες τη μελάνιαζε χωρίς να τη γδέρνει. Κάτι ήταν κι αυτό.
Αναρωτήθηκε γιατί αυτά τα χτυπήματα, ξανά και ξανά. Θαρρείς και γύρισε στην άγαρμπη εφηβεία! Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να επαναλάβει νοερά αυτές τις μικρές οδυνηρές μετακινήσεις. Και τότε κατάλαβε.
Το σώμα της έκανε τις παλιές του γνώριμες διαδρομές. Θυμόταν κι ακολουθούσε το χάρτη του σπιτιού που το αγκάλιασε για τριάντα, και βάλε, χρόνια. Τώρα, στον καινούργιο χώρο, λειτουργούσε σαν τον τυφλό που του άλλαξαν τη διάταξη των επίπλων χωρίς να τον ειδοποιήσουν.


Μετά τη μετακόμισή της, τη ρωτούσαν συχνά αν βολεύτηκε στο καινούργιο σπίτι. Η απάντηση έβγαινε διστακτική και ασαφής:
— Είναι η νέα μου κατοικία. Δεν έχει γίνει ακόμη σπίτι μου.
Δεν μπορούσε να το εξηγήσει καλύτερα. Μια πολύ καλή φίλη με ευαισθησία σχολίασε ότι πρέπει να δημιουργήσει νέες αναμνήσεις κι εκείνη βρήκε πολύ εύστοχη αυτή την παρατήρηση. Ναι, χρειάζεται χρόνος, ζωή βιωμένη στον εκάστοτε χώρο για να γίνει οικείος κι αυτός.
Τώρα σκεφτόταν ότι η νέα της κατοικία θα έχει γίνει σπίτι της, όταν θα μπορεί να κινηθεί με κλειστά τα μάτια χωρίς να κουτουλήσει πουθενά.
Οι μελανιές είναι ο πόνος του σώματος που ακόμα θυμάται…

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Οι αρχαίοι μύθοι και το σήμερα


Στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο ο μεγάλος σοφιστής Πρωταγόρας παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για το γιατί και πώς συγκροτήθηκαν οι πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες με τον γνωστό μύθο του Προμηθέα. Σύμφωνα μ’ αυτόν, όταν οι θεοί έπλασαν τα όντα και πριν τους δώσουν ζωή, ανέθεσαν σε δύο Τιτάνες, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα, να μοιράσουν σ’ αυτά τις ιδιότητες που θα τους εξασφάλιζαν την επιβίωση.
Ο Επιμηθέας έπεισε τον αδελφό του να τον αφήσει να κάνει αυτός τη μοιρασιά και ξεκίνησε το έργο του. Σ’ άλλα ζώα έδωσε δύναμη και ολιγοτοκία, σ’ άλλα ταχύτητα και πολυτοκία, σ’ άλλα φτερά και σ’ άλλα υπόγεια κατοικία, σ’ άλλα πυκνό τρίχωμα και σ’ άλλα οπλές, άλλα τα έκανε σαρκοφάγα και άλλα φυτοφάγα. Επειδή όμως ο Επιμηθέας, όπως το υποδήλωνε και το όνομά του, σκεφτόταν πάντα εκ των υστέρων (ἐπί-μηθεῖτο), δεν προνόησε. Έτσι, όταν ήρθε η σειρά του ανθρώπου, διαπίστωσε ότι είχε εξαντλήσει όλες τις ιδιότητες, οπότε αυτός ήρθε στη ζωή ανυπεράσπιστος, χωρίς εφόδια για την επιβίωσή του. Ο Προμηθέας, για να διορθώσει το σφάλμα του αδελφού του, έκλεψε από το κοινό εργαστήρι του Ήφαιστου και της Αθηνάς και χάρισε στους ανθρώπους τη φωτιά και την τέχνη της κατασκευής. Υπέστη βέβαια τις γνωστές συνέπειες από το θυμό του Δία, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Οι άνθρωποι λοιπόν με τα δώρα του Προμηθέα διαμόρφωσαν γλώσσα, εξασφάλισαν τροφή, κατοικία και ενδυμασία. Ζούσαν όμως σκόρπιοι κι εξακολουθούσαν να κινδυνεύουν από τα θηρία, γιατί η τέχνη της κατασκευής δεν περιελάμβανε και την πολεμική τέχνη, που είναι μέρος της πολιτικής τέχνης, της ικανότητας δηλαδή συγκρότησης οργανωμένης κοινωνίας (πόλης). Προσπάθησαν τότε να προστατευθούν ζώντας σε ομάδες, αλλά οι προσπάθειές τους να συναθροιστούν και να χτίσουν πόλεις αποτύγχαναν, καθώς ο ένας αδικούσε τον άλλο, με συνέπεια να ξανασκορπίζονται και φυσικά να εξολοθρεύονται από τα θηρία. Τελικά, για να διασωθεί το ανθρώπινο γένος, παρενέβη ο Δίας και είπε στον Ερμή να δώσει στους ανθρώπους την αἰδώ και τη δίκη, δηλαδή την πολιτική τέχνη.
Η φωτογραφία από εδώ
Με αυτό το μύθο του ο Πρωταγόρας διατυπώνει την άποψη ότι αυτές οι δύο ιδιότητες δεν είναι έμφυτες στον άνθρωπο, αλλά επίκτητες, αφού του δόθηκαν ως δώρα, άρα μπορεί να τις διδαχθεί. Ταυτόχρονα όμως υποστηρίζει ότι η αδώς και η δίκη υπήρξαν καθοριστικά στοιχεία για την απόσπαση του ανθρώπου από την αρχέγονη κατάσταση και την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού.
Με τη δίκη είναι προφανές ότι εννοείται η δικαιοσύνη. Όμως η αδώς είναι όρος που χρειάζεται να διευκρινιστεί. Η απόδοσή του με τη λέξη «ντροπή» δεν είναι απόλυτα ακριβής. Όχι τουλάχιστον με τη σημερινή σημασία που περιλαμβάνει και το ενοχικό αίσθημα, τις τύψεις. Την ντροπή που νιώθει κάποιος, αφού έχει κάνει κάτι κακό και τον ενοχλεί η συνείδησή του, οι αρχαίοι την απέδιδαν με τον όρο ασχύνη. Αντίθετα η αδώς αναφερόταν σ’ εκείνη την ντροπή που νιώθει κάποιος πριν κάνει κάτι κακό και που τον αποτρέπει από τη διάπραξή του. Εμπεριέχει δηλαδή το στοιχείο του σεβασμού.
Οι αρχαίοι Έλληνες επιδίωκαν τη δόξα ή, αλλιώς, την αναγνώριση της αξίας τους από το κοινωνικό τους σύνολο. Σέβονταν επομένως τη γνώμη που οι άλλοι θα σχημάτιζαν γι’ αυτούς. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «κοινή γνώμη», γιατί στις μέρες μας αυτός έχει υποβαθμιστεί από την ανωνυμία και την επιπολαιότητα της μάζας. Οι αρχαίοι όμως εννοούσαν τη γνώμη που διαμορφώνει το κοινωνικό σύνολο μέσω μιας διαδικασίας κρίσης με σαφή κριτήρια ηθικών αντιλήψεων. Ο σεβασμός δε αυτός προς τους άλλους οδηγούσε και στο σεβασμό του εαυτού. Η αρχαία λοιπόν αδώς ήταν η συνύφανση της ντροπής με το σεβασμό προς τους άλλους, που συνεπαγόταν και τον αυτοσεβασμό. Ένα συναίσθημα που λειτουργεί και ως κίνητρο για την εκτέλεση του χρέους και του καθήκοντος που επιβάλλει η κοινωνία στα μέλη της.
Ο Πλάτωνας στον εξαιρετικό αυτό διάλογό του παρουσιάζει τον νεαρό Σωκράτη να συζητάει με τον ώριμο Πρωταγόρα το ερώτημα τι είναι αρετή και αν αυτή μπορεί να διδαχθεί, με αφορμή την πρόθεση ενός νεαρού φίλου του φιλοσόφου να επιδιώξει μαθήματα περί πολιτικής τέχνης (αρετής) από τον μεγάλο σοφιστή.
Αφού υπενθυμίσω ότι το επίθετο «πολιτικός» χρησιμοποιόταν από τους αρχαίους για να δηλωθεί ότι κάτι σχετιζόταν με την «πόλιν», την οργανωμένη και συγκροτημένη κοινωνία, να συμπληρώσω ότι στη συνέχεια αυτού του πλατωνικού διαλόγου επισημαίνονται ως μόρια-μέρη της πολιτικής αρετής η δικαιοσύνη, η οσιότητα (: ευσέβεια) και η σωφροσύνη (: η συνετή σκέψη, η αυτοκυριαρχία). Ο Πρωταγόρας μάλιστα, που υποστηρίζει ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί, θα αναφέρει και ως βασικές μορφές της αγωγής την επιμέλεια, την άσκηση και τη διδασκαλία —παραλείποντας τη μίμηση, που προφανώς ενέχει τον κίνδυνο αρνητικών αποτελεσμάτων— και θα εξηγήσει τον παιδευτικό ρόλο της ποινής.
Ένα σημαντικό κεφάλαιο της ανθρώπινης σκέψης (και πράξης) έχει ανοίξει και έπεται συνέχεια…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...