Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Και μετά...



…το σποράκι έβγαλε τα πρώτα φυλλαράκια. Σε αντίθεση με τα άλλα φυτά άρχισε να βγάζει τα πρώτα πράσινα ματάκια από τον Σεπτέμβρη.
Πρώτα με βλέμματα συνωμοτικά. Μετά με χαμογελαστές σπόντες:
— Ωραία ήταν πέρσι, κυρία!
Ύστερα οι φράσεις έγιναν πιο συγκεκριμένες:
— Θα πάμε και φέτος, κυρία;
Στο τέλος τα σπρωξίματα πάρα πολύ σαφή:
— Κοιτάξτε, κυρία, αυτό το φυλλάδιο. Στο Μέγαρο θα έχει ζωντανές αναμεταδόσεις όπερας από το εξωτερικό. Δείτε τα έργα, να μας πείτε τη γνώμη σας…
— Και γιατί να μη δούμε κανονική παράσταση;
Έτσι μαζευτήκαμε η περσινή παρέα —αποδεκατισμένη κάπως από τα διαβάσματα των τελειοφοίτων και, φυσικά, από την οικονομική κρίση. Ωστόσο, υπήρξαν 18 παιδιά, αγόρια και κορίτσια —το σημειώνω αυτό— που μαζί με μερικές δασκάλες κι ένα δάσκαλο παρακολούθησαν την περασμένη Κυριακή στην Εθνική Λυρική Σκηνή την όπερα Μανόν Λεσκώ του Πουτσίνι.
 
Για τη συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν η πρώτη τους εμπειρία στο λυρικό θέατρο. Η ανησυχία μου, ότι με τον ανυπόμονο ενθουσιασμό τους έπεφταν σ’ ένα έργο που δεν έχει γνωστές στο πλατύ κοινό άριες ούτε εύθυμη μουσική, διαψεύστηκε και πάλι!
Μετά από δυόμισι ώρες βγήκαν με λαμπερό βλέμμα από την αίθουσα και τιτίβιζαν γοητευμένα μέχρι τη στάση του τρόλεϊ και σ’ όλη τη διαδρομή.
(Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν τους περίμενε το περσινό πούλμαν που ο οδηγός του άλλαξε το κλίμα με τις ατυχείς μουσικές του επιλογές!)
Από αυτό το υπέροχο, από πολλές πλευρές, βράδυ κρατάω και υπογραμμίζω ότι η όλη ιστορία ξεκίνησε από τα ίδια τα παιδιά!

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Η όπερα υπενθυμίζει τις ρίζες της



Δεν ξέρω πόσους πολίτες και επισκέπτες της Αθήνας θα προλάβω με αυτή την ανάρτηση. Έστω όμως και την παραμονή, θα ήθελα κι εγώ να διαδώσω την είδηση.
Η Λυρική μας σκηνή, σε μια ακόμη προσπάθειά της ν’ ανοιχτεί στο ευρύ κοινό και σε συνεργασία με τους atenistas, βγαίνει από την έδρα της στην οδό Ακαδημίας και πάει στη Βαρβάκειο Αγορά. Την Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012, και ώρα 20.00 δίνει με ελεύθερη είσοδο για το κοινό μια διαφορετική παράσταση. Σολίστες της, αναγνωρισμένοι και νέοι, παρουσιάζουν με συνοδεία πιάνου αποσπάσματα από πασίγνωστες όπερες.
Και δεν είναι πρώτη φορά που η Εθνική Λυρική Σκηνή ανοίγεται προς τα έξω. Στις 21 Ιουνίου 2012, Ευρωπαϊκή μέρα της Μουσικής, καλλιτέχνες της βρέθηκαν σε αρκετούς χώρους της πόλης μας.
Το ίδιο έκανε και τον Σεπτέμβριο του 2012, όταν η Μανόν Λεσκό συνάντησε την Κάρμεν στο Μοναστηράκι.
Για την αυριανή «λυρική δράση» η επιλογή του χώρου της Κεντρικής Αγοράς της πόλης μας δεν θα μπορούσε να είναι πιο πετυχημένη. Από τη μια υπογραμμίζει, γι’ άλλη μια φορά, ότι η όπερα ξεκίνησε ως λαϊκό είδος μουσικής και δεν αφορά κάποια περιορισμένη ελίτ –είτε κοινωνική είτε οικονομική είτε ακόμη και μορφωτική! Από την άλλη με αυτή την επιλογή διεκδικείται ξανά ένας σημαντικός κεντρικός χώρος, εγκαταλελειμμένος και υποβαθμισμένος, της ταλαιπωρημένης μας πόλης από τους κατοίκους της.
Όσοι πιστοί –ή και άπιστοι Θωμάδες– αυτών των απόψεων προσέλθετε!

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Μαμά! Μα... μαμά!



Στο μικρό συνοικιακό σούπερ μάρκετ η νεαρή μητέρα σπρώχνει με το ένα χέρι το καρότσι με το μωρό, στο άλλο χέρι κρατάει το χαρτί με τη λίστα για τα ψώνια και, καθώς τα συγκεντρώνει σιγά σιγά, μοιάζει να αναρωτιέται γιατί δεν έχει κι άλλα χέρια για να κουμαντάρει ταυτόχρονα και το πεντάχρονο κοριτσάκι της που τρέχει από ράφι σε ράφι για να τη «βοηθήσει».
Η φωτο είναι από την ποιητική ταινία του Βιμ Βέντερς (Wim Wenders) Φτερά του έρωτα (Der Himmel über Berlin: Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο) και είναι παρμένη από εδώ 
Παρακολουθώ με την άκρη του ματιού ξώφαλτσα τη σκηνή, προσπαθώντας να κρατήσω τις αποστάσεις μου.
— Μαμά, θα μου πάρεις…
— Όχι! Σου πήρα προχτές και τις σκόρπισες τις μπογιές παντού.
— Μαμά, να πάρουμε…
— Όχι! Δεν το χρειαζόμαστε. Δεν χρειαζόμαστε τίποτε από κει…
— Μα… μαμά…
— Είπα: δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο. Προχώρα!
Το στόμα μου έχει αρχίσει να καμπυλώνει τις άκρες του προς τα κάτω, σαν ξαπλωμένο άνοιγμα παρένθεσης. Σαν να βλέπω κινηματογραφημένη μεταφορά του δελτίου ειδήσεων.
Ο διάλογος όμως δεν είχε τελειώσει. Το κοριτσάκι είχε φτάσει στο ράφι με τα κουτάκια αναψυκτικών και μπίρας.
— Μαμά, κοίτα! Να πάρουμε αυτό;
— Όχι, δεν είναι για μικρά παιδιά αυτό. Ασ’ το στη θέση του!
— Μα… μαμά…
— Είπα: άσ’ το κάτω! Είναι για μεγάλους μόνο.
— Μα… μαμά… Να το πάρουμε για τους μεγάλους…
— Είπα: όχι!
— Μα… μαμά, ξέρεις… οι μεγάλοι…
— Ξέρω! Αλλά δεν είναι αλήθεια! Δεν βγάζεις στ’ αλήθεια φτερά με αυτό!
Το στόμα μου ξανακύρτωσε, αντίστροφα αυτή τη φορά, και έκλεισε την ξαπλωμένη παρένθεση.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Αγγίζω το κόκκινο



Την πλησίασε με το βλέμμα καρφωμένο στα μάτια της κι εκείνα μαγνητισμένα βυθίστηκαν στα βάθη του. Το αριστερό του χέρι αγκάλιασε τρυφερά τη δεξιά παλάμη της και την ακούμπησε στη μέση του στέρνου του. Καθώς το ξανατέντωνε αργά, σ’ ένα ρυθμό 4/4, το δεξί του χέρι σχημάτιζε ένα μικρό παραλληλόγραμμο χώρο και μέσα εκεί την έκλεινε πιέζοντας σταθερά τη βάση της μέσης της μέχρι να κολλήσουν τα κορμιά τους και να κινηθούν σαν ένα. Απλώνονταν στο χώρο για να πουν την ιστορία τους. Και χρειαζόταν πολύ χώρο το πάθος τους, ο έρωτάς τους και τα πάθη του, για να ξεδιπλωθούν. Να ζωγραφίσουν την αγάπη τους με τα μάγουλα ακουμπισμένα το ένα στο άλλο σαν σκουπίζει το ένα τα δάκρυα από το άλλο. Να χρωματίσουν, με κολλημένα μέτωπα και βλέμμα συνοφρυωμένο, το θυμό τους που φούντωνε απειλητικά. Με τα σώματά τους να συστρέφονται, να γυρίζουν το καθένα σε διαφορετική κατεύθυνση σε μια προσπάθεια ν απαγκιστρωθεί το ένα από το άλλο. Τα πόδια τους να σηκώνονται, να λυγίζουν, να τεντώνονται, αλλά να μην πραγματοποιούν τελικά το βήμα που απειλούσαν —ή υπόσχονταν;— κι ύστερα πάλι να συγχρονίζονται σε αρμονική αντίστιξη, να επιτίθενται ή να υποχωρούν. Ωστόσο, όλη αυτή την ώρα, τα χέρια τους να επιμένουν, να μην αποχωρίζονται, ν’ αγγίζονται διαρκώς. Τη μια στιγμή να σκληραίνει το ένα σώμα και ν’ αποστρέφεται την ικεσία του άλλου κορμιού και την άλλη να γίνεται αυτό που παρακαλάει, που ζητιανεύει τον έρωτα. Και όλη αυτή η κίνησή τους μέσα στο χώρο να είναι στην πραγματικότητα η κίνηση του δικού τους αποκλειστικού και περιφραγμένου χώρου μέσα στο χώρο όπου κινούνται οι άλλοι, που όμως γι’ αυτούς δεν υπάρχουν. Γιατί εκείνοι οι δύο είναι εκεί, μέσα, αγκαλιασμένοι, ερωτευμένοι με κάθε τετραγωνικό του κορμιού τους…
Tango στα λατινικά σημαίνει «αγγίζω». Η Αργεντινή είναι ισπανόφωνη χώρα, όπως και η Ουρουγουάη, η δεύτερη χώρα στην οποία επίσης έκανε τα πρώτα του βήματα αυτός ο χορός. Tango όμως ήταν και μια λέξη που απαντιέται ήδη στην Ανδαλουσία της Ισπανίας για ένα είδος μουσικής —πολύ διαφορετικό βέβαια από το αργεντίνικο tango. Υπάρχει ακόμα και η εκδοχή ότι η λέξη tango προήλθε από τους αφρικανικής καταγωγής κατοίκους της Αργεντινής που, συνδυάζοντας τη λέξη που απέδιδε το θεό στο γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής του Νίγηρα και του Κονγκό με την ισπανική λέξη για το τύμπανο (tambor), θέλησαν έτσι ν’ αποδώσουν τον κλειστό χώρο ή το προστατευόμενο έδαφος.
Όπως και να ’χει, ο χορός αυτός γεννήθηκε στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα στην Αργεντινή. Εκεί συρρέει μεγάλος αριθμός φτωχών μεταναστών από πολλά μέρη της γης (Αφρικανοί, Ισπανοί, Πολωνοί, Ιταλοί, Ρώσοι, Βρετανοί, Γάλλοι κ.λπ.), που ζητούν στον ήλιο μοίρα σ’ αυτή την πλούσια κι αχανή χώρα. Οι περισσότεροι μετανάστες που καταφτάνουν εδώ είναι άντρες μόνοι, που είτε ελπίζουν κάποτε να επιστρέψουν στις πατρίδες τους με περιουσία είτε προσδοκούν να φτιάξουν εδώ τη ζωή τους και μετά να φέρουν την οικογένειά τους ή νύφες από τους τόπους καταγωγής τους. Τα πράγματα όμως δεν είναι ούτε απλά ούτε εύκολα. Στο Μπουένος Άιρες και το Μοντεβιδέο συσσωρεύονται φτωχοί μετανάστες και στις φτωχικές γειτονιές γρήγορα διαμορφώνεται το κοινωνικό περιθώριο.
Νεαροί άντρες, γεννημένοι οι περισσότεροι εδώ, φτωχοί και μεικτής καταγωγής, οι compadritos, υιοθετούν ως αμφίεση αδέξια καπέλα, μαντίλια χαλαρά δεμένα στο λαιμό, μπότες με ψηλά τακούνια και μαχαίρια περασμένα με άνεση στη ζώνη. Αυτοί αναζητούν διασκέδαση σε αφρο-αργεντίνικα καταγώγια, όπου πρωτοβλέπουν εκδοχές του candombe, είδος θρησκευτικού αφρικάνικου χορού με κρουστά, που χορεύουν οι απελευθερωμένοι σκλάβοι μετά την κατάργηση της δουλείας το 1853. Από εκεί μεταφέρουν μια πρώτη, πρώιμη μορφή του χορού στα μπαρ, τις αίθουσες χορού και τα πορνεία που υπήρχαν στα Corrales Viejos, περιοχή των σφαγείων του Μπουένος Άιρες. Γι’ αυτό και ο χορός αυτός συχνά χορεύτηκε από άτομα του ιδίου φύλου, δύο άντρες ή δύο γυναίκες.
Σ’ αυτούς τους χώρους σιγά σιγά συμπληρώνονται βήματα στο χορό και αξιοποιούνται στοιχεία από το πλούσιο πολιτιστικό χαρμάνι των ανθρώπων που βρέθηκαν εκεί. Τα βαλς και οι πιο λαϊκές πόλκες και μαζούρκες είναι οι πρώτοι χοροί που επέτρεψαν σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα να χορέψουν με επαφή μεταξύ τους και ετοίμασαν τον ερχομό του tango, που όχι μόνο απελευθέρωσε τους χορευτές από συγκεκριμένα βήματα επιτρέποντας και επιδιώκοντας τον αυτοσχεδιασμό, αλλά και προχώρησε την επαφή μεταξύ των χορευτών πολύ πέρα από τις άκρες των χεριών τους.
Αυτοί οι χοροί αναμείχθηκαν με τις habaneras, λαϊκούς χορούς της Κούβας, και δημιουργούν ένα νέο είδος μουσικής, τη milonga, που είναι και ο πρόγονος του tango. Βάλτε και τις μπότες των gauchos (οι γελαδάρηδες της Αργεντινής) και τα παλαμάκια από την Ανδαλουσιανή μουσική και σιγά σιγά η εικόνα ξεκαθαρίζει. Το tango θα εξαπλωθεί στις επαρχιακές πόλεις της Αργεντινής και διασχίζοντας το Ρίο ντε λα Πλάτα θα φτάσει μέχρι το Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης.
Ουδείς βέβαια προφήτης στον τόπο του. Η μεγαλοαστική κοινωνία του Μπουένος Άιρες περιφρονεί αυτόν τον περιθωριακό χορό. Οι πλούσιοι όμως νεαροί γόνοι της στις αρχές του 20ού αιώνα θα τον μεταφέρουν στα ταξίδια τους στις μεγάλες πρωτεύουσες. Θα θελήσουν να καταθέσουν τη δική τους χορευτική ταυτότητα στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο και, φυσικά, το Παρίσι, την παγκόσμια πολιτιστική πρωτεύουσα. Και ασφαλώς θα γοητεύσουν τους πάντες. Στο απόγειό του θα φτάσει το tango στη δεκαετία το ’20, με τον γόη της εποχής Rodolfo Valentino να δίνει μια εξωραϊσμένη κινηματογραφική εκδοχή του.
Το bandoneón, ένα είδος ακορντεόν πολύ δημοφιλές σ’ αυτές τις δύο χώρες, θα γίνει στα τέλη του 19ου αιώνα το βασικό όργανο αυτής της μουσικής, που παιζόταν αρχικά από κιθάρα, βιολί και φλάουτο, που αργότερα αντικαταστάθηκε από διπλό μπάσο, ενώ προστέθηκε και το οργανέτο. Τελικά το σχήμα μπάντας που υιοθετήθηκε απαρτιζόταν από πιάνο, διπλό μπάσο, δύο βιολιά και δύο bandoneón. Με την εξέλιξη της μουσικής αυτής θα συνδέσουν το όνομά τους σημαντικοί μουσικοί, όπως ο Gerardo Matos Rodriguez, που θα μας χαρίσει στα 1916 την αθάνατη Comparsita, ο Carlos Gardel, ο τραγουδιστής-σύμβολο του tango στη χρυσή του εποχή, ο Astor Piazzola  του nuevo tango, ο Litto Nebbia που θα προωθήσει το συνδυασμό του tango με τη jazz, για να φτάσουμε και στους νεότερους Gotan Project.
Ο αισθαντικός αυτός χορός θα εμπνεύσει μουσικούς σε όλο τον κόσμο και σ’ όλες τις εποχές. Ενδεικτικά θα θυμίσω το εκπληκτικό Ausencia (Απουσία) του Goran Bregovic που ακούστηκε στο Underground του Emir Kusturica.
Από το Αν βγουν αλήθεια του Αττίκ και το Ταγκό της Αθήνας του Γιώργου Μουζάκη μέχρι το Για ένα τανγκό της Χάρις Αλεξίου του σήμερα η ελληνική μουσική συχνά εκφράστηκε στο ρυθμό του tango.
Τελευταία, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, πρέπει να καταγραφεί και η εκπαιδευτική αξιοποίηση του tango, που τη συνιστώ στα παιδιά του Γυμνασίου αλλά και του Λυκείου!

ΥΓ: Γι’ αυτή την ανάρτηση δεν φταίω εγώ! Τα παράπονά σας στη Margo και την Άιναφετς, στις οποίες και την αφιερώνω υποτασσόμενη ταπεινά στην επιθυμία τους!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...