Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Αστραπές

Το κοριτσάκι από ώρα ήταν απορροφημένο στο παιχνίδι του. Είχε πάρει τα πιόνια από τη σκακιέρα, επέλεξε αρχηγό του δικού της στρατού τη γενναία μαύρη βασίλισσα και έστηνε ελεύθερο τις δικές του μάχες. Μια που ο μπαμπάς έλειπε, μπορούσε να ακολουθεί τους δικούς της κανονισμούς ή ακόμα και να μην υπακούει σε κανέναν. Λες και από ένστικτο μυριζόταν ότι στον πόλεμο δεν υπάρχουν κανόνες και, ακόμα κι αν μερικοί ισχυρίζονται ότι ισχύουν κάποιοι, στις συγκρούσεις νικούν αυτοί που ξέρουν να τους παρακάμπτουν.
Επιτέλους κατατρόπωσε τους δειλούς αντιπάλους και έτρεψε το λευκό από τον τρόμο στρατό σε άτακτη φυγή κάτω από τον καναπέ. Ο αχός από τους καταπέλτες, τις φωνές των στρατιωτών και τις κλαγγές από τα ξίφη των ιπποτών καταλάγιασε στ’ αφτιά της. Τότε αντιλήφθηκε τη σιωπή γύρω της. Ήταν μόνη. Σηκώθηκε, διέσχισε το σπίτι κι έφτασε έξω από την κλειστή κρεβατοκάμαρα των γονιών της. Από το τζάμι ψηλά στην πόρτα διέκρινε φως και μισάνοιξε την πόρτα. Έμεινε εκεί να κοιτάζει τη μαμά και τη γιαγιά της που άλλαζαν το μωρό.
Ο μικρός της αδελφός είχε γεννηθεί πριν από λίγους μήνες. Ήταν ένα μωρό χαμογελαστό με ξανθοκόκκινες μπούκλες και μ’ ένα γλυκό λακκάκι σε κάθε μάγουλο, ενώ εκείνη είχε ένα μόνο. Και τα μάτια τους ήταν διαφορετικά, παρόλο που ήταν και των δυονών γαλανά. Τα δικά της γκριζάριζαν λιγάκι σαν της γιαγιάς της, αλλά τα δικά του είχαν το καθαρό μπλε της θάλασσας που έβλεπε στα βιβλία, όχι της πραγματικής που ήξερε εκείνη.
Τον πρώτο καιρό έκανε πολύ χάζι μαζί του, γιατί έκλαιγε μόνο μία φορά τη μέρα: την ώρα της δύσης, όταν χτυπούσε το κανόνι από τη Σελσίλα* για τη λήξη της νηστείας του ραμαζανιού. Την ώρα που η καημένη η Φατχία μπορούσε επιτέλους να πιει το πρώτο της ποτήρι νερό της ημέρας, ο αδελφός της έμπηγε τα κλάματα. Της φαινόταν πολύ αστεία η αντίθεση, αλλά η γιαγιά την αγριοκοίταζε κι εκείνη καταλάβαινε και σοβαρευόταν.
Τελευταία όμως το μωρό έκλαιγε πολύ πιο συχνά. Από τότε που είχε αρρωστήσει και τον είχαν πάει στο νοσοκομείο, αλλά και μετά που γύρισε, ο αδελφούλης της πολλές φορές σπάραζε στο κλάμα. Εκείνη κοίταζε το κατακόκκινο προσωπάκι του μουσκεμένο στα δάκρυα σαν από βροχή και το στομάχι της πονούσε. Τον έβλεπε να τσινάει και να κλωτσάει στην αγκαλιά των μεγάλων κι ένας κόμπος έκλεινε το λαιμό της όπως κάθε φορά που προσπαθούσε να μην κλάψει. Έμενε ακίνητη με τα χέρια να κρέμονται σαν παράλυτα, μέχρι ν’ ακούσει, σχεδόν καθησυχαστικούς, αυτούς τους μικρούς βουβούς κοφτούς λυγμούς που ξεθύμαιναν σιγά σιγά. Μπορούσε τότε να κάνει δυο βήματα να τον πλησιάσει, να τεντωθεί για να φτάσει μέχρι την αγκαλιά των μεγάλων και να τον φιλήσει.
Τώρα τον κοιτούσε μπανιαρισμένο, ήρεμο και παιχνιδιάρη πάνω στο κρεβάτι της μαμάς να στριφογυρνάει και να τινάζει χέρια και πόδια ξεκαρδισμένος για να μην αφήσει τη γιαγιά να τον τυλίξει στην πάνα του.
— Σε πιλατεύει, ε; πείραξε τη γιαγιά της με το αγαπημένο της ρήμα.
— Ή θα μπεις μέσα ή θα βγεις. Κλείσε όμως την πόρτα να μην κρυώσει η κάμαρα!
Ικανοποιημένη από τα αποτελέσματα του ελέγχου της, διάλεξε να βγει. Έκλεισε καλά την πόρτα, αλλά προτίμησε να μείνει εκεί στον αντρέ* να παίξει κουτσό στα δίχρωμα μπαλάτια*. Έξω ο καιρός σκοτείνιαζε και η μπόρα δεν θ’ αργούσε. Έτσι κι αλλιώς βράδιαζε και μόλις είχαν γυρίσει από την Ένωση. Θα περίμενε εδώ τον μπαμπά να γυρίσει για να προλάβουν να παίξουν λίγη αριθμητική, πριν πέσει για ύπνο.
Η βροχή άρχισε σε λίγο και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Την έβλεπε ν’ αυλακώνει το παράθυρο του φεγγίτη*, αλλά δεν σταμάτησε το παιχνίδι παρά μόνον όταν η βροχή μετατράπηκε σε χαλάζι. Απόμεινε ακίνητη ν’ αφουγκράζεται τον κρότο του πάνω στα τζάμια.
— Σαν να μας πετάνε απ’ έξω με δύναμη χούμους*, σκέφτηκε μ’ ένα μικρό σφίξιμο που προσπάθησε με εγωισμό ν’ αγνοήσει.
Όταν όμως άστραψε και βρόντησε και ο φεγγίτης φωτίστηκε σα να ’ταν μέρα μεσημέρι, έκανε απότομη μεταβολή και μπήκε με φόρα στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς.
— Τι συμβαίνει; την κοίταξε εξεταστικά εκείνη.
Τίποτα, ψιθύρισε το κοριτσάκι. Ύστερα, τινάζοντας ψηλά το κεφάλι, δυνάμωσε τη φωνή της: Βαρέθηκα το κουτσό! Ήρθα κι εγώ παρέα σας… Μαμά, θα μου βάλεις πριν κοιμηθώ εκείνη την πλάκα* που έφερε ο μπαμπάς το Σάββατο; Είναι σιγανή και δεν θα ξυπνήσει το μωρό…
Chopin, Nocturne in e minor, op. 72 # 1 – Sviatoslav Richter
*Σελσίλα (η): παρκάκι στην άκρη της παραλίας της Αλεξάνδρειας με στρατιωτικό φυλάκιο
*αντρές (ο): η είσοδος (entrée), το χολ, συχνά σε μέγεθος κανονικού δωματίου
*μπαλάτι (το): το πλακάκι
*φεγγίτης (ο): ο φωταγωγός. Στις παλιές πολυκατοικίες (ωκέλες) της Αλεξάνδρειας ακολουθούσαν την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική της εποχής με πολύ μεγάλους φωταγωγούς, που μπορούσαν ικανοποιητικά να φωτίσουν με φυσικό φως τα εσωτερικά δωμάτια, τουλάχιστον των υψηλότερων ορόφων
*χούμους: τα ρεβίθια, αλλά έτσι λέγαμε και τα κίτρινα στραγάλια
*πλάκα (η): έτσι λέγαμε τους μεγάλους σκληρούς δίσκους των 78 στροφών που εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν παράλληλα με τα μικρά 45άρια που είχαν εμφανιστεί και πριν κυριαρχήσουν οι εύκαμπτοι δίσκοι των 33 στροφών
 
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Μ.Ν.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...