Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Παρερμηνείες

— Δεν μιλάει και πολύ, ε;
— Όχι, είναι μάλλον βαρύς τύπος.
— Είναι αντικοινωνικός;
— Μπα! Μόνο που να, δεν φοράει και το τηλέφωνο σκουλαρίκι!
— Πάντως, αποφεύγει να πρωταγωνιστεί στις συζητήσεις…
— Ναι, προτιμάει ν’ ακούει.
— Μοιάζει να ζυγίζει και να μετράει τις απόψεις…
— Και μένα μου δίνει την εντύπωση του στοχαστικού ανθρώπου! 

Άκουγε τα σχόλια και χαμογελούσε κρυφά. Πού να ’ξεραν ότι κρύβω στη σιωπή μου το κενό μου!, σκέφτηκε με πίκρα. Απλώς, δεν έχω τίποτε να πω… Κι αυτοί το λένε σοφία! σάρκασε μέσα του. Πώς ξεγελιούνται οι άνθρωποι!

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Μια μύγα

Κάθε μύγα ένα χτύπημα
Το βλέμμα της εγκατέλειψε την αφηρημένη ακινησία του και καρφώθηκε πάνω στη μύγα που βολτάριζε στο τζάμι. Πού βρέθηκε μες στο Γενάρη; Ξεγελάστηκε από τη λιακάδα; Ή μήπως βρήκε ζεστασιά και μπήκε στο διαμέρισμα, αλλά τώρα το μετάνιωσε και θέλει το έξω, την παρέα της, την ελευθερία της, βρε αδελφέ;
Άλλαξε την εστίαση και κοίταξε το τζάμι. Έχω μέρες να κάνω τα τζάμια, σκέφτηκε. Είναι όμως ακόμα καθαρά, βιάστηκε να διαπιστώσει, για να μην προλάβει η αχνή φωνή της ενοχικής σχέσης της με το νοικοκυριό να της φορτώσει κι άλλη λάτρα.
Άλλο πάλι κι αυτό! Από πού κι ως πού το συγύρισμα να λέγεται λάτρα; Κι η Λωξάνδρα, λέει, έτσι με τη λάτρα λάτρευε το σπίτι της. Δεν πρόλαβε ποτέ να ρωτήσει τη γιαγιά της γιατί ονόμαζε έτσι όλες αυτές τις κουραστικές δουλειές του σπιτιού. Ακούς εκεί, λάτρα! Δηλαδή, οι γυναίκες λατρεύουν το σκούπισμα, το σφουγγάρισμα, την πλύση, το σίδερο; Άσε πια εκείνο το ξεσκόνισμα! Θυμήθηκε τότε που ήταν μικρή, τις φορές —σπάνιες, είναι η αλήθεια— που την έπιανε η προκοπή να βοηθήσει και, βέβαια, της ανέθεταν να ξεσκονίσει. Και ερχόταν η γιαγιά μετά να ελέγξει. Έβαζε το δάκτυλο στο σκάλισμα των επίπλων και, χωρίς κουβέντα, της το έδειχνε γεμάτο σκόνη. Φούντωνε από θυμωμένη ντροπή και δήλωνε αποφασιστικά: Όταν θα μεγαλώσω, τα έπιπλά μου κύβοι θα είναι! Ούτε ένα σκάλισμα δεν θα έχουν!
Σηκώθηκε ν’ αδειάσει το τασάκι της και μηχανικά το χέρι της έκανε την κίνηση να μαζέψει με την κόψη της παλάμης τις στάχτες που τυχόν δεν είχαν βρει το στόχο τους. Χαμογέλασε αυτοσαρκαστικά. Ε, εσύ πια δεν παίζεσαι!
Η μύγα ενοχλήθηκε από την ξαφνική κίνηση στο δωμάτιο. Ή μήπως την άκουσε; Όπως και να ’χει, αποσπάστηκε από το τζάμι και στριφογύρισε βουίζοντας. Όταν ξαναγύρισε στο γραφείο της, τη βρήκε να φλερτάρει με τα γραπτά που περίμεναν διόρθωση. Σούφρωσε τα φρύδια της και την αγριοκοίταξε. Μα, τι θέλεις τώρα να πεις; Έχω καιρό! Ολόκληρο Σαββατοκύριακο έχω μπροστά μου! Άσε με, κυρά μου, να πιω τον καφέ μου με την ησυχία μου!
Η μύγα άνοιξε τα φτερά της σαν να ανασήκωνε αδιάφορα τους ώμους της —έχουν ώμους οι μύγες;— και ξαναγύρισε στο τζάμι. Εκείνη ύψωσε πάνω από τα γυαλιά της ειρωνικά το ένα φρύδι, θαρρείς και είχε καταρρίψει ένα προς ένα τα επιχειρήματα και είχε κατατροπώσει το έντομο στη διένεξή τους.
Το βλέμμα της παρέμεινε να παρακολουθεί τον νικημένο εχθρό πάνω στη διάφανη επιφάνεια. Προσπάθησε να διακρίνει τα σχήματα που γεννούσαν οι βόλτες της μύγας. Να ένα σίγμα γαλλικό! Μμμ όχι, μάλλον ένα καλλιγραφικό ελληνικό ξι! Μπα, ούτε κι αυτό… Να το πάλι το γαλλικό σίγμα! Κι αν, αντί για τη μύγα, χάζευε μια πεταλούδα; Ωχ, η θεωρία του χάους! Η απόπειρα να θεμελιωθεί επιστημονικά από τα μαθηματικά και τη φυσική η σχέση της τάξης με την αταξία, ο ντετερμινισμός και η τυχαιότητα… Και η κβαντομηχανική;
Ξανασηκώθηκε, πήρε την κούπα της να τη γεμίσει φρέσκο καφέ. Φρόντισε όμως, πριν βγει από το δωμάτιο, ν’ ανοίξει το τζάμι και να ξεπροβοδίσει τη μύγα.
Δεν τις άντεχε τις αρμένικες βίζιτες και είχε μπόλικες δουλειές μπροστά της…

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Με αφορμή μια παραμυθένια εικόνα

Πρώτα επιστρέφει ένα ξωτικό από τη χώρα των πάγων και των 187.888 λιμνών και κομίζει όχι γλαῦκα εἰς Ἀθήνας, αλλά παραμυθένια δώρα, όπως αυτό:
Με το ευαίσθητο βλέμμα και από τα χρυσά χεράκια του Ξωτικού
Προτιμώ να σκέφτομαι ότι μου τα λέει όλα κλείνοντας πονηρά το μάτι! Κι ας λέει η Θαλασσένια ότι απλώς κοιμάται…
Ύστερα αρχίζει το ψαχούλεμα και το ψάρεμα πληροφοριών. Ε, και μετά…
Τον Ιούνιο του 2007 μέσα στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο του Ελσίνκι, η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Φινλανδίας έδινε αγώνα πρόκρισης για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με την αντίστοιχη ομάδα του Βελγίου. Κάποια στιγμή ο αγώνας διακόπηκε, καθώς στο γήπεδο προσγειώθηκε ένας …μπούφος! Χρειάστηκαν έξι ολόκληρα λεπτά ν’ απομακρύνουν το φίλαθλο πουλί από τον αγωνιστικό χώρο. Εκείνο δεν έφυγε παρά μόνον όταν η ομάδα της Φινλανδίας άνοιξε το σκορ. Έκτοτε οι παίκτες της φινλανδικής εθνικής ομάδας απέκτησαν το παρατσούκλι Huuhkajat (μπούφος, στα φινλανδικά) και το πουλί, αφού πήρε το όνομα Bubi —το επιστημονικό του όνομα είναι bubo bubo—, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ανακηρύχθηκε «πολίτης της χρονιάς» στο Ελσίνκι!
Ο Νίκος Δήμου δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή του iq του μπούφου εδώ.
Γιατί όμως θεωρούμε χαζό τον μπούφο; Μήπως επειδή έχει συνεχώς το στόμα του ανοιχτό και μοιάζει να χάσκει; Μα, σ’ αυτό το ανοιχτό —και ακίνητο, μην το ξεχνάμε— στόμα πηγαίνουν ν’ αράξουν ζωύφια και έντομα. Και κάποια πουλάκια έρχονται για το μεζέ τους. Είναι χαζός λοιπόν ο μπούφος επειδή καταπίνει τη μπουκιά που αυτοβούλως καταφτάνει στο στόμα του;
Αλήθεια, γιατί τάχα μου είναι ηλίθιος ο μπούφος; Μήπως επειδή το βλέμμα του είναι τόσο απλανές στη διάρκεια της ημέρας που μοιάζει να κοιμάται; Ε, μα... τότε, γιατί το ίδιο βλέμμα στην κουκουβάγια το χαρακτηρίζουμε σοφό;
Α, και μια που το ’φερε η κουβέντα… Διάβασα ότι η διαφορά του μπούφου από την κουκουβάγια, πέρα από το μέγεθος (θεωρείται το μεγαλύτερο νυκτόβιο πουλί), είναι ότι στο κεφάλι του σχηματίζεται ένα είδος αφτιών από φτερά, κάτι που δεν έχει η κουκουβάγια. Στο αρχαίο αθηναϊκό τετράδραχμο του 5ου π.Χ. αιώνα, μάλιστα, η κουκουβάγια απεικονιζόταν με ολοστρόγγυλο κεφάλι, χωρίς αυτά τα «αφτιά»! 
Αρχαίο αθηναϊκό τετράδραχμο
Τώρα, το γιατί το πρώην Υπουργείο Παιδείας μέχρι πρόσφατα, όπως και ο Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων —που κι αυτός πάει να γίνει «πρώην»— είχαν ως σήμα κατατεθέν μια κουκουβάγια με «αφτιά», δηλαδή έναν μπούφο, ας το αφήσω στην άκρη!
 Το σήμα του ΟτανΕχωΔιάβασμαΒαριέμαι
Και η τελική απορία: Το πουλί της φωτογραφίας είναι κουκουβάγια ή μπούφος;
Δεν πρόκειται για quiz. Ειλικρινής απορία είναι!

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Το ρολόι

Το ρολόι ήταν του πεθερού του. Ένα εκκρεμές σε μακρόστενο σκούρο ξύλινο κουτί, χωρίς σκαλίσματα, γεωμετρικό, δωρικό. Με αριθμούς ευδιάκριτους από μακριά. Ο ήχος της καμπάνας του καθαρός, χωρίς περιττές περικοκλάδες, δωρικός κι αυτός. Στο κάτω-κάτω, ρολόι ήταν. Την ώρα χρειαζόταν μόνο να σημαίνει.
Το είχε βρει κρεμασμένο στο μικρό καθημερινό δωμάτιο, όταν νιόνυμφος είχε πάει με τη γυναίκα του να μείνουν στο πατρικό της στα πρώτα δύσκολα χρόνια του γάμου τους. Τον συμπαθούσε πολύ τον πεθερό του. Ευγενικός, διακριτικός, δεχόταν πάντα με χαμόγελο και απολάμβανε τα δικά του καλοπροαίρετα πειράγματα, κι ας μην μπορούσε με την ίδια ευκολία να τα ανταποδώσει.
Αυτή του η συμπάθεια τον είχε συγκρατήσει να μη ρωτήσει ποτέ το πώς και το πού είχε αποκτηθεί αυτό το ρολόι. Ήταν απολύτως βέβαιος ότι δεν το είχε πάρει μαζί του φεύγοντας από τη γενέτειρά του, απ’ όπου τον έδιωξε κακήν κακώς η λαίλαπα ενός πολέμου παράλογου —θαρρείς και υπάρχει πόλεμος λογικός! Κρατώντας σφιχτά από το χέρι μόνο το νεαρό κοριτσόπουλο που έγινε γυναίκα του είχε φτάσει στη χώρα καταγωγής του, που όμως σα μεγάλη φτωχομάνα δεν μπορούσε να θρέψει όλα τα παιδιά της. Έτσι πήραν των ομματιών τους, όπως έλεγε, και κατέφυγαν στην τρίτη ήπειρο της ζωής τους, όπου έστησαν το σπιτικό τους και έφεραν στον κόσμο τα δυο παιδιά τους. Εδώ μάλλον θα το πήρε το ρολόι ο πεθερός μου, σκεφτόταν.
Τις πρώτες μέρες το δυνατό τικ-τακ τον ενοχλούσε. Στη δικιά του πολυμελή οικογένεια δεν είχαν τέτοιες πολυτέλειες! Σιγά-σιγά το συνήθισε και σταμάτησε να δίνει σημασία και στους χτύπους των ωρών που κυλούσαν. Λίγο αργότερα άρχισε πού και πού να το κουρδίζει, τουλάχιστον κάθε φορά που έβλεπε τον πεθερό του να δυσκολεύεται να τεντωθεί μέχρι εκεί που το είχε κρεμάσει. Κι όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή, ανέλαβε με συνέπεια το τακτικό του κούρδισμα. Το θεωρούσε δική του δουλειά και δεν άφηνε κανέναν άλλο να το αγγίξει, μη λάχει και χαλάσει.
Το εκκρεμές, μετά από πέντε χρόνια, έκανε μαζί με την υπόλοιπη οικοσκευή το μακρύ ταξίδι για την πατρίδα κι έφτασε αλώβητο. Βρήκε τη θέση του στο νέο σπιτικό και συνέχισε απτόητο να μετράει τις ώρες, σε μια γλώσσα κατανοητή σ’ όλες τις ηπείρους. Να μετράει χαρές και αγωνίες, δυσκολίες και επιτυχίες, αγκαλιές και θυμούς. Να μετράει τα «δόξα τω Θεώ» και τα «βόηθα Παναγιά».
Τα χρόνια κυλούσαν κι αυτά απτόητα, αδιάφορα αν τις ώρες τους μετρούσε το παλιό ρολόι, που άρχισε πλέον να κουράζεται. Εκείνος έκανε πιο προσεκτικές και πιο συχνές τις περιποιήσεις του. Το ξεκρεμούσε, έστρωνε εφημερίδες πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας και το καθάριζε, το λάδωνε, επιμένοντας να το κρατήσει σε λειτουργία.
Ώσπου κάποτε, όταν βγήκε στη σύνταξη, το πήρε απόφαση ότι το ρολόι —έτσι το έλεγαν πια στην οικογένεια— χρειαζόταν φροντίδα από ειδικούς. Ο ρολογάς της γειτονιάς σεβάστηκε το δέσιμό τους και, αντί να προσπαθήσει να τον πείσει να το πετάξει, του πρότεινε ν’ αντικαταστήσουν το μηχανισμό μ’ έναν καινούργιο με μπαταρίες, κρατώντας όμως ανέπαφο το σώμα του εκκρεμούς. Συμβιβάστηκε με το ακαταμάχητο του χρόνου και συμφώνησε. Σκέφτηκε ότι ίσως θα ήταν και καλύτερα, στην ηλικία του πια, να μη χρειάζεται ν’ ανεβαίνει στην καρέκλα κάθε λίγο και λιγάκι για να το κουρδίσει.
Έτσι το ρολόι συνέχισε να μετράει με το τικ-τακ του τα λεπτά και με την καμπάνα του τις ώρες —και τις μισές, μην το ξεχνάμε αυτό— μέχρι που εκείνος μπήκε στο νοσοκομείο. Βγήκε για να περάσει τις τελευταίες μέρες του στο σπίτι του. Το ρολόι συνέχισε να λειτουργεί, αλλά δεν σήμαινε πια τις ώρες, ούτε τις μισές, σαν να προσπαθούσε να μην ενοχλεί.
Τέσσερις μέρες αργότερα, ο γιος του, μετά το τελευταίο φιλί στον ησυχασμένο πλέον πατέρα του, ύψωσε το βλέμμα μηχανικά και με πνιγμένη φωνή και πικρό χαμόγελο παρατήρησε ότι το ρολόι είχε κι αυτό πια σταματήσει…
Η κόρη του πασχίζει τώρα, με κληρονομημένο πείσμα, να το ξαναθέσει σε λειτουργία. Έχει πολλά ακόμη να μετρήσει αυτό το ρολόι…

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Άιντε, βίρα!

Κάθε πράγμα στη ζωή έχει δύο όψεις. Κοινοτοπία, θα μου πεις. Θα συμφωνήσω μαζί σου. Αυτό όμως δεν μειώνει της ρήσης την αλήθεια…
Τέτοιες μέρες, αντιστικτικά προς την εορταστική ατμόσφαιρα, κάποιοι άνθρωποι κατά περιόδους στη ζωή τους βιώνουν πιο βαθιά τη μελαγχολία. Οι απώλειες και οι απουσίες ανακτούν σάρκα και οστά και βαραίνουν την ψυχή.
Στην εποχή μας μάλιστα όλο και περισσότεροι άνθρωποι έχουν βάσιμους λόγους να βυθίζονται στη μελαγχολία των «εορταστικών» ημερών.
Άλλωστε είναι μέρες απολογισμών, συλλογικών αλλά και προσωπικών. Τέμνεις τη συνέχεια του χρόνου, τον φέρνεις στα ανθρώπινα μέτρα σου, για να τον ζυγίσεις, να τον αξιολογήσεις, να του βάλεις θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Μετράς τον εαυτό σου με τις στιγμές που εμπλούτισες και τις ώρες που χαράμισες, με τις χαρές που απόλαυσες και τα «σ’ αγαπώ» που ξέχασες να πεις, με τα «πρέπει» που επιτέλεσες και τα «θέλω» που άφησες ανεκπλήρωτα, με τις διαδρομές που χάραξες και τα λιμάνια που δεν γνώρισες…
Σε τέτοιες φάσεις προσπαθείς να φέρεις τη ζυγαριά σε ισορροπία. Να ανακαλύψεις την ηρακλείτεια «παλίντονο αρμονία» μέσ’ από τη σύζευξη των αντιθέσεων της ανθρώπινης υπόστασής σου. Να ανακτήσεις την ψυχραιμία ώστε να αντιληφθείς ότι το τέλος του πριν που σε θλίβει είναι η αρχή του μετά που σου κλείνει το μάτι.
Σε μια τέτοια στιγμή έρχεται ως δώρο η σκέψη μιας καλής φίλης απεικονισμένη έτσι:
Η συγκυρία; Ιδανική!
Το φως, κρυμμένο πίσω από τα σύννεφα, δηλώνει την παρουσία του και αγωνίζεται. Το παλεύει. Το πρώην σπασμένο καράβι, αγνώριστο πια, αφήνει πίσω του τον ταρσανά του Στρατή και ξανασαλπάρει με φουσκωμένα τα πανιά σε νέα ταξίδια, για νέους τόπους, προς νέους ορίζοντες.
Φουρτούνες; Υπάρχουν και θα υπάρχουν. Αυτό είναι σίγουρο. Οι ναυτικοί όμως τη θάλασσα αγαπούν. Το ταξίδι. Συνεργάζονται και σφίγγουν τα σχοινιά. Συντονίζονται και τεντώνουν τα πανιά. Και να! Ξανοίγονται στο πέλαγος.
Ακουμπισμένοι στην κουπαστή και με το βλέμμα ν’ ανιχνεύει τη ρότα από την πλώρη, ξέρουν ότι μαζί θα κάνουν το ταξίδι. Μαζί θ’ αντιμετωπίσουν ό,τι αυτό τους επιφυλάσσει. Το καινούριο και το άγνωστο τους περιμένουν.
Με παγίδες; Πολύ πιθανό. Αλλά με ακαταμάχητη γοητεία. Με μια πρόκληση στην οποία αξίζει να υποκύψεις.
Μια καλύτερη χρονιά σ’ όλους τους «ναυτικούς» της παρέας και της ζωής!
Update: Συμπληρώνω με μια πολύ πετυχημένη επιλογή της V!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...