Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έβδομη τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έβδομη τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Μαμά! Μα... μαμά!



Στο μικρό συνοικιακό σούπερ μάρκετ η νεαρή μητέρα σπρώχνει με το ένα χέρι το καρότσι με το μωρό, στο άλλο χέρι κρατάει το χαρτί με τη λίστα για τα ψώνια και, καθώς τα συγκεντρώνει σιγά σιγά, μοιάζει να αναρωτιέται γιατί δεν έχει κι άλλα χέρια για να κουμαντάρει ταυτόχρονα και το πεντάχρονο κοριτσάκι της που τρέχει από ράφι σε ράφι για να τη «βοηθήσει».
Η φωτο είναι από την ποιητική ταινία του Βιμ Βέντερς (Wim Wenders) Φτερά του έρωτα (Der Himmel über Berlin: Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο) και είναι παρμένη από εδώ 
Παρακολουθώ με την άκρη του ματιού ξώφαλτσα τη σκηνή, προσπαθώντας να κρατήσω τις αποστάσεις μου.
— Μαμά, θα μου πάρεις…
— Όχι! Σου πήρα προχτές και τις σκόρπισες τις μπογιές παντού.
— Μαμά, να πάρουμε…
— Όχι! Δεν το χρειαζόμαστε. Δεν χρειαζόμαστε τίποτε από κει…
— Μα… μαμά…
— Είπα: δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο. Προχώρα!
Το στόμα μου έχει αρχίσει να καμπυλώνει τις άκρες του προς τα κάτω, σαν ξαπλωμένο άνοιγμα παρένθεσης. Σαν να βλέπω κινηματογραφημένη μεταφορά του δελτίου ειδήσεων.
Ο διάλογος όμως δεν είχε τελειώσει. Το κοριτσάκι είχε φτάσει στο ράφι με τα κουτάκια αναψυκτικών και μπίρας.
— Μαμά, κοίτα! Να πάρουμε αυτό;
— Όχι, δεν είναι για μικρά παιδιά αυτό. Ασ’ το στη θέση του!
— Μα… μαμά…
— Είπα: άσ’ το κάτω! Είναι για μεγάλους μόνο.
— Μα… μαμά… Να το πάρουμε για τους μεγάλους…
— Είπα: όχι!
— Μα… μαμά, ξέρεις… οι μεγάλοι…
— Ξέρω! Αλλά δεν είναι αλήθεια! Δεν βγάζεις στ’ αλήθεια φτερά με αυτό!
Το στόμα μου ξανακύρτωσε, αντίστροφα αυτή τη φορά, και έκλεισε την ξαπλωμένη παρένθεση.

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η γοητεία του



Ξέρω… Ξέρω… Τα ’χουμε πει και ξαναπεἰ... Η γοητεία του φεγγαριού μάγευε τον άνθρωπο από τότε που πρωτοσήκωσε το βλέμμα του ψηλά. Του απέδωσε μέχρι και θεϊκές ιδιότητες, όπως και σε κάθε τι που τον τρόμαζε ή τον σαγήνευε. Στην εικόνα του νιογέννητου φεγγαριού ο αρχαίος μας πρόγονος έβλεπε το τεντωμένο τόξο της Άρτεμης.
Στο πέρασμα των αιώνων ενέπνευσε δημιουργούς που υπηρέτησαν όλες σχεδόν τις τέχνες, ζωγραφική, μουσική ποίηση, κινηματογράφο… Πέρσι μιλήσαμε τη «συνομιλία» του Ρίτσου με τον Μπετόβεν. Φέτος θ’ αναφερθώ σ’ ένα παλιό τραγούδι που είχα ακούσει μόνο από τα χείλη της μητέρας μου και που γέμιζε την ψυχή μου κάθε φορά που βρισκόμουν σε παραλία φωτισμένη από τη σελήνη. Τώρα που το ξαναβρήκα, ανακάλυψα ότι κι αυτό έχει αφετηρία τη γνωστή μας Σονάτα του Σεληνόφωτος!


Θα θυμηθώ όμως και τη σκηνή που με ορθάνοιχτα από το θαυμασμό μάτια ο θείος της Cher περιγράφει τη δύναμη της πανσελήνου στην ταινία Moonstruck, που χάρισε Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα δεύτερου ρόλου στην εξαιρετική Olympia Dukakis.


Κρατάω για το τέλος το έργο που, κατά τη γνώμη μου, χειρίζεται με τον μαγευτικότερο –κι εδώ κυριολεκτώ– τρόπο το φως της σελήνης. Εννοώ τη Φεγγαροντυμένη στον Κρητικό του Διονυσίου Σολωμού.

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

 

1 [18]
Εκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·
«Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!»
Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο,
Πολύ κοντά στην κορασιά με βρόντημα μεγάλο·
Τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν,
Οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.
 
2 [19]
Πιστέψετε π’  ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
Μα τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας,
Μα την ψυχή που μ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα! κι εγώ το σάβανο τινάζω,
Και σχίζω δρόμο και τς αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη.
—Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια
Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
Κι έδειχνεν ανυπομονιά για να μπει στο κορμί της·
Ο ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
Το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·
Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).
 
3. [20]
Ακόμη εβάστουνε η βροντή .........................
Κι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
Όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,
Εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
 
4. [21]
Εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ εμέ πού βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμίθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
Την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει·
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει
Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
…………...................……….
……….....................………….
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τ’ αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την εσφάξαν,
Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδι,
Και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
Στην Κρήτη .........................               
Μακριά
πό κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.
Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».
 
5. [22]
Εχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
Κι εδάκρυσαν τα μάτια της, κι εμοιάζαν της καλής μου.
Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα
Στο χέρι, που χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.—
Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δεν του ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
Κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν
Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
Και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ αστροπελέκι σκάει,
Κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει,
Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.     
Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα,
Με δύναμη που δεν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
Μήτε όταν τον μπομπο-Ισούφ και τς άλλους δύο βαρούσα.
Σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(Κι αυτό μου τ’ αύξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
…………....................
………..................…..
Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε και μου τ’ αποκοιμούσε
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει·
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που σέρνει τη λαλιά του
Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια·
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τ’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
Κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός ... ...
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ... ...
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου,
Που εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

Ένα ακόμα έργο που ο Σολωμός μάς άφησε αποσπασματικό στην αγωνιώδη επιδίωξή του, όπως πάντα, για το τέλειο. Μέχρι σήμερα οι μελετητές του έργου δεν μπορούν να συμφωνήσουν για το ποια είναι τελικά η Φεγγαροντυμένη. Είναι το πνεύμα της αρραβωνιαστικιάς του ήρωα; Είναι η Ελευθερία; Η μάνα; Είναι η Αφροδίτη; Η Παναγία; Η Ελλάδα; Η ίδια η φύση; Για όλες αυτές τις εκδοχές μπορούν να αντληθούν επιχειρήματα μέσα από το ίδιο το έργο.
Προσωπικά δεν νιώθω καθόλου την ανάγκη να πάρω οριστική απάντηση στο ερώτημα «τι εννοεί ο ποιητής;». Αρκούμαι και στην αχνή άποψη: είναι το τέλειο θήλυ, έτσι όπως προσπάθησε να το προσεγγίσει ο μεγάλος μας ποιητής και απολαμβάνω. Εσείς;

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος


Δυο βδομάδες στο καινούργιο σχολείο.
Στο παλιό δεν τόλμησα ακόμα να πάω. Δεν ξέρω κιόλας αν μπορώ, αν είμαι έτοιμη να το αντέξω. Δεκάξι χρόνια είναι αυτά. Η μισή μου επαγγελματική ζωή —η καριέρα δεν ταιριάζει ως όρος στους εκπαιδευτικούς. Δεκάξι χρόνια με μια μικρή σταθερή ομάδα ανθρώπων με αρκετές παραλλαγές κι άλλες τόσες αυξομειώσεις. Με συναδέλφους, που έγιναν σύντροφοι σ’ έναν αγώνα κοινό, με γέλιο και θυμούς, με πειράγματα και κατεβασμένα μούτρα, μια παρέα με τις συχνές διαφωνίες της και τη σταθερή αλληλεγγύη της. Δεκάξι χρόνια να υποδέχομαι κάθε Σεπτέμβρη και μια φρέσκια φουρνιά νέων παιδιών και να παρακολουθώ για μια τριετία τις προσπάθειες και τις επιτυχίες τους, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους, τα προβλήματα και τις τρέλες τους. Να παρακολουθώ τα μάτια τους, τη ζωή τους, την ψυχή τους…
Και τώρα… σε καινούργιο σχολείο. Το πρώτο δεκαήμερο κυλάει μόνο με τους συναδέλφους. Βλέμματα σύντομα και σταθερά, διερευνητικά. Οι αρχικές μικρές αναγνωριστικές φράσεις σιγά-σιγά πλαταίνουν, ανοίγονται προς τη γνωριμιά. Η αυθόρμητα ευγενική υποδοχή με αποσπά από την απομόνωση του νέου προσώπου. Διακρίνω κι εδώ λίγο-λίγο την όρεξη για δουλειά, την αγάπη για τα παιδιά —για το κάθε παιδί ξεχωριστά—, το μεράκι του δασκάλου. Εκπλήσσομαι με το πόσο γρήγορα αισθάνομαι οικείο το περιβάλλον. Βοηθάει σημαντικά και η ανταλλαγή των πρώτων πειραγμάτων. Εδώ είμαστε, λοιπόν. Αίσιοι οι οιωνοί.
Και με τα παιδιά; Τι γίνεται με τα παιδιά σ’ αυτή την περιοχή; Οι συνάδελφοι με καθησυχάζουν, αλλά εξακολουθώ να νιώθω όπως τότε που ως μαθήτρια άλλαξα σχολείο κι έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω τους καινούργιους μου δασκάλους χωρίς την παρήγορη στήριξη των φίλων μου. Στον αγιασμό τα πρωτοσυναντώ. Είναι όμως υπερδιπλάσια σε πληθυσμό από το προηγούμενο σχολείο και δυσκολεύομαι να ξεδιαλύνω μέσα στη βοή του πλήθους τα μηνύματα που μ’ ενδιαφέρουν.
Πρώτη μέρα στην τάξη, με τα παιδιά της θεωρητικής κατεύθυνσης της Β΄ Λυκείου. Η στιγμή των πρώτων εντυπώσεων. Αφήνω τις σημειώσεις μου στην έδρα και συστήνομαι. Τριγυρνώ ανάμεσα στα θρανία και τα ενημερώνω γι’ αυτά που θα προσπαθήσουμε μαζί να κάνουμε. Επιστρέφω στην έδρα, τα κοιτώ και συναντώ γνώριμα βλέμματα. Βλέμματα ανήσυχα, ζωηρά. Βλέμματα επιφυλακτικά και μαζεμένα. Βλέμματα γεμάτα προσδοκία που με κόπο κρύβουν την αγωνία για τις απαιτήσεις της νέας χρονιάς. Βλέμματα που με την πρόκληση επιχειρούν να καλύψουν το σφίξιμο μπροστά στο καινούργιο άγνωστο πρόσωπο απέναντί τους. Εικόνα τόσο οικεία, σχεδόν αγαπημένη. Νιώθω τον σφιγμένο αυχένα μου να χαλαρώνει.
Ενώ μου αρέσει να βλέπω τα πρόσωπά τους, δεν θέλω να μείνω απέναντί τους. Κινούμαι και πάλι ανάμεσά τους. Ένα ανάλαφρο αστείο για μια ερωτηματική αντωνυμία που παραλίγο να καταλήξει ερωτική αντωνυμία σπάει τον πάγο. Ο ηλεκτρισμός της επιφύλαξης και της αναμέτρησης διαλύεται. Χέρια σηκωμένα, ερωτήσεις, σχόλια, διευκρινίσεις, απαντήσεις. Εξαιρετική η χημεία μας
Δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα… Δεν κατάλαβα πώς πέρασε η βδομάδα μέσα στην τάξη…
Καλή μας χρονιά!

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Χωρίς πολλά λόγια

Επειδή η επικαιρότητα τρέχει και πολύ με τρώει η γλώσσα μου, είπα σήμερα να της βάλω φίμωτρο και να κάνω λακωνικά —χωρίς μουσική, χωρίς ταινιούλα— μόνο δύο παραπομπές, που είναι όχι απλώς αλληλένδετες μεταξύ τους, αλλά και στην ουσία τους άρρηκτα συνδεδεμένες με την ύπαρξή μας.
Η πρώτη έχει να κάνει με το πώς αντιδρούν οι χορωδίες και οι ορχήστρες που ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού στον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία αντιμετωπίζει την Τέχνη γενικώς, ειδικότερα όμως τη μουσική τέχνη. Διαβάστε Nelly’s Κι αυτά κι εκείνα και δηλώστε παρόντες και παρούσες! Μας αφορά όλους ως πολίτες αυτής της έρμης χώρας!
Η δεύτερη σας στέλνει σε μια παλιά μου ανάρτηση και σχετίζεται με την πιο πρόσφατη απώλεια του ελληνικού κινηματογράφου. Ο θάνατος του καλού μας ανθρώπου, του Θανάση μας, δεν είναι απώλεια μόνο για την ελληνική έβδομη τέχνη. Είναι μεγάλη απώλεια για την ανθρωπιά μας. Για τον Πολιτισμό μας!

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Το Κύμα

Το Κύμα (2008, Σκηνοθεσία: Dennis Gansel - Σενάριο: Dennis Gansel, Todd Strasser)
Η ταινία «Το Κύμα» (Die Welle), βασισμένη σε αληθινό περιστατικό, ήταν ένα έργο χωρίς μεγάλες προοπτικές εμπορικής επιτυχίας. Προβλήθηκε για αρκετές εβδομάδες σε μερικές ελληνικές αίθουσες, που την περιέλαβαν στο πρόγραμμά τους. Ίσως γι’ αυτό ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας την αντιπαρήλθε. Ίσως πάλι να έπαιξε ανασταλτικό ρόλο το ότι ήταν γερμανόφωνη (η αγγλική γλώσσα έχει καταντήσει τόσο πολύ οικεία όσο και η μητρική μας στις ταινίες που επιλέγουμε να παρακολουθήσουμε).
Ένας καθηγητής ιστορίας αποφασίζει να διδάξει βιωματικά στους μαθητές του την έννοια της απολυταρχίας. Εφαρμόζει στην τάξη του τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η τυραννία για να κατακτήσει την εξουσία, τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύεται τις ατομικές αδυναμίες, τη γοητεία που ασκεί στα πρώτα της στάδια, την αίσθηση της δύναμης που διαχέει στους οπαδούς της. Τα παιδιά ενθουσιάζονται και τον ακολουθούν. Μέχρι που το πείραμα φεύγει εκτός ελέγχου.
Η ταινία αγγίζει σε δεύτερο και τρίτο πλάνο και αρκετά άλλα θέματα με κυρίαρχο, κατά τη γνώμη μου, τον καθηγητή-μαθητευόμενο μάγο. Παρακολουθούμε τις ανησυχίες και τις ψυχολογικές ανάγκες των εφήβων, τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους, τη σχέση διδάσκοντος και διδασκομένου και πώς αυτή επηρεάζει τη διαδικασία της διδασκαλίας και αντίστροφα. Είναι ένα έργο που συνιστώ θερμά, χωρίς πάντα ν’ αποκαλύπτω τα εκπαιδευτικά μου κίνητρα.
... ... ...
Η ευκολία με την οποία αποστρέφουμε το βλέμμα από το κακό, όταν αυτό ακόμη κάνει τα πρώτα του βήματα, πάντα με τρόμαζε. Αυτός ο φόβος αλλά και η γερμανική γλώσσα της ταινίας οδήγησαν συνειρμικά το μυαλό μου στα πολύ γνωστά λόγια του όχι πολύ γνωστού πάστορα Μάρτιν Νιμέλερ (Martin Niemöller):
Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές
και δε μίλησα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Ύστερα ήρθαν για τους συνδικαλιστές
και δε μίλησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Ύστερα ήρθαν για τους Εβραίους
και δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Ύστερα ήρθαν για μένα
και δεν είχε απομείνει κανείς για να μιλήσει για μένα.
... ... ...
Είναι μόνο η δύναμη της ανάγκης μας να ανήκουμε σε μια ομάδα ξεχωριστή και δυνατή; Είναι μόνο ο φόβος; Είναι μόνο η αδιαφορία; Είναι μόνο η ανάγκη του ανθρωπάκου που κρύβουμε μέσα μας να νιώσει ισχυρός; Αυτά τα ερωτήματα με οδήγησαν στο ποίημα της Ελένη Βακαλό από τη συλλογή της «Του κόσμου» (1978):
Η φωτογραφία από εδώ
Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος
 
Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει
  
Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουν αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

                                 Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας
... ... ...
Δεν πρόκειται για τριπλή ανάρτηση. Τρία θέματα, τάχα μου, σε οικονομικό πακέτο. Κοινός τους παρονομαστής και συνεκτικός δεσμός τους είναι η αγωνία μου για το παρόν και το άμεσο μέλλον μας. Μήπως, αντί να καλλιεργούμε ιστορικοφανείς ευαισθησίες για την Ελλάδα και το 1821 (χωρίς να παραβλέπω καθόλου τη σημασία αυτής της περιόδου), μήπως, επαναλαμβάνω, θα έπρεπε να διευρύνουμε το χρόνο και την γεωγραφική ακτίνα του ιστορικού μας ενδιαφέροντος ώστε να αντλήσουμε χρήσιμα μαθήματα;
Η Γερμανία του Μεσοπολέμου αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα: οικονομική κρίση, ανεργία, διαλυμένες παραγωγικές δυνάμεις, χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών διαρκώς διευρυνόμενο, κοινωνικός ιστός υπό διάλυση, πολιτική αφωνία από τα αστικά κόμματα, καταρρακωμένη —από τη συνθήκη των Βερσαλλιών (1919)— εθνική αξιοπρέπεια.
Μας θυμίζουν κάτι όλα αυτά;
Το «κύμα», τη μεταδοτική ασθένεια του κακού, φοβάμαι.
Έχω άδικο να ανησυχώ;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...