Στο μικρό συνοικιακό σούπερ μάρκετ η νεαρή μητέρα σπρώχνει με το ένα
χέρι το καρότσι με το μωρό, στο άλλο χέρι κρατάει το χαρτί με τη λίστα για τα
ψώνια και, καθώς τα συγκεντρώνει σιγά σιγά, μοιάζει να αναρωτιέται γιατί δεν
έχει κι άλλα χέρια για να κουμαντάρει ταυτόχρονα και το πεντάχρονο κοριτσάκι
της που τρέχει από ράφι σε ράφι για να τη «βοηθήσει».
Η φωτο είναι από την ποιητική ταινία του Βιμ Βέντερς
(Wim Wenders) Φτερά του έρωτα (Der Himmel über Berlin: Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο) και είναι παρμένη
από εδώ
Παρακολουθώ με την άκρη του ματιού ξώφαλτσα τη
σκηνή, προσπαθώντας να κρατήσω τις αποστάσεις μου.
— Μαμά, θα μου πάρεις…
— Όχι! Σου πήρα προχτές και τις σκόρπισες τις
μπογιές παντού.
— Μαμά, να πάρουμε…
— Όχι! Δεν το χρειαζόμαστε. Δεν χρειαζόμαστε τίποτε
από κει…
— Μα… μαμά…
— Είπα: δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο. Προχώρα!
Το στόμα μου έχει αρχίσει να καμπυλώνει τις άκρες
του προς τα κάτω, σαν ξαπλωμένο άνοιγμα παρένθεσης. Σαν να βλέπω
κινηματογραφημένη μεταφορά του δελτίου ειδήσεων.
Ο διάλογος όμως δεν είχε τελειώσει. Το κοριτσάκι
είχε φτάσει στο ράφι με τα κουτάκια αναψυκτικών και μπίρας.
— Μαμά, κοίτα! Να πάρουμε αυτό;
— Όχι, δεν είναι για μικρά παιδιά αυτό. Ασ’ το στη
θέση του!
— Μα… μαμά…
— Είπα: άσ’ το κάτω! Είναι για μεγάλους μόνο.
— Μα… μαμά… Να το πάρουμε για τους μεγάλους…
— Είπα: όχι!
— Μα… μαμά, ξέρεις… οι μεγάλοι…
— Ξέρω! Αλλά δεν είναι αλήθεια! Δεν βγάζεις στ’
αλήθεια φτερά με αυτό!
Το στόμα μου ξανακύρτωσε, αντίστροφα αυτή τη φορά, και έκλεισε την
ξαπλωμένη παρένθεση.

