Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λοξές ματιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λοξές ματιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Ο χαμένος ημιτελικός

 Βαριά κατήφεια, Ψυχοπλακωθήκαμε. Ένα βήμα πίσω, στην ψυχραιμία. Στην ψυχραιμία που έλλειψε από όλους. Από το παρκέ, από τον πάγκο, από την κερκίδα, από τους καναπέδες και τις πολυθρόνες. Το συμπέρασμα είναι αδιάψευστο: το αποτέλεσμα ήταν δίκαιο, για να μην πω και αναμενόμενο. Η Τουρκία κατέβασε μια καλοδουλεμένη και απόλυτα συντονισμένη ομάδα που ήξερε το τι και πώς το ήθελε. Εξάλλου αποτελείτο από εξαιρετικές μονάδες: με ταχύτητα, ευστοχία, σταθερότητα στην απόδοσή τους. Τα αντίθετα συμβαίνανε στην ομάδα μας, που οδηγήθηκε σε πολλά και οικτρά λάθη εξαιτίας των ελλείψεων που φανερώθηκαν.

Νομίζω ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των θεατών πίστεψε στην επιμελώς κατασκευασμένη πιθανότητα ενός θαύματος. Στην κατασκευή αυτή συνέβαλαν οι διαφημιζόμενες εταιρείες για ευνόητους λόγους. Μερίδιο έχουν και οι αθλητικοί συντάκτες των ειδήσεων στα  ΜΜΕ. Τα ρέστα του όμως έδωσε ο εκφωνητής της ΕΡΤ, ήδη από την Κύπρο, Όταν μιλούσε για «ιστορικές μέρες», για «γίγαντες», για «εκπληκτικά άλματα», για «φανταστικά σουτ», για κορυφαίους στον κόσμο παιχταράδες.

Όταν ξεφούσκωσε ο υπερθετικός και τέλειωσε ο αγώνας, μια επιγραφή σε νέον αναβόσβηνε στη μνήμη μου: «Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε». Κάποτε κάνατε θαύματα. Έκτοτε πιστεύετε αφελέστατα   ότι εύκολα θα επαναληφθούν. Κάποτε είχατε αρχηγούς που μπορούσαν να ηγηθούν και μεγαλουργήσατε, Έκτοτε ξεχνάτε όσα καταφέρατε να χτίσετε όλοι μαζί και ψάχνετε για αρχηγούς κι ακολουθείτε τενεκέδες, γιατί συνηθίσατε να ακολουθείτε. Είστε παιδάκια, που δεν έμαθαν ακόμη να σκέφτονται μόνα τους ούτε μπορούν να δουν ποιοι βασιλιάδες είναι γυμνοί. Γιατί μας μοίραζαν (και μοιράζουν) κορδέλες και καθρεφτάκια; Γιατί μας αρέσει να στολίζουμε τους εαυτούς μας, αλλά δεν κοιταζόμαστε ποτέ σ’ έναν μεγάλο καθρέφτη.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Χωρίς σύνορα

Το έχουμε αναφέρει πολλές φορές: η καλή μουσική, όπως και όλες οι τέχνες, διακρίνεται μόνο από το κατά πόσο αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή. Δεν γνωρίζει σύνορα γεωγραφικά ούτε τελωνεία ταξινομήσεων. Σχίζοντας κάθε ετικέτα, απλώνεται και συγκινεί, εκφράζει κι ενθουσιάζει όλες τις ανοιχτές ψυχές, αυτές που πετάνε ελεύθερες πέρα και πάνω από «κουτάκια», γιατί κι αυτά μια μορφή μισητού εγκλεισμού είναι.
Τα είχαμε ξαναπεί αυτά κάποτε συζητώντας την έννοια της λαϊκότητας. Αφορμή για το σημερινό σημείωμα είναι ένα βίντεο που βρήκα στην ιστοσελίδα «Όγδοο, Το τραγούδι αλλιώς» με όλες τις απαραίτητες συνοδευτικές πληροφορίες.
Θα παρακολουθήσετε την Emmy Storms, νεαρότατη βιολονίστα με διεθνή αναγνώριση, να παρουσιάζει δεξιοτεχνικά με τη συνοδεία της Ορχήστρας Νέων της Ολλανδίας το έργο Tzigane του Maurice Ravel. Η έκπληξη όμως κρύβεται στο μπιζάρισμα, καθώς επιλέγει τα «Ωραία του Τσιτσάνη» για να ευχαριστήσει το κοινό που την επαναφέρει στη σκηνή. Απολαύστε την!


Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Κυριακάτικο ξύπνημα

Πολύ πρωινό κυριακάτικο ξύπνημα. Μαχμουρλίδικο. Καφές βιαστικός και δεύτερος, για ενίσχυση, στο θερμός. Βιαστικό περπάτημα μέχρι το σταυροδρόμι του ραντεβού με το μυαλό ακόμα μουδιασμένο.
Τι το ’θελες κυριακάτικα, μονολογώ. Μόνο αυτό πρόλαβα. Το αυτοκίνητο σταματάει μπροστά μου. Η καλημέρα μου ακούγεται βραχνή ακόμη. Στο πίσω κάθισμα όμως οι δύο ανιψιοί έχουν αρχίσει ήδη τις αδελφικές φάπες και τα τσιμπήματα. Σε τρία λεπτά τα πειράγματα περνάνε και στο μπροστινό κάθισμα.
— Πότε είχαμε πανσέληνο;
— Χτες, νομίζω.
— Και προχτές.
— Βρε, μία μέρα κρατάει η πανσέληνος!
— Όχι, δύο!
— Μία μέρα!
— Δύο μέρες!
— Η πανσέληνος κρατάει μία νύχτα, διορθώνει το μπροστινό κάθισμα και το πίσω ψάχνει νέο θέμα διαφωνίας…
Ο μεγάλος κρυώνει ακόμα από τη νύστα. Σιγά που δεν θα ξενυχτούσε σαββατιάτικα ο πρωτοετής μας. Ο μικρός ωστόσο έχει κέφια και λογοδιάρροια. Σήμερα, βλέπεις, είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Έχει εξασφαλίσει το κοινό του. Πατέρας, αδελφός και θεία θα παρακολουθήσουν τον δεύτερο αγώνα του με την καινούργια του ομάδα.
Τα πλαστικά καθίσματα στο γήπεδο είναι ακόμα βρεμένα από την πρωινή υγρασία. Μέχρι να τελειώσουν όμως το ζέσταμα οι παίκτες, ο ήλιος τα έχει στεγνώσει και μπορούμε επιτέλους να καθίσουμε. Ο διαιτητής σφυρίζει κι ο αγώνας ξεκινάει.
Τα παιδάκια ακόμα δεν έχουν πάρει μπρος. Το τρέξιμό τους είναι αργό και οι φάσεις ελάχιστες. Σαν να τα βλέπω όλα στην τηλεόραση σε αργή κίνηση. Οι οδηγίες των δύο προπονητών καλύπτονται από τις φωνές των πατεράδων που προσπαθούν να ταρακουνήσουν τους κανακάρηδές τους. Μια που δεν μπορούν να παίξουν οι ίδιοι, αναλαμβάνουν το ρόλο του προσωπικού προπονητή! Χάος!
Μετά το πρώτο πεντάλεπτο όμως η ομάδα «μας» έχει ξυπνήσει για τα καλά. Ντρίπλες, γρήγορες πάσες, τριγωνάκια, ξεμαρκαρίσματα. Ειδικά ένα πιτσιρίκι, που η μπάλα τού φτάνει σχεδόν στο γόνατο, κεντάει στο γήπεδο. Το γκολ έρχεται λίγο πριν τη λήξη του ημιχρόνου.
Στο δεύτερο ημίχρονο η υπεροχή της ομάδας «μας» είναι πασιφανής. Το δεύτερο γκολ μπαίνει από συγγενικό πόδι! Χαμόγελα! Οι αντίπαλοι κατορθώνουν από στημένη φάση να μειώσουν τη διαφορά, αλλά ακολουθούν δύο δικά «μας» γκολ και το ματς τελειώνει χωρίς κανένας να τα βάλει με τον διαιτητή! Οι ομάδες χαιρετιούνται αθλητικότατα μεταξύ τους και αποχωρούν. Στο δρόμο της επιστροφής είναι αναμενόμενη η ανάλυση των φάσεων, η κριτική και τα σχετικά πειράγματα.
— Μάλλον χρειαζόσουν περισσότερες φάπες για να ξυπνήσεις…
— Λέγε ό,τι θέλεις… Πάντως έβαλα δύο!
Σ’ όλο αυτό το διάστημα προσπαθώ να θυμηθώ ποια είναι αυτή η μουσική που τριβελίζει σαν υπόκρουση τ’ αφτιά μου από τη στιγμή που άρχισε ο αγώνας. Χαμηλόφωνη στην αρχή, όσο οι προσπάθειες των παικτών ήταν ακόμα υποτονικές, και στη συνέχεια επιταχυνόμενη, με αύξουσα ένταση, σαν σάλπισμα για επίθεση.
Εμ βέβαια, Rossini! Το δεύτερο μέρος της εισαγωγής στον Γουλιέλμο Τέλλο! Άει στο καλό, πια!

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Σε τι ρυθμό χορεύεις;


Ξέρω ’γώ; Είναι φορές που δεν με καταλαβαίνω…
Κατακαλόκαιρο, χαλάρωση, ανθρώπινοι ρυθμοί, λιακάδα, χαρά θεού…
Κι εγώ; Ψιχάλα


Και τώρα; Τώρα φθινοπωριάζει, τα μανίκια ανασκουμπώνονται και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Και τι πάγκο, ε; Μ’ ένα βαρύ σύννεφο ο καθένας πάνω από το κεφάλι του. Δικό του, κατάδικό του. Σαν να κάνει παραγγελιά τη δική του προσωπική μπόρα…
Κι εγώ; Εγώ… Είπαμε, αλλουνού παππά ευαγγέλιο… Αλλού γι’ αλλού, σου λέω…


Άντε να βγάλεις άκρη… Μιλάμε για τον ορισμό της λόξας…
Σε καλό να μου βγει, που ’λεγε κι η γιαγιά μου.

Και για να μην ξεχνιόμαστε: Καλή σχολική χρονιά στα παιδιά και τους γονείς τους!
Άντε… και στους δασκάλους τους…

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

...και η τήρησή τους



Επί το έργον
«Στην αρχή κατεβήκαμε στον Πειραιά με τον θείο μου και τη θεία μου και τον ξάδελφό μου που έφευγαν για διακοπές και ήθελαν βοήθεια με τις βαλίτσες. Άμα γυρίζαμε όμως βαρεθήκαμε λίγο στο δρόμο, γιατί περιμέναμε ταξί, αλλά δεν είχε ταξί. Αλλά αυτό δεν μας πείραξε καθόλου, γιατί φορούσαμε καπέλο κι εγώ κλωτσούσα κάτι πέτρες, γιατί βαριόμουν πιο πολύ και ο ξάδελφός μου είχε φύγει και η μαμά θύμωσε και μου είπε μαζέψου κι εγώ σταμάτησα να κλωτσάω τις πέτρες. Ήμασταν όμως τυχεροί, γιατί, εκεί που περιμέναμε, πέρασε ένας φίλος του μπαμπά με το καινούριο του αμάξι —το πέτυχε, είπε, σε καλή τιμή σ’ έναν πλειστηριασμό, όπου είχαμε πάει όλοι μαζί, αλλά εμένα με άφησαν στην αυλή με την κόρη του που είναι πολύ μεγάλη, τουλάχιστον δεκατεσσάρω χρονώ, και δεν μου εξήγησαν γιατί. Άμα μπήκαμε, ήταν κάπως στριμωγμένα, αλλά ο φίλος του μπαμπά μάς είπε πάμε μια βόλτα στη θάλασσα κι εγώ χάρηκα, γιατί θα μπορούσα να παίξω στην άμμο, γιατί δεν είχα το μαγιό μαζί μου. Αλλά όμως η μαμά είπε μόλις φύγαμε από το λιμάνι και  προτιμάει να μας αφήσει κάπου εκεί στο κέντρο και δώσαμε ραντεβού για άλλη μέρα κι εγώ κατέβασα μούτρα. Η μαμά τότε είπε κάνει ζέστη και να πάμε στον Εθνικό κήπο κι εγώ χάρηκα, γιατί θα μου πάρει καλαμπόκι, γιατί πάντα μου παίρνει καλαμπόκι άμα πάμε στον Εθνικό κήπο, αλλά άμα είναι χειμώνας μου παίρνει κάστανα.  Μετά, όταν δεν έκανε πια πολλή ζέστη, εγώ ήθελα να πάμε να δούμε τους τσολιάδες, αλλά η μαμά είπε έχεις δει πολλές φορές τους τσολιάδες, δεν τους βαρέθηκες, αλλά εγώ ποτέ δεν τους βαριέμαι τους τσολιάδες, όταν θα μεγαλώσω, θα γίνω κι εγώ τσολιάς, εκτός κι αν γίνω διευθυντής, γιατί μου αρέσει πολύ να βάζω τα χέρια μου πίσω από το κεφάλι μου και τα πόδια μου πάνω στο γραφείο και τότε φωνάζει η μαμά ότι τώρα καθάρισε και γι’ αυτό μπορεί και να μη γίνω διευθυντής. Ύστερα πήγαμε στο Παναθηναϊκό στάδιο, όπου αγοράσαμε μπαλόνια για να μην πάμε με άδεια χέρια να συναντήσουμε μακριά μια φίλη της μαμάς, που έχει ένα παιδάκι σαν κι εμένα, μόνο που είναι πιο μικρό από μένα και είναι χαζό και κάθε φορά που κάνουμε διάλειμμα στο παιχνίδι μας και μας φωνάζει η μαμά του στην κουζίνα να μας κεράσει πορτοκαλάδα, εγώ πίνω γρήγορα γρήγορα τη δική μου και κάνω πως πάω να παίξω και πάει να ’ρθει κι αυτό, αλλά η μαμά του δεν το αφήνει άμα δεν τελειώσει την πορτοκαλάδα του κι εγώ τότε του πίνω τη μισή για να τον βοηθήσω να τελειώσει γρήγορα την πορτοκαλάδα του και να πάμε πάλι να παίξουμε κι αυτό μου λέει ευχαριστώ και η μαμά μου μου λέει είδες τι καλούς τρόπους που έχει ο Γιαννάκης κι εμένα δεν με νοιάζει, γιατί μου αρέσει η πορτοκαλάδα.
Μια άλλη μέρα, που ήταν απόγευμα, συναντηθήκαμε με το φίλο του μπαμπά που σας έλεγα πιο πριν. Ήρθε με το παλιό του αμάξι, για να μη λερώσει το καινούργιο, και πήγαμε
Από το Χρονολόγιο του H. Constantinos στο FB
να χαζέψουμε λίγο τη θάλασσα. Αλλά όμως ο αέρας ήταν δυνατός και μας έπαιρνε τα καπέλα κι εγώ είχα βαρεθεί να πετάω πέτρες από τα βράχια κι ο φίλος του μπαμπά φοβόταν μην κάνω λάθος και πετύχω το αμάξι του και η μαμά είπε να βρούμε κάπου εκεί κοντά να καθίσουμε να πιούμε έναν καφέ και τότε είπα εγώ θέλω κι εγώ καφέ, αλλά η μαμά είπε δεν είσαι με τα καλά σου, παιδάκι μου, εσύ θα πιεις φυσικό χυμό κι εγώ τότε κατέβασα μούτρα, γιατί δεν μου αρέσει ο φυσικός χυμός, είναι όλο κομματάκια και τότε η μαμά είπε δεν πειράζει και να πιω πορτοκαλάδα από μπουκάλι, αλλά να μην έχει ανθρακικό και είπα εντάξει. Η γιαγιά μου μια άλλη μέρα μου εξήγησε ότι το ανθρακικό είναι αυτό που κάνει φςςς όταν ανοίγουμε το μπουκάλι κι ότι δεν κάνει καλό στα μικρά παιδιά και τη ρώτησα άμα κάνει καλό στους μεγάλους, γιατί και η μπίρα κάνει φςςς άμα ανοίγεις το μπουκάλι κι εκείνη χαμογέλασε και μου χάιδεψε το κεφάλι. Αγαπώ πολύ τη γιαγιά μου. Και τότε ο φίλος του μπαμπά μάς πήγε σ’ ένα μέρος που δεν μου άρεσε καθόλου, γιατί ήμουνα συνέχεια καθισμένος με τους μεγάλους που λέγανε κάτι βαρετά, γιατί δεν μπορούσα να πάω κοντά στη θάλασσα, γιατί είχε κάγκελα και η μαμά είπε 
Photo by H. Constantinos
ευτυχώς και να τον έχουμε το νου μας γιατί αυτός είναι ικανός για όλα. Αυτός είμαι εγώ.
Θα σταματήσω τώρα την έκθεση, γιατί γέμισα την πρώτη σελίδα και κοντεύω να τελειώσω και την από πίσω και κράτησα το λόγο μου.»
Μαμάαα, θα φάω παγωτό;
 Αφιερωμένο στην καλοκαιρινή παρέα ;)

ΥΓ: Το βιντεάκι είναι επίσης «κλεμμένο» από το Χρονολόγιο του H. Constantinos στο FB

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Μεγάλες υποσχέσεις

Αφού η δασκάλα μας κάθε Σεπτέμβρη μάς βάζει να γράψουμε έκθεση πώς πέρασα το καλοκαίρι, είπα φέτος να την ετοιμάσω από πριν. Δεν το είπα εγώ στ’ αλήθεια, αλλά η μαμά μου, που λέει συνέχεια ότι δεν ανοίγω βιβλίο και θα ξεχάσω να γράφω και το όνομά μου που όλο το καλοκαίρι χαζεύω από ’δώ κι από ’κεί και θα ξεχάσω κι αυτά που ήξερα κι ότι, αν δεν στρωθώ να της γράψω μια σελίδα γεμάτη, δεν έχει παγωτό κι αυτά που ήξερα να τα ξεχάσω και μην τολμήσω το χειμώνα να φέρω κακό βαθμό στην ανάγνωση και την ορθογραφία, διότι θα δω πόσα απίδια βάνει ο σάκος, αλλά δεν μου εξήγησε τι είναι τα απίδια κι εγώ δεν ρώτησα, γιατί άμα τη διακόπτω θυμώνει και δεν ήθελα να τη διακόψω για να μη θυμώσει, αλλά ήταν πολύ θυμωμένη, γιατί συνέχισε να μου λέει ότι η δασκάλα μας είπε ότι και το καλοκαίρι πρέπει να διαβάζουμε, τουλάχιστον τρία βιβλία είπε πως πρέπει να διαβάσουμε, αλλά εγώ ξέχασα τα βιβλία στον ξάδελφό μου και είπα της μαμάς ότι δεν πειράζει, γιατί διαβάζω κάθε μέρα στο ίντερνετ τις ειδήσεις για την ομάδα μου κι εκείνη μου είπε ναι, καλά, όλο στο φέισμπουκ είσαι και ξημεροβραδιάζεσαι και μ’ εκείνα τα… πώς τα λέτε… α, ναι, τα γκρίκλις, βρε παιδί μου, θα ξεχάσεις να γράφεις και το όνομά σου στα ελληνικά. Αυτό βέβαια μου το ξανάπε, αλλά δεν της το θύμισα για να μη τη θυμώσω, γιατί ήταν ήδη θυμωμένη, κι εγώ ήθελα να πιω νερό από το ψυγείο, αλλά δεν μπορούσα να φύγω και να πάω στην κουζίνα τώρα που μου μιλούσε κι έλεγε πότε επιτέλους θα μάθεις τρόπους, αλλά βέβαια δεν φταίω εγώ αλλά εκείνη που με κακομαθαίνει. Και τότε σκέφτηκα ότι αφού δεν φταίω εγώ, τότε γιατί με μαλώνει, αλλά δεν της το είπα, γιατί θυμώνει όταν τη διακόπτω για να της πω τι σκέφτομαι και γιατί νομίζω ότι ήταν ήδη πολύ θυμωμένη, γιατί ήταν κατακόκκινη και γιατί τα φρύδια της είχαν γίνει σαν εκείνο το σμάιλι που βάζω στο φέισμπουκ όταν θυμώνω, αλλά δεν της το είπα ούτε αυτό, για να μην τα πει του μπαμπά, όταν γυρίσει από τη δουλειά και θα είναι κουρασμένος, αλλά εκείνη μου είπε περίμενε το βράδυ που θα ’ρθει ο πατέρας σου που θα είναι ο καημένος σκοτωμένος αλλά όλα θα του τα πω, όλα, να δει το καμάρι του και να σε καμαρώσει, εγώ βαρέθηκα πια, ας αναλάβει αυτός πια. Και τότε εγώ τρόμαξα που σκοτώθηκε ο μπαμπάς και σκέφτηκα πώς θα ’ρθει ο μπαμπάς το βράδυ, αφού θα είναι σκοτωμένος κι αν είναι σκοτωμένος, τότε πώς θα με καμαρώσει, αλλά δεν της το είπα για να μη θυμώσει. Της είπα μόνο ότι θα γράψω μια έκθεση και κλείστηκα στο δωμάτιό μου και πήρα μια σελίδα να τη γράψω, που την έκοψα από μικρό τετράδιο, γιατί μου ζήτησε μια γεμάτη σελίδα και είπα καλά, αλλά δεν είπα ότι θα είναι μεγάλη σελίδα και άμα κάνω και μεγάλα γράμματα μπορεί και να την τελειώσω πριν έρθει ο μπαμπάς, που δεν σκοτώθηκε, γιατί η γιαγιά μού εξήγησε ότι σκοτωμένος θα πει πεθαμένος κι όταν πάλι τρόμαξα μου είπε να, βρε παιδάκι μου, πάρα πολύ κουρασμένος κι εγώ τότε ηρέμησα και τη ρώτησα γιατί τότε τον λένε σκοτωμένο, αλλά εκείνη μου χάιδεψε τα μαλλιά και χαμογέλασε και γι’ αυτό τη ρώτησα, γιατί δεν θυμώνει όταν τη διακόπτω και την αγαπάω πολύ τη γιαγιά μου κι έδωσα το λόγο μου να γράψω μια έκθεση που θα πιάνει μια ολόκληρη σελίδα.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Στο δρόμο


Η φωτογραφία αναρτήθηκε στο χρονολόγιο της Roadartist, επαληθεύοντας τη στάση της, την αισθητική της, το όνομά της εν τέλει.


Ο φακός εστιάζει στην απόγνωση που κουβαλάει ο τοίχος. Το βλέμμα μου όμως γοητεύεται από την ηχηρή απάντηση του φανοστάτη:
— Προχώρα!
Σκαρφαλώνει λίγο πιο πάνω, στην πινακίδα του δρόμου:
ΟΔΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ
Χα!
«Πόλεμος πατήρ πάντων» και «Τά πάντα ῥεῖ» μέσα σε μια φωτογραφία!
Ποιος είπε ότι η, εξοστρακισμένη από τα σχολεία μας, φιλοσοφία δεν έχει θέση στην καθημερινότητά μας;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...