Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Το βλέμμα του Βέγγου

Η φυσιογνωμία του, οι εκφράσεις του, η φιγούρα του ολόκληρη έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής δύσκολης. Μιας εποχής απλής μέσα στη συνθετότητά της. Μιας εποχής αθώας, όπου οι άνθρωποι γελούσαν με παιδικά αστεία (όταν γελούσαν) και έκλαιγαν με παιδικά κλάματα (όταν βέβαια επέτρεπαν στον εαυτό τους να κλάψει). Τότε που ο ελληνικός κινηματογράφος ήταν, μ’ ένα δικό του τρόπο βέβαια, ωστόσο πραγματικά και γνήσια λαϊκός. Κι ήρθε αυτός, ο Θανάσης, ο Θανάσης μας, και μας έκανε να γελάσουμε με τα χαστούκια που ασταμάτητα έτρωγε, με τα ίχνη κρέατος που ανακάλυπτε σε μια οδοντογλυφίδα της Κατοχής, με την τρεχάλα να θρέψει την οικογένεια, να τους φροντίσει όλους: τους συγγενείς, τους φίλους, τους γείτονες –κι εμάς μαζί. Ήταν αυτός που κατάφερε να ενώσει «εις σάρκα μίαν» το γέλιο και το κλάμα του Έλληνα. Να πραγματώσει στην ουσία του τον κλαυσίγελω του νεοέλληνα βιοπαλαιστή.
Το βλέμμα του όμως ήταν το εκφραστικότερο μέσο του. Μονίμως εν απορία. Απορία παιδιού που προσπαθεί να συλλάβει την πολυπλοκότητα του κόσμου. Διαρκώς κατάπληκτος. Με την κατάπληξη του αδικημένου που αδυνατεί να κατανοήσει το μέγεθος της σκληρότητας του ισχυρού. Τα μάτια του ορθάνοιχτα πλημμύριζαν το πρόσωπό του. Γίνονταν κραυγάζουσα αφωνία. Καθρέφτιζαν το παιδί που άκον εξέπιπτε από τον παράδεισο του παραμυθιού στην κόλαση της πραγματικότητας. Κι αυτό του το βλέμμα τον έκανε πιο δικό μας. Γιατί αυτή η επώδυνα γεννημένη απορία του και αυτή η οδυνηρή του κατάπληξη δήλωναν ότι του συνέβαιναν ακριβώς τα αντίθετα απ’ όσα περίμενε: το κακό αντί της καλοσύνης, η σκληρότητα αντί της ανθρωπιάς, το δίκαιο της πυγμής αντί της δικαιοσύνης. Τις προδομένες μας προσδοκίες διαβάσαμε στο βλέμμα του και ταυτιστήκαμε μαζί του.
Τώρα τον είδα σε διαφημιστικό τρέιλερ στην ΕΤ3 για κάποια ντοκιμαντέρ σχετικό με τη Μακεδονία, αν δεν κάνω λάθος. Τρόμαξα. Το βλέμμα του δεν απορούσε, καμία κατάπληξη δεν μαρτυρούσε. Ήταν απλώς θλιμμένο. Ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη βαθιά και πλήθουσα. Οι προσδοκίες, που τόσες φορές μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια προδόθηκαν, τελικά έσβησαν οριστικά. Τη θέση τους κατέλαβε ο κυνισμός και ο συμβιβασμός.
Ακόμα και το γέλιο τώρα προκαλείται από την εβδομαδιαία δόση της τηλεοπτικής χοντροκομμένης σάτιρας που αισχρά σατιρίζει την αισχρότητα της νεοελληνικής μιζέριας σ’ ένα σύστημα που όχι μόνο της δίνει ελεύθερο βήμα, αλλά και την ακριβοπληρώνει, γιατί με το δικό της τρόπο θαυμάσια το υπηρετεί. Ένα σύστημα που ακύρωσε τις προσδοκίες μας όχι πολεμώντας τις, αλλά υποβάλλοντας την ψευδαίσθηση της ικανοποίησής τους. Και μένουμε γυμνοί μες στα κουστούμια και τις χρυσές καδένες μας, μες στα σινιέ φορέματα και τις επιθετικές γόβες μας, να μαϊμουδίζουμε τη ζεϊμπεκιά του ρεμπέτη και να τραγουδάμε παράτονα τον νταλκά του μετανάστη εκείνων των χρόνων, αλλά να αποστρέφουμε τα μάτια μας από τον άστεγο και τον πρόσφυγα του σήμερα.
Κι απέμεινε ένα βλέμμα μόνο από τα παλιά να θλίβεται μοναχικό για τη χαμένη αθωότητα, που διαρκώς απορούσε και ξαφνιαζόταν από την απουσία της ανθρωπιάς.
Γιατί, ρε Θανάση μας;

1 σχόλιο:

  1. Σε λίγο οι περισσότεροι θα κυκλοφορούμε στην κακοπαθημένη και κακοκέφαλη χώρα με το βλέμμα του Βέγγου...το "εθνικό" βλέμμα...

    Μώμος

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...