Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Τα απόνερα του 2009

Να τα πούμε;



Τα κάλαντα του Νικηφόρου Λύτρα

•    Οι καπνιστές υπό διωγμόν (;)
•    Γρίπη των πτηνών, γρίπη των χοίρων, γρίπη γενικώς
•    Εμβόλια, φαρμακοβιομηχανίες, γιατροί, κυβερνητικό και μιντιακό κομφούζιο
•    Οικονομική κρίση, φούσκες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επενδυτικοί κολοσσοί, κρατική στήριξη από τις κυβερνήσεις (στους υπαίτιους)
•    Κατασχέσεις, απολύσεις, ανεργία, flexicurity, επισφάλεια, stagiaires, ανασφάλεια, εργολάβοι του Δημοσίου, Κωνσταντίνα Κούνεβα
•    Οίκοι ανοχής, μηδενική αξιολόγηση (όπα! μάλλον κάτι μπέρδεψα σ’ αυτά τα δύο)
•    Ευρωεκλογές, αποχή
•    Μπαράκ Ομπάμα
•    Νόμπελ ειρήνης — Αφγανιστάν, Ιράκ, Ιράν, Παλαιστίνη, Ουιγούροι
•    Μπερλουσκόνι κίτρινος (άρχων ΜΜΕ), ροζ (από σκάνδαλα), μαύρος (λόγω πολιτικού προσανατολισμού) και κόκκινος (από καθεδρικό ναό στα άρτι ανακαινισμένα μούτρα)
•    Απόσυρση παλιών αυτοκινήτων για την ενίσχυση της οικονομίας (της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας, της Κορέας κ.λπ.)
•    Εθνικές εκλογές, αποχή (κι εδώ), έλλειμμα, χρέος, αλήθειες και ψέματα
•    Το ανέκδοτο της ενωμένης Αριστεράς (οποίος κλαυσίγελως): Αλέξης, Αλέκος και Αλέκα (κάτι τρέχει με το όνομα, δεν μπορεί…)
•    e-government, πράσινη ανάπτυξη, προστασία (;) του πολίτη, δικαιώματα, σακίδιο με μολότοφ και πιτζάμες
•    Πυρκαγιές (ξανά και ξανά και… άντε πάλι)
•    Κλιματική αλλαγή, Παγκόσμια Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, (μη) δεσμεύσεις
•    Αν η Γη ήταν τράπεζα, οι κυβερνήσεις θα την είχαν σώσει
•    Σταυροί στις σχολικές αίθουσες, (όχι) τζαμιά στην Ελβετία
•    Πρόσφυγες, μετανάστες: “λαθραίοι” άνθρωποι
•    Αναχωρήσεις θορυβώδεις ή διακριτικές (αλφαβητικά, για να μην παρεξηγηθούμε): Αλέξανδρος Αργυρίου, Μαρία Δημητριάδη, Maurice Jarre, Σπύρος Καλογήρου, David Carradine, Νίκος Κάσδαγλης, Edward Kennedy, Χρήστος Λαμπράκης, Γιάννης Μόραλης, Αλέκα Παΐζη, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Έλλη Παππά, Γαλάτεια Σαράντη, Ευγένιος Σπαθάρης, Δανάη Στρατηγοπούλου, Πάνος Τζαβέλας, Michael Jackson
•    Και μέσα σ’ όλα αυτά, να και η ΑΕΚ στον κατήφορο χωρίς φρένα και φρένας!!!
Δια ταύτα εύχομαι σ’ όλες και όλους
η καινούργια Χρονιά να είναι, τουλάχιστον, Κ α λ ύ τ ε ρ η

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Το φύλο των Χριστουγέννων

Είναι πολλά τα άρθρα που δημοσιεύονται τέτοιες μέρες για τον Άγιο Βασίλη και την όλη ατμόσφαιρα που περιβάλλει το μύθο του. Από την όλη διαδικασία το πιο μαγικό στάδιο είναι όταν αποκτούν τα παιδιά το δώρο που ακριβώς επιθύμησαν· γι’ αυτό είναι και το πιο χαρούμενο. Όμως το πιο γοητευτικό διάστημα είναι εκείνο στο οποίο τα παιδιά προσπαθούν να κάνουν τη δύσκολη επιλογή και ν’ αποφασίσουν ποιο τελικά δώρο θα ζητήσουν στο γράμμα που με τόση προσδοκία θα συντάξουν με παραλήπτη τον αγαπημένο τους άγιο, που είναι άλλωστε και ο πρώτος που μαθαίνουν.
Σ’ ένα τέτοιο λοιπόν άρθρο, σχετικό με τα γράμματα στον Άγιο Βασίλη, την προσοχή μου τράβηξε μια λεπτομέρεια χαμένη μέσα στο πλήθος των χαριτωμένων πληροφοριών: «Παίρνουμε γράμματα και από αρκετούς ενήλικες, ιδιαίτερα μητέρες που θέλουν κάποιος να τις ακούσει, κάπου να εναποθέσουν τη σκέψη τους», μας λέει μία από τις υπευθύνους των Ελληνικών Ταχυδρομείων.
Προσπερνώ —χωρίς καθόλου να το παραγνωρίζω— το γενικό, που αφορά στα προβλήματα των ενηλίκων, και στέκομαι στις μητέρες. Αναρωτιέμαι για το πώς φτάνει μια μητέρα να γράψει ένα τέτοιο γράμμα. Ποια μοναξιά την οδηγεί μέχρι εκεί; Ποια αδιέξοδα τη στριμώχνουν τέτοιες μέρες “χαράς και αγάπης”; Τη φαντάζομαι ολομόναχη να βολοδέρνει ολημερίς με τη φροντίδα για το μεγάλωμα των παιδιών της. Την ακούω ν’ αναστενάζει, να μονολογεί, να ρωτάει και απόκριση να μην παίρνει. Βλέπω τις σκέψεις της να πεταρίζουν σαν τρομαγμένα πουλιά σε κλειστό δωμάτιο. Αγγίζω την ερημιά της. Να βαρέθηκε άραγε ν’ ακούει την ηχώ της φωνής της; Να πίστεψε τάχα ότι το γράψιμο θα της πρόσφερε κάποιο στήριγμα; Έκλεψε μήπως από τα κάλαντα το χαρτί και το καλαμάρι ψάχνοντας για συμπονετικό ακροατή;
Μάλλον αφέθηκε να βυθιστεί κι αυτή στις ιστορίες που λέει στα παιδιά της αναζητώντας ένα έσχατο καταφύγιο. Εκεί, στον φανταστικό κόσμο του παραμυθιού, όπου πάντα υπάρχει κάποιος καλόβουλος (άγιος, ξωτικό, νεράιδα), που ακούει, ανταποκρίνεται και πραγματοποιεί δια μαγείας τις ευχές και τις επιθυμίες των ταλαιπωρημένων. Η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη, η Ωραία Κοιμωμένη μ’ αυτόν τον τρόπο σώθηκαν και παντρεύτηκαν.
Λέτε να σταμάτησαν οι ανάγκες τους για βοήθεια, όταν έγιναν μητέρες;

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Frohe Weihnachten

Τα τελευταία 25 χρόνια είναι λίγες οι φορές που έστησε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και διακόσμησε ανάλογα το σπίτι και την εξώπορτα. Αυτές οι τελευταίες μέρες του έτους είναι εξαιρετικά δύσκολες. Χωρίς να είναι ακριβώς δυσάρεστες, κουβαλούν μια βαθιά μελαγχολία. Συννεφιάζουν από τη δυσβάσταχτη απώλεια, τη βουρκωμένη “νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής”.
Η αλήθεια είναι ότι αυτές τις μέρες η μητέρα της κάνει πιο επώδυνα αισθητή την απουσία της. Τα Χριστούγεννα είχαν για κείνη μια ιδιαίτερη βαρύτητα και κατάφερνε με μικρές κι ασήμαντες τελετουργίες να μεταδίδει την πηγαία χαρούμενη διάθεσή της σ’ όλη την οικογένεια. Έβαζε τα δυο παιδιά σ’ όλες τις διαδικασίες, είτε ήταν απλές είτε μπελαλίδικες, όπως τις έλεγε. Το καθάρισμα του σπιτιού, τα ψώνια, η ετοιμασία των γλυκών ή των έκτακτων φαγητών μετατρέπονταν σε ομαδική διασκέδαση. Το άγχος της έγκαιρης και σωστής προετοιμασίας γινόταν ενθουσιασμένη προσδοκία.
Την πρώτη μέρα των χριστουγεννιάτικων διακοπών ο πατέρας έβαζε τη σκάλα και κατέβαζε από το πατάρι το δέντρο και τις κούτες με τα στολίδια του, τις γιρλάντες και τη φάτνη. Η γιαγιά γύρναγε την πολυθρόνα της προς τη γωνιά που θα το στήνανε κι έπαιρνε τη θέση του επιθεωρητή, που μόνο μπράβο ήξερε να λέει. Καθώς η μητέρα της άνοιγε τις κούτες, εκείνη έβαζε στο πικάπ το δίσκο με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια από την παιδική χορωδία της Βιέννης (έναν από τους πρώτους δίσκους που αγόρασε με το παιδικό της χαρτζιλίκι). Την ώρα που η μητέρα της τακτοποιούσε τα κλαδιά του δέντρου σιγοτραγουδώντας σε μια σκληρή γλώσσα που στο στόμα της γινόταν σχεδόν μελωδική, εκείνη ξετύλιγε προσεκτικά ένα-ένα τα εύθραυστα πολύχρωμα στολίδια ανακαλύπτοντας κάθε φορά και κάποιο που δεν θυμόταν ότι το είχαν ή κάποιο που θυμόταν ακριβώς πότε και πώς ακριβώς το απέκτησαν. Σ’ αυτές τις στιγμές της διακοσμητικής προσήλωσης έβρισκε ευκαιρία ο μικρός της αδελφός ν’ αρπάξει την ασημένια κορφή του δέντρου και να τη μετατρέψει στο Excalibur της φαντασίας του. Ήταν το στολίδι που χρειάστηκε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια να αντικατασταθεί.
Παρά τα στενόχωρα οικονομικά, τα δώρα αγοράζονταν και αμπαλάρονταν κρυφά. Από όλους για όλους, όλα με τις αγαπησιάρικες καρτούλες τους. Ακόμη κι ο Βενιαμίν της οικογένειας συμμετείχε αγοράζοντας και τυλίγοντας καραμέλες ή γλειφιτζούρια, για να έχει να βάλει κι αυτός κάτι κάτω από το δέντρο. Παράλληλα, επιδιδόταν σ’ ένα ιδιάζον κυνήγι του θησαυρού. Κάθε χρόνο προσπαθούσε ν’ ανακαλύψει πού στο καλό καταχὠνιαζαν οι γονείς τα δώρα, αφού κι εκείνοι από τη μεριά τους φρόντιζαν ν’ αλλάζουν διαρκώς κρυψώνα. Αν και όταν τα κατάφερνε, περνούσε κρυφές μαγεμένες ώρες κοιτώντας τα πακέτα και προσπαθώντας να μαντέψει ποιο προοριζόταν για κείνον και τι άραγε να περιείχε. Ωστόσο, το περιτύλιγμα δεν το άγγιζε.
Σ’ αυτό κρυφό —κοινό μυστικό— παιχνίδι δεν συμμετείχε εκείνη, δίνοντας τάχα ως μεγαλύτερη αδελφή το καλό παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, απολάμβανε να επιμηκύνει την ένταση της προσμονής. Προτιμούσε το ταξίδι από την ίδια την Ιθάκη, κι ας μην είχε ακόμα διαβάσει Καβάφη. Γι’ αυτό και όταν ερχόταν η ώρα, άνοιγε με αργές, εκνευριστικά αργές κινήσεις το πακέτο της. Και, ενώ οι άλλοι σχολίαζαν την ψυχραιμία ή και την αδιαφορία της, εκείνη γευόταν ένα-ένα τα συναισθήματά της, μέχρι την πλήρη αποκάλυψη του δώρου της. Οι εκφράσεις στα πρόσωπά τους γίνονταν ο καθρέφτης της ψυχής τους στην ψυχή της.
Το πιο εκφραστικό πρόσωπο ήταν αυτό της μητέρας της. Τα μητρικά μάτια που μεγάλωναν με παιδική περιέργεια, που μισόκλειναν σε διαγνωστικές προσπάθειες, που λάμπανε νικητήρια στην επιτυχία του δώρου, που μέλωναν στις παιδικές αγκαλιές. Τα μάτια που πολλαπλασίαζαν τη δική της χαρά, όταν τα κοιτούσε.
Εκείνη μεγάλωσε. Ο αδελφός της μεγάλωσε κι αυτός. Δεν τους πέρασε όμως ποτέ από το μυαλό να λείψουν από την οικογενειακή χριστουγεννιάτικη ιεροτελεστία. Τους ήταν αδιανόητο. Δεν ένιωθαν αλλιώς τα Χριστούγεννα.
Ένα χαμόγελο και η μητρική αγκαλιά ήταν μέχρι πριν από 25 χρόνια τα Χριστούγεννα.
Τώρα ο αδελφός της με τη γυναίκα του στήνουν το ανάλογο τελετουργικό στη δική τους οικογένεια. Τώρα εκείνη ντρέπεται για το δέντρο στο πατάρι και το χαλασμένο πικάπ, μόνον όταν τ’ ανίψια της απορημένα τη ρωτάνε γιατί δεν στόλισε κι εκείνη το σπίτι της. Τώρα σιγομουρμουρίζει εκείνη, με άλλο νόημα πια, το Stille Nacht.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Χρονικές αντιστάσεις

Ξεφύλλισε το ημερολόγιό της. Δηλαδή ημερολόγιο ακριβώς δεν είναι, αφού υπάρχουν μικρά έως τεράστια χρονικά διαστήματα σιωπής. Λείπει η πειθαρχία των τακτικών εγγραφών. Περισσότερο είναι μια άναρχη καταγραφή σκόρπιων σκέψεων. Μπα, ούτε κι αυτό. Τουλάχιστον όχι μόνο αυτό. Μάλλον πρόκειται για σύντομες σημειώσεις αντιδράσεων, άλλοτε εγκεφαλικών και άλλοτε συναισθηματικών, στα όσα συμβαίνουν στον έξω και τον έσω κόσμο.
Ευτυχώς που δεν είναι δημοσιογράφος. Αν ήταν, μόνο με μηνιαίο έντυπο θα μπορούσε να συνεργαστεί, και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιφύλαξη. Γιατί η σχέση της με σημαδιακές ημερομηνίες και συνταρακτικά ή ασήμαντα γεγονότα φαντάζει εντελώς ασυντόνιστη. Το στοιχείο της επικαιρότητας, χωρίς να απουσιάζει βέβαια, είναι βαθιά καταχωνιασμένο.
Απλώς, εκείνη προτίμησε την ελευθερία της απόλυτης υποκειμενικότητας. Επέλεξε, σ’ αυτό το μικρό και απόλυτα προσωπικό κομμάτι της ζωής της, το δικαίωμα στον ατομικό χρόνο. Έτσι, επιτρέπει στον εσωτερικό ρυθμό της να λειτουργεί –έστω αυτός μόνο– ελεύθερος και ανεξάρτητος από αντικειμενικές ρυθμίσεις και εξωτερικούς καταναγκασμούς. Να παράγει όταν θέλει, ό,τι θέλει και όσο θέλει. Χαρίζει στον εαυτό της την πολυτέλεια να τεντώνει το χρόνο τόσο, όσο εκείνη νιώθει απαραίτητο, ακόμη και φαινομενικά να τον σπαταλά αναξιοποίητο.
Και γιατί όχι; Σε μια εποχή, που ο χρόνος και η ταχύτητα θεοποιούνται στο κυνήγι της ευτυχίας, εκείνη ξεκλέβει πολύτιμες στιγμές ανύποπτης διάρκειας και ανυποψίαστης ευδαιμονίας. Με τη δική της μικρή και κρυφή, άρρητη και υποκειμενική, χρονική επανάσταση καταργεί τα εξωτερικά αντικειμενικά μέτρα και σταθμά. Ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της εσωτερικότητας και εγκαθιδρύει εκεί ένα μικρό και κρυφό, αδήλωτο και ελεύθερο κρατίδιο. Αυτό του προσωπικού χρόνου.
ΥΓ: Το υπουργείο εξωτερικών σχέσεων αυτού του κρατιδίου διπλωματικότατα σας εύχεται «Καλές Γιορτές»!

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Η ελπίδα της ανθρωπιάς μας

Στο τρίγωνο των Βερμούδων της Αθήνας (διασταύρωση Αλεξάνδρας και Κηφισίας), για ν’ αποφύγει τη μαγκιά ενός νεοέλληνα Σουμάχερ, ο οδηγός του διπλού και όχι πολύ γεμάτου λεωφορείου αναγκάστηκε να κοκαλώσει το όχημά του. Οι επιβάτες πήγαν κι ήρθαν σαν το κύμα που σπάει στα βράχια, νιώσανε σα μαϊμούδες κρεμασμένες στις χειρολαβές, αλληλοποδοπατήθηκαν. Οι γυναικείες φωνές αρκέστηκαν σε κάποιες στριγκλιές. Οι ανδρικές, από την άλλη, αναζήτησαν την εκτόνωση στις γνωστές «αβρότητες». Ένας ηλικιωμένος βρέθηκε στο πάτωμα, τρία τέσσερα μέτρα μακριά από το κάθισμά του.
Όταν καταλάγιασε η αναταραχή, κάποιοι –πολύ λίγοι, είναι η αλήθεια– έστρεψαν την προσοχή τους και στον πεσμένο άνθρωπο. Οι άντρες κοιτούσαν από απόσταση. Δυο κυρίες προσπάθησαν να τον σηκώσουν, χωρίς βέβαια να το καταφέρουν. Εκείνος απέμενε ξαφνιασμένος ακόμη από την προδοσία των χειμώνων που κουβαλούσε και αμήχανος μπροστά στη γυναικεία βοήθεια. Στην εποχή του, βλέπετε, το φύλο υπερτερούσε της ηλικίας στα κριτήρια της ευγένειας. Ντροπιασμένος διαβεβαίωνε ότι δεν είχε πάθει τίποτε, ότι ήταν καλά κι ότι θα σηκωνόταν μόνος του.
Ένας νέος άντρας τον πλησίασε σιωπηλός. Το βλέμμα του κοιτούσε κατάματα το γέροντα με μια αντρίκια κατανόηση. Του άπλωσε το χέρι σαν να ήθελε να κλείσει μια συμφωνία μαζί του. Με τη στιβαρή του χειραψία ο ηλικιωμένος ξαναβρέθηκε όρθιος στα πόδια του με αποκατεστημένη την αξιοπρέπειά του. Ευχαρίστησε τον νέο κι εκείνος, πάλι χωρίς να μιλήσει, χαμογέλασε ανεπαίσθητα, ένευσε με το κεφάλι σ’ ένα βουβό «είμαστε εντάξει, τώρα» κι επέστρεψε στη συντροφιά του στο πίσω μέρος του λεωφορείου.
Όταν ξεκίνησε πάλι το όχημα, οι ομιλίες από τα πίσω καθίσματα είχαν άγνωστο κώδικα. Σαν να γυροβολούσαν οι άνθρωποι μες στο στόμα τους τα χαλίκια από τα βουνά της μακρινής πατρίδας τους, όπως το παιδί την αγαπημένη του καραμέλα. Ο γέροντας, καθισμένος με την πλάτη προς την κατεύθυνση του λεωφορείου, τους κοιτούσε κι έμοιαζε να είναι ο μοναδικός επιβάτης που καταλάβαινε αυτούς τους αλλότριους ήχους.
Εκεί, στα πίσω καθίσματα του λεωφορείου, βρίσκεται η ελπίδα της ανθρωπιάς μας.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

...και μια μικρή υπόμνηση για ανιστόρητους

Η διαβόητη «νύχτα των κρυστάλλων», έκφραση που με υπερηφάνεια για την "ευρηματικότητά" της χρησιμοποιήθηκε αυτές τις μέρες –ίσως λόγω του συνειρμού: οι τζαμαρίες παραπέμπουν στα τζάμια και αυτά στα κρύσταλλα(!!!)– ήταν νύχτα βίας οργανωμένης από το ναζιστικό καθεστώς κατά των Εβραίων.
Ας μην ψέγουμε τη νεολαία για τις ελλιπείς ιστορικές της γνώσεις. Φροντίζουν οι ταγοί μας παντοιοτρόπως γι’ αυτές.

New sheriff in town

Δυο τρία συμπεράσματα από τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών:
Είναι πολύ πιο σημαντική η προστασία της περιουσίας των «νοικοκυραίων» από το άνοιγμα του κεφαλιού κάποιας ειρηνικής διαδηλώτριας ή κάποιου μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δια ταύτα ενεργούμε αναλόγως.
Σε μια διαδήλωση 200.000 ανθρώπων προσάγονται «προληπτικά» από τις αρχές της δημόσιας «προστασίας» και της «τάξεως» γύρω στα 800 άτομα. Το ποσοστό είναι αμελητέο, μόλις 0,4%. Αυτό σημαίνει ότι σε μια μελλοντικά πιθανή διαδήλωση 2.000.000 ανθρώπων νομιμοποιείται ως θετικό μέτρο η «προληπτική» προσαγωγή 8.000 ατόμων;
Μήπως μπορεί η φαεινή αυτή ιδέα να μην πάει χαμένη, αλλά να αξιοποιηθεί και σ’ άλλους τομείς; Π.χ. αν ένας μαθητής φοράει σκουλαρίκι στο φρύδι ή τα μάτια μιας μαθήτριας βγάζουν σπίθες, μπορούν να αποβάλλονται «προληπτικά» από την τάξη, ώστε το «μάθημα» να διεξάγεται απρόσκοπτα;
Περάσαμε στην εποχή της κυριαρχίας των λέξεων σε εισαγωγικά. Πίσω τους κρύβεται η χρονομηχανή που μας γύρισε «δημοκρατικά» μερικές δεκαετίες πίσω!

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Το βλέμμα του Βέγγου

Η φυσιογνωμία του, οι εκφράσεις του, η φιγούρα του ολόκληρη έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής δύσκολης. Μιας εποχής απλής μέσα στη συνθετότητά της. Μιας εποχής αθώας, όπου οι άνθρωποι γελούσαν με παιδικά αστεία (όταν γελούσαν) και έκλαιγαν με παιδικά κλάματα (όταν βέβαια επέτρεπαν στον εαυτό τους να κλάψει). Τότε που ο ελληνικός κινηματογράφος ήταν, μ’ ένα δικό του τρόπο βέβαια, ωστόσο πραγματικά και γνήσια λαϊκός. Κι ήρθε αυτός, ο Θανάσης, ο Θανάσης μας, και μας έκανε να γελάσουμε με τα χαστούκια που ασταμάτητα έτρωγε, με τα ίχνη κρέατος που ανακάλυπτε σε μια οδοντογλυφίδα της Κατοχής, με την τρεχάλα να θρέψει την οικογένεια, να τους φροντίσει όλους: τους συγγενείς, τους φίλους, τους γείτονες –κι εμάς μαζί. Ήταν αυτός που κατάφερε να ενώσει «εις σάρκα μίαν» το γέλιο και το κλάμα του Έλληνα. Να πραγματώσει στην ουσία του τον κλαυσίγελω του νεοέλληνα βιοπαλαιστή.
Το βλέμμα του όμως ήταν το εκφραστικότερο μέσο του. Μονίμως εν απορία. Απορία παιδιού που προσπαθεί να συλλάβει την πολυπλοκότητα του κόσμου. Διαρκώς κατάπληκτος. Με την κατάπληξη του αδικημένου που αδυνατεί να κατανοήσει το μέγεθος της σκληρότητας του ισχυρού. Τα μάτια του ορθάνοιχτα πλημμύριζαν το πρόσωπό του. Γίνονταν κραυγάζουσα αφωνία. Καθρέφτιζαν το παιδί που άκον εξέπιπτε από τον παράδεισο του παραμυθιού στην κόλαση της πραγματικότητας. Κι αυτό του το βλέμμα τον έκανε πιο δικό μας. Γιατί αυτή η επώδυνα γεννημένη απορία του και αυτή η οδυνηρή του κατάπληξη δήλωναν ότι του συνέβαιναν ακριβώς τα αντίθετα απ’ όσα περίμενε: το κακό αντί της καλοσύνης, η σκληρότητα αντί της ανθρωπιάς, το δίκαιο της πυγμής αντί της δικαιοσύνης. Τις προδομένες μας προσδοκίες διαβάσαμε στο βλέμμα του και ταυτιστήκαμε μαζί του.
Τώρα τον είδα σε διαφημιστικό τρέιλερ στην ΕΤ3 για κάποια ντοκιμαντέρ σχετικό με τη Μακεδονία, αν δεν κάνω λάθος. Τρόμαξα. Το βλέμμα του δεν απορούσε, καμία κατάπληξη δεν μαρτυρούσε. Ήταν απλώς θλιμμένο. Ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη βαθιά και πλήθουσα. Οι προσδοκίες, που τόσες φορές μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια προδόθηκαν, τελικά έσβησαν οριστικά. Τη θέση τους κατέλαβε ο κυνισμός και ο συμβιβασμός.
Ακόμα και το γέλιο τώρα προκαλείται από την εβδομαδιαία δόση της τηλεοπτικής χοντροκομμένης σάτιρας που αισχρά σατιρίζει την αισχρότητα της νεοελληνικής μιζέριας σ’ ένα σύστημα που όχι μόνο της δίνει ελεύθερο βήμα, αλλά και την ακριβοπληρώνει, γιατί με το δικό της τρόπο θαυμάσια το υπηρετεί. Ένα σύστημα που ακύρωσε τις προσδοκίες μας όχι πολεμώντας τις, αλλά υποβάλλοντας την ψευδαίσθηση της ικανοποίησής τους. Και μένουμε γυμνοί μες στα κουστούμια και τις χρυσές καδένες μας, μες στα σινιέ φορέματα και τις επιθετικές γόβες μας, να μαϊμουδίζουμε τη ζεϊμπεκιά του ρεμπέτη και να τραγουδάμε παράτονα τον νταλκά του μετανάστη εκείνων των χρόνων, αλλά να αποστρέφουμε τα μάτια μας από τον άστεγο και τον πρόσφυγα του σήμερα.
Κι απέμεινε ένα βλέμμα μόνο από τα παλιά να θλίβεται μοναχικό για τη χαμένη αθωότητα, που διαρκώς απορούσε και ξαφνιαζόταν από την απουσία της ανθρωπιάς.
Γιατί, ρε Θανάση μας;

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Σωφρονισμός και σωφροσύνη

Σ’ ένα ελληνικό γυμνάσιο δύο αγόρια διεκδικούν γοητευμένα το ενδιαφέρον μιας συμμαθήτριάς τους. Εκείνη διαλέγει το ένα. Το άλλο, μαζί μ’ ένα φιλαράκι του, στήνει καυγά με τον ανταγωνιστή. Η κοπέλα παρεμβαίνει μ’ ένα χαστούκι στον επίμονο διεκδικητή. Το περιστατικό φτάνει στο σύλλογο των καθηγητών, που επιβάλλει τις εξής ποινές: από μία μέρα αποβολή στα τρία αγόρια και τρεις μέρες αποβολή στο κορίτσι. Η κοπέλα επιπλέον, κατά τον ισχυρισμό των γονέων της, «διαπομπεύεται» από τη διευθύντρια του σχολείου, που την περιφέρει από τάξη σε τάξη παρουσιάζοντας στα υπόλοιπα παιδιά ποια μαθήτρια πήρε αποβολή.
Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ' αυτή την είδηση; Τη βαθύτατη γνώση περί την ανθρώπινη φύση που επέδειξε ο σύλλογος διδασκόντων; Τη γεμάτη ευαισθησία κατανόηση της εφηβικής ψυχολογίας εκ μέρους τους; Την πλήρη σοφίας παιδαγωγική αντίληψη της έννοιας του φρονηματισμού από την πλευρά της «κεφαλής» της σχολικής μονάδας; Ακόμα κι αν δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες της όλης ιστορίας –της οποίας τη συνέχεια ανέλαβε πλέον εισαγγελέας–, πώς είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να διεκδικούν τον τίτλο του εκπαιδευτικού;
Κι όλα αυτά βέβαια, μόνο σχετικά με το αν θα έπρεπε καν να αντιμετωπιστεί το όλο περιστατικό με κάποια τιμωρία. Γιατί, αν πιάσουμε και την έμφυλη διάκριση στο μέγεθος των ποινών που επιβλήθηκαν, τότε θα καταλάβουμε ότι αυτή έρχεται σχεδόν χωρίς έκπληξη. Αφού ποινικοποιείται ο έρωτας, πώς γίνεται να μη φταίει η «Εύα»;
Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα αναμενόμενο απότοκο του βαθύτατου συντηρητισμού, που συνεχίζει να διατρέχει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Του συντηρητισμού που εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει ακόμα, στις αρχές του 21ου αιώνα, τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα ως φυσικά. Πόσο μάλλον να τα διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να βοηθήσει τα νέα παιδιά στις δυσκολίες αυτής της ηλικίας!
Σχεδόν ντράπηκα για τα όσα έγραφα για κάποιες μουσουλμανικές κοινωνίες τον περσινό Δεκέμβριο.
Ταυτόχρονα τρόμαξα μπροστά στο πόσα πολλά και ουσιαστικά πρέπει να γίνουν ακόμα στο χώρο της ελληνικής παιδείας!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...