Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Τεκμηριώνοντας τον Ηράκλειτο

Λειτουργεί στη ζωή με μια διαρκή αντίφαση, βίαιη, συγκρουσιακή, διχοτομική. Πολλές φορές αυτή σπάζει σε μια σειρά από επί μέρους, συχνά ταυτόχρονες, αντιθέσεις.
Είναι εγκεφαλικός και, κατά βάθος, επιφυλακτικός τύπος, αλλά ο αυθορμητισμός, η ένταση και το απόλυτο της συναισθηματικής συμπεριφοράς διεκδικούν ακατάπαυστα την επικυριαρχία από την ψύχραιμη λογική. Αναζητούσε διακαώς δασκάλους και πρότυπα ζωής, όμως την ίδια στιγμή τα αμφισβητούσε, τα υπέσκαπτε, τα γκρέμιζε.
Βάζει πάνω απ' όλα την οικογένεια, εντούτοις οικογένεια δεν δημιούργησε. Σπούδασε, μελέτησε και λατρεύει το παρελθόν, αλλά προσπαθεί επίμονα να παρακολουθεί τη σύγχρονη τεχνολογία και σαγηνεύεται από τις άγνωστες δυνατότητες του μέλλοντος. Αν και βαθύτατα ανασφαλής, διάλεξε ως επάγγελμα να διδάξει. Και, ως εκ τούτου, ασκεί εξουσία, ενώ τη μισεί.
Αντλεί την ύψιστη ηδονή από κάθε είδους σωματική απόλαυση, αλλά γοητεύεται από τις πνευματικές αναζητήσεις, στις οποίες και αναλώνεται. Ποθεί την επικοινωνία, χωρίς όμως σχεδόν ποτέ να κάνει το πρώτο βήμα, οπότε και εκφράζεται λακωνικά, κοφτά. Αγαπά τον άνθρωπο, ωστόσο φοβάται τους ανθρώπους. Γι' αυτό και έχει λίγους φίλους, παρόλο που θεωρεί πολύτιμο θησαυρό τη φιλία. Θυμώνει συχνά και έντονα, αλλά οι άλλοι βλέπουν συμπεριφορά υπομονετική, διαλλακτική, ευγενική. Επιδιώκει την ειλικρίνεια, νιώθει όμως ανειλικρινής. Έχει ξεκάθαρες και αυστηρές προσωπικές ηθικές περιχαρακώσεις, παρά την ανοχή και την κατανόηση που εισπράττει ο προσφιλής περίγυρος.
Μολονότι βιώνει βαθύτατα τη διαφορετικότητα σε πάμπολλα πεδία και δεν έχει καμία διάθεση να την απαρνηθεί, αισθάνεται επιτακτική την ανάγκη της ένταξης σε σύνολο, την παραμυθία του ανήκειν. Ίσως φταίει το ότι πρωτόειδε το φως κι έκανε τα πρώτα βήματα σε μια χώρα, της οποίας δεν είχε την ιθαγένεια, αλλά την αγάπησε πολύ ως γενέθλια. Έκανε τη γνωριμιά της ζωής ανάμεσα σε αλλόγλωσσα και αλλόθρησκα πρόσωπα, αλλά η απόσπαση από αυτά δεν έγινε με ομαλό τρόπο. Από την άλλη, όταν βρέθηκε στην ανέκαθεν και μακρόθεν αγαπημένη πατρίδα, αυτή ακριβώς η εμπειρία έφερε την αποξένωση. Υπογράμμισε μια διαφορετικότητα, που ασφαλώς δεν επιθυμεί μεν, υφίσταται δε αναντίρρητα.
Ένας διαρκής εσωτερικός εμφύλιος η ζωή, με πολυπόθητη έκβαση την παλίντονο αρμονία.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Περί θανάτου και ζωής μετά από αυτόν (2)

Έχουμε συνηθίσει με τη χρήση του όρου "μετά θάνατον ζωή" να εννοούμε τη συνέχιση της ύπαρξης του θανόντος. Είτε πρόκειται μελλοντικά για τον εαυτό μας, όταν έρθει εκείνη η κρίσιμη στιγμή, είτε για προσφιλή μας πρόσωπα. Σπάνια σκεφτόμαστε αυτό το ζήτημα για ανθρώπους, που στη διάρκεια της ζωής τους μας άφησαν αδιάφορους ή τους αντιπαθήσαμε ή και τους μισήσαμε.
Όντας κατ' εξοχήν εγωπαθές ον, ο άνθρωπος περιστρέφει ακόμη και τους φιλοσοφικούς του στοχασμούς γύρω από τον εαυτό του και από εκεί τους εξαπλώνει με ομόκεντρους κύκλους, που μπορεί να επεκτείνονται όλο και ευρύτερα, μπορεί όμως και όχι.
Είναι πολλά τα μεγάλα πνεύματα που επιχείρησαν να δώσουν απάντηση στο ερώτημα τι γίνεται μετά το θάνατο. Πολλές απαντήσεις επικεντρώθηκαν στον άνθρωπο, ξεχωρίζοντάς τον από τα υπόλοιπα έμβια όντα ως το μόνο έμψυχο. Αλλά, τι είναι ψυχή; Κάποιες άλλες απαντήσεις, με αφετηρίες από τη μια τη στενή συναισθηματική σχέση του ανθρώπου με κάποια ζώα και από την άλλη την κεντρική ιδέα της μετεμψύχωσης, συμπεριέλαβαν στα φιλοσοφικά τους οικοδομήματα και τα ζώα. Ωστόσο, επιστημονικές μετρήσεις κατέγραψαν αλλαγές στο μαγνητικό πεδίο φυτών, οι οποίες πλησιάζουν πολύ σ' αυτό που θα ονομάζαμε ψυχολογική αντίδραση. Οπότε; Τα κενά των σχετικών απαντήσεων είναι τόσα ώστε να μην πείθομαι.
Δεν ξέρω, επομένως, αν υπάρχει κάτι πέρα από το θάνατο, τη μόνη σιγουριά της ζωής μας. Ξέρω, όμως, ότι σίγουρα πέρα από αυτό το τελικό όριο δεν υπάρχει ζωή, όχι πάντως με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αποδίδουν οι ζώντες σ' αυτόν τον όρο. Αν υπάρχει κάτι, αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που βιώνουμε εν ζωή. Και η γλώσσα δεν μπορεί να σχηματίσει λέξεις ή όρους για οτιδήποτε δεν εμπίπτει στην ανθρώπινη εμπειρία, υλική, συναισθηματική ή πνευματική.
Οδηγούμαι, λοιπόν, στην άποψη πως η μόνη βεβαιότητα που έχουμε είναι ότι ζωή -ως βίος, ως βίωμα- μετά θάνατον συνεχίζει να υφίσταται μόνο για όσους εξακολουθούν να ζουν. Άλλωστε, αυτούς κυρίως αφορά ο πόνος του θανάτου και, συνεπακόλουθα, η καταφυγή στην προσδοκία πως υπάρχει κάτι επέκεινα της τελευτής.
Ταυτόχρονα, από αυτήν ακριβώς τη σκέψη προκύπτει και η "δικαιοδοσία" των ζωντανών να αξιολογήσουν τη ζωή του εκλιπόντος, κατά πόσο συνεισέφερε ή κατά πόσο έβλαψε την κοινή υπόθεση, την περιπέτεια της ζωής όλων των εμβίων. Η αξιολόγηση αυτή θα καθορίσει το είδος, τη διάρκεια και την ευρύτητα της εμβέλειας που θα έχει η ανάμνησή του, η υστεροφημία του, όπως έλεγαν οι αρχαίοι. Μόνο που -το ξεκαθαρίζω και πάλι- αυτό δεν αφορά τον τεθνεώτα, ως δόξα ή φήμη, ως υπέρτατη ανταμοιβή ή τιμωρία. Οι μετά θάνατον συνθήκες, αν υπάρχουν, είναι άγνωστες. Αυτό αφορά τους ζωντανούς και τις γνωστές μας συνθήκες και περιστάσεις. Αφορά τους ζώντες και την ποιότητα του βίου τους, υλικού, συναισθηματικού, αισθητικού, πνευματικού και ηθικού.
Η συζήτηση, συνεπώς, περί της ευτυχίας αποκτά επιπλέον διαστάσεις. Η ευτυχία, που επιμένω ότι είναι καθαρά προσωπικό βίωμα του κάθε ανθρώπου, αντλείται και προσδιορίζεται από τις ηθικές του αντιλήψεις, την αισθητική του ευαισθησία και την κοινωνικοπολιτική του στάση. Από το πόσο περιορισμένες και κοντόφθαλμες είναι οι προσλαμβάνουσές του ή το πόσο αλληλέγγυος νιώθει προς όλους/όλα, όσοι/όσα θα ζήσουν μετά από αυτόν. Είτε τους/τα αγάπησε είτε όχι. Είτε τους/τα γνώρισε είτε όχι. Είτε ζουν είτε δεν έχουν γεννηθεί ακόμη.
Εδώ έγκειται η μεγάλη πρόκληση για τον άνθρωπο: να κατορθώσει να κάνει τη μεγάλη υπέρβαση, αυτήν του εαυτού του. Να καταφέρει δηλαδή να υποτάξει το πολύτιμο ατομικό εγώ του στην υπηρεσία ενός ευρύτερου συνόλου, όχι μόνο παναθρώπινου, αλλά και συμπαντικού. Όχι μόνον οικείου, αλλά και -το δυσχερέστερο- αγνώστου.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Θερμή παράκληση

Δεν θέλω πια ούτε ν' ακούσω ούτε να δω ούτε να διαβάσω καμιά επιπλέον πληροφορία για τον Michael Jackson.
Ευχαριστώ.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Περί ευτυχίας (1)

Ξαφνικά τα μαθητικά ακούσματα -η κραυγή του Κροίσου πάνω στην πυρά "Σόλων! Σόλων!"- φωτίζεται από άλλη γωνία. Ο αρχαίος σοφός φαντάζει τώρα να έχει σπείρει ένα από τα πρώτα σποράκια, από τα οποία θα φυτρώσει η φιλοσοφία της ολοκληρωτικής απάρνησης του εαυτού.
Ή μήπως η επιλογή του συγκεκριμένου ανεκδότου και η κατάλληλη εκπαιδευτική αξιοποίησή του υπηρετούσε την αναζήτηση στηριγμάτων που θα τεκμηρίωναν σε σχήμα πρωθύστερου την ορθότητα νεότερων αντιλήψεων; Κάτι ανάλογο, ίσως, με εκείνο τον αλήστου -δυστυχώς!- μνήμης χαρακτηρισμό του Σωκράτη ως του πρώτου, προ Χριστού, χριστιανού;
Όπως και να 'χει, και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή και στην ηροδότεια αναφορά στον Σόλωνα και στη σύγχρονη επιφυλλίδα, γίνεται μια ανεπαίσθητη σημασιολογική μετατόπιση της έννοιας της ευτυχίας. Και τα δύο κείμενα φαίνονται ότι μιλούν για την ευτυχία, ενώ στην πραγματικότητα ασχολούνται με την αποτίμηση της ευτυχίας κάποιου από τρίτους.
Γιατί τι είναι ευτυχία; Είναι ένα αίσθημα ή συναίσθημα εξαιρετικά έντονης, πνευματικής αλλά και σωματικής, ευεξίας που βιώνει ένα υποκείμενο στιγμιαία ή, έστω, για μια μικρή χρονική περίοδο της ζωής του.
Είναι η πληρότητα που παραμυθεί την ψυχή μετά από μια χαλαρή, ειλικρινή, αδιαμεσολάβητη επαφή με άλλους ανθρώπους. Είναι η γαλήνη που καταλαγιάζει το ταραγμένο πνεύμα μετά την απόλαυση ενός καλλιτεχνικού γεγονότος, μιας παράστασης, ενός γλυπτού, ενός κονσέρτου, μιας ταινίας, ενός βιβλίου. Είναι η ανακούφιση που γενναιόδωρα προσφέρει μια σφιχτή γεμάτη εμπιστοσύνη παιδική αγκαλιά. Είναι η έκσταση που βιώνει το υποκείμενο στην αρμονική του ένωση με τη φύση μπροστά σε μια λαμπρή ανατολή ή μια παρήγορη δύση. Είναι το μεγαλείο κι η μεγαλοψυχία που χαρίζει η συμφιλίωση με τον μέγα μας αντίπαλο, τον εαυτό μας, μετά την επίτευξη ενός δύσκολου στόχου.
Η ευτυχία είναι βίωμα βραχύβιο, έντονο και εξαιρετικά σπάνιο. Η σπανιότητα αυτή αποδίδεται από το ίδιο το όνομά της: ευ-τυχ-ία είναι η εύνοια της τύχης ή, αλλιώς, ευ-δαιμον-ία είναι η εύνοια της θεότητας.
Πάνω απ' όλα, όμως, η ευτυχία είναι βίωμα. Βίωμα προσωπικό. Αφορά, επομένως, απολύτως τον εαυτό και, ασφαλώς, όσο ζει, όχι μετά θάνατον. Η αποτίμηση από τρίτους δεν έχει να κάνει με την ίδια την εμπειρία της ευτυχίας, αλλά μόνο με τις αιτίες από τις οποίες αυτή προκύπτει. Αξιολόγηση, και μάλιστα ηθική, με βάση προκρινόμενες αξίες μπορεί να γίνει μόνο στις πηγές, από τις οποίες αντλεί ο καθένας κι η καθεμιά μας την ευτυχία. Αυτό, ωστόσο, αποκτά κοινωνικές διαστάσεις και, σίγουρα, είναι διαρκώς υπό συζήτηση. Το ίδιο το βίωμα, όμως, δεν αποτιμάται. Ο άνθρωπος που αισθάνεται ευτυχισμένος δεν μπορεί να επιβάλει στον εαυτό του να νιώσει διαφορετικά -όπως, εξάλλου, ούτε και ο δυστυχισμένος άνθρωπος. Εδώ δεν κατορθώνει καν να ντύσει με λέξεις αυτό το βίωμα για να το περιγράψει στους άλλους. Μπορεί μόνο, πιθανόν, να προσπαθήσει να αποδώσει τις περιστάσεις, στις οποίες το γνώρισε.
Γι' αυτό, ευτυχία για μένα είναι να βρίσκομαι με ανθρώπους που την απολαμβάνουν σε συνθήκες ανάλογες με αυτές που τη βιώνω κι εγώ.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2009

Αναβολές

Έπιασε στα χέρια της το βιβλίο. Το χτύπησε μαλακά να φύγει η σκὀνη και το χάιδεψε. Ήταν ένα βιβλίο που από καιρό ήθελε να διαβάσει. Ούτε που θυμότανε πότε το είχε αγοράσει. Μόνο που όλο και κάποια άλλα βιβλία απαιτούσανε να διαβαστούνε πρώτα. Κι έτσι, το συγκεκριμένο συνέχεια ξέμενε να την περιμένει.
"Θα το διαβάσω οπωσδήποτε αυτό το καλοκαίρι", αποφάσισε μέσα της.
Την ίδια στιγμή θυμήθηκε ότι με το ξάνοιγμα του καιρού ήθελε ν' αγοράσει και ν' ακούσει καμιά δεκαριά CD που της είχανε προκαλέσει το ενδιαφέρον. Ψαχούλεψε στα σκόρπια χαρτιά πάνω στο γραφείο της. Κάπου την είχε βάλει τη λίστα. Τη βρήκε. Ήτανε πολύ πιο μεγάλη απ' ό,τι θυμότανε.
Με συνδετήρα είχε κι άλλα τρία τέσσερα χαρτιά κολλημένα πίσω της. Τα ξεφύλλισε. Ήτανε κι άλλοι κατάλογοι. Ο ένας είχε ονόματα συγγραφέων και τίτλους βιβλίων. Ο άλλος απαριθμούσε ελλειπτικές σημειώσεις για διάφορα μέρη όπου ήθελε να πάει. Δεν μπόρεσε να τις αποκωδικοποιήσει. Ο τρίτος κατάλογος είχε μικροπραγματάκια που κάποτε ήθελε να ψάξει και ν' αποκτήσει. Στο τέταρτο χαρτί βρήκε λέξεις ξεκάρφωτες, άσχετες μεταξύ τους, στοιχισμένες άναρχα τη μία κάτω από την άλλη. Ονόματα, τοποθεσίες, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, ιδιότητες, χρώματα, συμπεριφορές, πράξεις και απραξίες, που κάποιες στιγμές είχε σκεφτεί ότι κάποτε θα τις σχολιάσει. Σ' όλες αυτές τις λίστες το μελάνι άλλαζε αποχρώσεις από καταχώριση σε καταχώριση θυμίζοντάς της τα στιλό που κατά καιρούς αγάπησε όλα αυτά τα χρόνια.
"Αν μη τι άλλο, είμαι οργανωμένη", σάρκασε.
Κρατώντας ακόμη τα χαρτιά στο χέρι, προσπάθησε να ισιώσει την πονεμένη μέση της κι έσυρε τις παντόφλες της μέχρι την πολυθρόνα της. Κάθισε και σκέπασε τα γόνατά της με το μάλλινο σάλι. Απόμεινε για λίγο ακίνητη με το βλέμμα τυφλό και το μυαλό έτοιμο να ταξιδέψει. Τ' αγαπούσε αυτά τα ταξίδια σ' όλη της τη ζωή.
Μόνο που... Μόνο που απόψε, να... κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι την εμπόδιζε να φύγει. Να ξεκινήσει. Να σαλπάρει γι' άλλα μέρη. Τα χαρτιά που κρατούσε τη σπρώχνανε προς τα πίσω.
"Μα δεν θέλω να πάω πίσω. Έχω ξαναπάει εκεί. Κι έχω βρεθεί εκεί, έχω υπάρξει εκεί, στην πραγματικότητα", αντιστάθηκε ανήμπορα.
Τα χαρτιά, επίμονα, ανεμίσανε στο τρέμουλο του χεριού της.
Αφέθηκε. Παραδόθηκε. Υπέκυψε.
Ξεφύλλισε τις περασμένες μέρες της σαν σελίδες τηλεφωνικού καταλόγου. Σε μια μακρόσυρτη πομπή τα κεριά του Αλεξανδρινού τις αχνοφώτισαν. Ήτανε μονότονα γεμάτες από "θα" και "ύστερα". Λέξεις μονότονες σαν τον ήχο σιδηροτροχιάς που τη διατρέχει ένας ατέλειωτος συρμός αναβολών. Όλα τα "θέλω" και τα "λαχταρώ" της μεταφέρονταν στο μετά. Τα "πρέπει" τους έδιναν διαρκή μετάθεση γι' αργότερα.
"Morgen! Morgen! Nur nicht heute...!", θροΐσανε κοροϊδευτικά τα χαρτιά στο χέρι της.
Θρησκευόμενη χριστιανή δεν ήταν, ούτε και μουσουλμάνα. Διαπίστωνε όμως τώρα πως ολόκληρη η ζωή της θεμελιώθηκε πάνω σε μια διαρκή αποδοχή ότι μπορεί ν' αντέξει το τώρα, γιατί μετέπειτα θα..., ότι υπομένει το σήμερα, γιατί αύριο θα... Και αυτή η ακατάπαυστη αναβολή πήρε μέσα της σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις. Θα έβρισκε κάποτε τον παράδεισό της. Κάποτε. Πότε; Αφού δεν πίστευε στη μετά θάνατο ζωή -όχι πάντως για τον εαυτό της. Και, ασφαλώς, δεν θεωρούσε τον εαυτό της αθάνατο.
Μόνο στην πολιτική της συμπεριφορά διεκδίκησε νωρίτερα το καλύτερο αύριο. Κι αυτό, όμως, λες και δεν την αφορούσε την ίδια. Οποίες αντιφάσεις!
Οι μπλαβιασμένες φλέβες του χεριού της χαλαρώσανε. Τα χαρτιά με τις λίστες χαράξανε χαμόγελα στον αέρα πριν ακουμπήσουνε μαλακά χάμω. Σε λίγο έδυσε κι ο ήλιος και το δωμάτιο βυθίστηκε στο ήσυχο σκοτάδι.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Περί καπνίσματος απορία

Λένε ότι ο πιο σίγουρος μακροπρόθεσμα τρόπος για ν' απαλλαγεί κάποιος από τον εθισμό του (στη νικοτίνη, στο αλκοόλ, στις υπόλοιπες ουσίες) είναι πρώτα να ομολογήσει ο ίδιος στον εαυτό του ότι έχει πρόβλημα κι ύστερα να οδηγηθεί μέσα από μοναχική εσωτερική διεργασία στην προσωπική απόφαση να το αντιμετωπίσει. Αντίθετα, κάθε εξωτερική επιβολή, αν προηγηθεί των δύο κρίσιμων σταδίων που προαναφέρθηκαν, μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα, ακόμη και σε επιδείνωση του προβλήματος εθισμού. Γιατί οι απαγορεύσεις, οι κυρώσεις και οι ποινές προκαλούν σχεδόν ενστικτώδεις αντιδράσεις. Έτσι δεν είναι;
Αυτή είναι μάλλον και η προσωπική μου επιφύλαξη για την αποτελεσματικότητα των πρόσφατων κατά του καπνίσματος μέτρων.
Το μόνο που τους αναγνωρίζω είναι η όποια προστασία θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν στους αθώους, τους λεγόμενους "άκαπνους", ενήλικες ή ανήλικους. Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι είναι και το πιο ισχυρό επιχείρημα για να κόψει κανείς το τσιγάρο: από αγάπη για τους άλλους (μια και τον εαυτό μας δύσκολα τον αγαπάμε πραγματικά). Μόνο που αυτή η οπτική δεν αξιοποιήθηκε αρκετά από την αντικαπνιστική εκστρατεία.
Σε αναμονή αποτελεσμάτων... μια παραπομπή:

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Φωτεινή είδηση, σκοτεινές σκέψεις

Αλιεύω από τα ψιλά των ειδήσεων: Άστεγη μπαίνει στο Χάρβαρντ.
Πρώτ' απ' όλα, υποκλίνομαι μπροστά στη δύναμη της θέλησης αυτής της κοπέλας. Η δύναμη αυτή ήταν ο μόνος σταθερός παράγοντας στη ζωή της. Ίσως και η μητέρα της -αυτό δεν μπορώ να το ξέρω με σιγουριά. Από την άλλη, είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν ήταν κάποιο σχολείο που διαμόρφωσε και στήριξε αυτόν το χαρακτήρα. Άλλαξε άλλωστε 12 διαφορετικά σχολεία στη διάρκεια της φοίτησής της. Άρα, το επίτευγμά της είναι αποκλειστικά δικό της.
Θαυμασμός, λοιπόν.
Κι ύστερα, ντροπή. Ντροπή για κάθε μαθητή ή μαθήτρια που προφασίζεται πρόσκαιρες δυσκολίες και αντιξοότητες ώστε να μην ανταποκρίνεται, έστω και μακροπρόθεσμα, στις μαθησιακές υποχρεώσεις.
Τέλος, σαν πικρή απόγευση, περισυλλογή περί την πολιτική. Νέα ντροπή.
Αυτή η είδηση δεν έπρεπε να υπάρχει!
Εξηγούμαι. Τι έχουμε εδώ; Μια εξαιρετική περίπτωση στην οποία η ατομική μοναχική προσπάθεια -κοπιώδης, επίμονη, επώδυνη, μακρόχρονη- ευοδώνεται και επιβραβεύεται. Ε, και πού είναι το κακό; θα μου πεις. Μα ακριβώς αυτό: η εξαιρετικότητά της. Αποτελεί, κυριολεκτικά, εξαίρεση.
Ας το σκαλίσουμε λίγο. Τι επιτυγχάνει αυτή η εξαίρεση; Η επιβράβευση, από έναν ιδιωτικό φορέα (Χάρβαρντ), μιας ατομικής μεμονωμένης, μίας στο εκατομμύριο (μάλλον υπολογίζω υψηλότερο ποσοστό του πραγματικού), δεν αφήνει να σβήσει εντελώς η ελπίδα για την "αλήθεια" του αμερικάνικου ονείρου. Το αίσιον τέλος αυτής της ιστορίας λειτουργεί σαν άλλοθι. Αυτή η επιβράβευση -που καλά, πολύ καλά έκανε και έγινε, για να είμαι ξεκάθαρη- έρχεται να χρησιμοποιηθεί σαν ενισχυτικό στοιχείο, σαν απόδειξη της ορθότητας ενός συστήματος που στηρίζει (και στηρίζεται από) την ατομικότητα και που, γι' αυτό, καλλιεργεί τον ατομικισμό.
Πόσο δύσκολο είναι, σ' ένα τόσο φωτεινό κι ελπιδοφόρο παράδειγμα, να μιλήσει κανείς για τις αρνητικές πλευρές του! Πόσο μίζερο φαντάζει κάτι τέτοιο!
Μπορώ ωστόσο να ψελλίσω μόνο μερικά ερωτήματα: Γιατί έπρεπε αυτή η νέα κοπέλα να ζήσει όπως έζησε; Το κοινωνικό σύνολο δεν μπορούσε να της προσφέρει κάτι καλύτερο λίγο νωρίτερα; Πόσα άλλα παιδιά με την ίδια αφετηρία οδηγούνται σ' εντελώς διαφορετική κατάληξη; Η κοινωνία δεν μπορεί να εξασφαλίσει στα μέλη της τα στοιχειώδη;
Αυτά τα ερωτήματα όμως ξυπνούν συλλογικές ευθύνες, όπως απαιτούν και συλλογικές δράσεις. Αυτά τα ερωτήματα δημιουργούν ρωγμές στα θεμέλια του ατομικιστικού συστήματος και καλό είναι να μην πολυακούγονται.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...