Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Αγγίζω το κόκκινο



Την πλησίασε με το βλέμμα καρφωμένο στα μάτια της κι εκείνα μαγνητισμένα βυθίστηκαν στα βάθη του. Το αριστερό του χέρι αγκάλιασε τρυφερά τη δεξιά παλάμη της και την ακούμπησε στη μέση του στέρνου του. Καθώς το ξανατέντωνε αργά, σ’ ένα ρυθμό 4/4, το δεξί του χέρι σχημάτιζε ένα μικρό παραλληλόγραμμο χώρο και μέσα εκεί την έκλεινε πιέζοντας σταθερά τη βάση της μέσης της μέχρι να κολλήσουν τα κορμιά τους και να κινηθούν σαν ένα. Απλώνονταν στο χώρο για να πουν την ιστορία τους. Και χρειαζόταν πολύ χώρο το πάθος τους, ο έρωτάς τους και τα πάθη του, για να ξεδιπλωθούν. Να ζωγραφίσουν την αγάπη τους με τα μάγουλα ακουμπισμένα το ένα στο άλλο σαν σκουπίζει το ένα τα δάκρυα από το άλλο. Να χρωματίσουν, με κολλημένα μέτωπα και βλέμμα συνοφρυωμένο, το θυμό τους που φούντωνε απειλητικά. Με τα σώματά τους να συστρέφονται, να γυρίζουν το καθένα σε διαφορετική κατεύθυνση σε μια προσπάθεια ν’ απαγκιστρωθεί το ένα από το άλλο. Τα πόδια τους να σηκώνονται, να λυγίζουν, να τεντώνονται, αλλά να μην πραγματοποιούν τελικά το βήμα που απειλούσαν —ή υπόσχονταν;— κι ύστερα πάλι να συγχρονίζονται σε αρμονική αντίστιξη, να επιτίθενται ή να υποχωρούν. Ωστόσο, όλη αυτή την ώρα, τα χέρια τους να επιμένουν, να μην αποχωρίζονται, ν’ αγγίζονται διαρκώς. Τη μια στιγμή να σκληραίνει το ένα σώμα και ν’ αποστρέφεται την ικεσία του άλλου κορμιού και την άλλη να γίνεται αυτό που παρακαλάει, που ζητιανεύει τον έρωτα. Και όλη αυτή η κίνησή τους μέσα στο χώρο να είναι στην πραγματικότητα η κίνηση του δικού τους αποκλειστικού και περιφραγμένου χώρου μέσα στο χώρο όπου κινούνται οι άλλοι, που όμως γι’ αυτούς δεν υπάρχουν. Γιατί εκείνοι οι δύο είναι εκεί, μέσα, αγκαλιασμένοι, ερωτευμένοι με κάθε τετραγωνικό του κορμιού τους…
Tango στα λατινικά σημαίνει «αγγίζω». Η Αργεντινή είναι ισπανόφωνη χώρα, όπως και η Ουρουγουάη, η δεύτερη χώρα στην οποία επίσης έκανε τα πρώτα του βήματα αυτός ο χορός. Tango όμως ήταν και μια λέξη που απαντιέται ήδη στην Ανδαλουσία της Ισπανίας για ένα είδος μουσικής —πολύ διαφορετικό βέβαια από το αργεντίνικο tango. Υπάρχει ακόμα και η εκδοχή ότι η λέξη tango προήλθε από τους αφρικανικής καταγωγής κατοίκους της Αργεντινής που, συνδυάζοντας τη λέξη που απέδιδε το θεό στο γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής του Νίγηρα και του Κονγκό με την ισπανική λέξη για το τύμπανο (tambor), θέλησαν έτσι ν’ αποδώσουν τον κλειστό χώρο ή το προστατευόμενο έδαφος.
Όπως και να ’χει, ο χορός αυτός γεννήθηκε στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα στην Αργεντινή. Εκεί συρρέει μεγάλος αριθμός φτωχών μεταναστών από πολλά μέρη της γης (Αφρικανοί, Ισπανοί, Πολωνοί, Ιταλοί, Ρώσοι, Βρετανοί, Γάλλοι κ.λπ.), που ζητούν στον ήλιο μοίρα σ’ αυτή την πλούσια κι αχανή χώρα. Οι περισσότεροι μετανάστες που καταφτάνουν εδώ είναι άντρες μόνοι, που είτε ελπίζουν κάποτε να επιστρέψουν στις πατρίδες τους με περιουσία είτε προσδοκούν να φτιάξουν εδώ τη ζωή τους και μετά να φέρουν την οικογένειά τους ή νύφες από τους τόπους καταγωγής τους. Τα πράγματα όμως δεν είναι ούτε απλά ούτε εύκολα. Στο Μπουένος Άιρες και το Μοντεβιδέο συσσωρεύονται φτωχοί μετανάστες και στις φτωχικές γειτονιές γρήγορα διαμορφώνεται το κοινωνικό περιθώριο.
Νεαροί άντρες, γεννημένοι οι περισσότεροι εδώ, φτωχοί και μεικτής καταγωγής, οι compadritos, υιοθετούν ως αμφίεση αδέξια καπέλα, μαντίλια χαλαρά δεμένα στο λαιμό, μπότες με ψηλά τακούνια και μαχαίρια περασμένα με άνεση στη ζώνη. Αυτοί αναζητούν διασκέδαση σε αφρο-αργεντίνικα καταγώγια, όπου πρωτοβλέπουν εκδοχές του candombe, είδος θρησκευτικού αφρικάνικου χορού με κρουστά, που χορεύουν οι απελευθερωμένοι σκλάβοι μετά την κατάργηση της δουλείας το 1853. Από εκεί μεταφέρουν μια πρώτη, πρώιμη μορφή του χορού στα μπαρ, τις αίθουσες χορού και τα πορνεία που υπήρχαν στα Corrales Viejos, περιοχή των σφαγείων του Μπουένος Άιρες. Γι’ αυτό και ο χορός αυτός συχνά χορεύτηκε από άτομα του ιδίου φύλου, δύο άντρες ή δύο γυναίκες.
Σ’ αυτούς τους χώρους σιγά σιγά συμπληρώνονται βήματα στο χορό και αξιοποιούνται στοιχεία από το πλούσιο πολιτιστικό χαρμάνι των ανθρώπων που βρέθηκαν εκεί. Τα βαλς και οι πιο λαϊκές πόλκες και μαζούρκες είναι οι πρώτοι χοροί που επέτρεψαν σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα να χορέψουν με επαφή μεταξύ τους και ετοίμασαν τον ερχομό του tango, που όχι μόνο απελευθέρωσε τους χορευτές από συγκεκριμένα βήματα επιτρέποντας και επιδιώκοντας τον αυτοσχεδιασμό, αλλά και προχώρησε την επαφή μεταξύ των χορευτών πολύ πέρα από τις άκρες των χεριών τους.
Αυτοί οι χοροί αναμείχθηκαν με τις habaneras, λαϊκούς χορούς της Κούβας, και δημιουργούν ένα νέο είδος μουσικής, τη milonga, που είναι και ο πρόγονος του tango. Βάλτε και τις μπότες των gauchos (οι γελαδάρηδες της Αργεντινής) και τα παλαμάκια από την Ανδαλουσιανή μουσική και σιγά σιγά η εικόνα ξεκαθαρίζει. Το tango θα εξαπλωθεί στις επαρχιακές πόλεις της Αργεντινής και διασχίζοντας το Ρίο ντε λα Πλάτα θα φτάσει μέχρι το Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης.
Ουδείς βέβαια προφήτης στον τόπο του. Η μεγαλοαστική κοινωνία του Μπουένος Άιρες περιφρονεί αυτόν τον περιθωριακό χορό. Οι πλούσιοι όμως νεαροί γόνοι της στις αρχές του 20ού αιώνα θα τον μεταφέρουν στα ταξίδια τους στις μεγάλες πρωτεύουσες. Θα θελήσουν να καταθέσουν τη δική τους χορευτική ταυτότητα στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο και, φυσικά, το Παρίσι, την παγκόσμια πολιτιστική πρωτεύουσα. Και ασφαλώς θα γοητεύσουν τους πάντες. Στο απόγειό του θα φτάσει το tango στη δεκαετία το ’20, με τον γόη της εποχής Rodolfo Valentino να δίνει μια εξωραϊσμένη κινηματογραφική εκδοχή του.
Το bandoneón, ένα είδος ακορντεόν πολύ δημοφιλές σ’ αυτές τις δύο χώρες, θα γίνει στα τέλη του 19ου αιώνα το βασικό όργανο αυτής της μουσικής, που παιζόταν αρχικά από κιθάρα, βιολί και φλάουτο, που αργότερα αντικαταστάθηκε από διπλό μπάσο, ενώ προστέθηκε και το οργανέτο. Τελικά το σχήμα μπάντας που υιοθετήθηκε απαρτιζόταν από πιάνο, διπλό μπάσο, δύο βιολιά και δύο bandoneón. Με την εξέλιξη της μουσικής αυτής θα συνδέσουν το όνομά τους σημαντικοί μουσικοί, όπως ο Gerardo Matos Rodriguez, που θα μας χαρίσει στα 1916 την αθάνατη Comparsita, ο Carlos Gardel, ο τραγουδιστής-σύμβολο του tango στη χρυσή του εποχή, ο Astor Piazzola  του nuevo tango, ο Litto Nebbia που θα προωθήσει το συνδυασμό του tango με τη jazz, για να φτάσουμε και στους νεότερους Gotan Project.
Ο αισθαντικός αυτός χορός θα εμπνεύσει μουσικούς σε όλο τον κόσμο και σ’ όλες τις εποχές. Ενδεικτικά θα θυμίσω το εκπληκτικό Ausencia (Απουσία) του Goran Bregovic που ακούστηκε στο Underground του Emir Kusturica.
Από το Αν βγουν αλήθεια του Αττίκ και το Ταγκό της Αθήνας του Γιώργου Μουζάκη μέχρι το Για ένα τανγκό της Χάρις Αλεξίου του σήμερα η ελληνική μουσική συχνά εκφράστηκε στο ρυθμό του tango.
Τελευταία, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, πρέπει να καταγραφεί και η εκπαιδευτική αξιοποίηση του tango, που τη συνιστώ στα παιδιά του Γυμνασίου αλλά και του Λυκείου!

ΥΓ: Γι’ αυτή την ανάρτηση δεν φταίω εγώ! Τα παράπονά σας στη Margo και την Άιναφετς, στις οποίες και την αφιερώνω υποτασσόμενη ταπεινά στην επιθυμία τους!

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Μια σιωπηλή ...κουβέντα

στο «Πρωινό» (Déjeuner du matin) του Ζακ Πρεβέρ (Jacques Prévert) από τη συλλογή του Κουβέντες (Paroles).

Πρόγευμα
Έβαλε καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε γάλα
Στο φλιτζάνι του καφέ
Έβαλε ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Ανακάτεψε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Κι ακούμπησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έριξε τη στάχτη
Στο τασάκι
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Φόρεσε
Το καπέλο στο κεφάλι του
Φόρεσε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Κι εγώ πήρα
Το κεφάλι μου μες στα χέρια
Κι έκλαψα.


Update
Ας μιλήσουμε, λοιπόν…
Όμως να μιλήσουμε μια νέα γλώσσα.
Γιατί η παλιά ασχήμηνε.
Kιότεψε σε τόση πολύχρονη αχρηστία.
Πασαλείφτηκε φτιασίδια. Mασκάρεψε το λόγο.
Άδειασε τις λέξεις από τους χυμούς τους.
Tις εγκατέλειψε να αιωρούνται,
χρωματιστές πομφόλυγες,
πάνω από τα κεφάλια μας,
έξω από τις καρδιές μας.
Ας μιλήσουμε, λοιπόν…
Να μιλήσουμε με λέξεις α-χάριστες.
Mε λέξεις-βέλη.
Mε λέξεις που γδέρνουν τη σκόνη.
Για να μας ξαναθυμίσουν την ανθρώπινη ομορφιά.
«Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις», που έλεγε και ο Μανόλης Α.

Αφιερωμένο στην Άστρια με αφορμή το σχόλιό της

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η γοητεία του



Ξέρω… Ξέρω… Τα ’χουμε πει και ξαναπεἰ... Η γοητεία του φεγγαριού μάγευε τον άνθρωπο από τότε που πρωτοσήκωσε το βλέμμα του ψηλά. Του απέδωσε μέχρι και θεϊκές ιδιότητες, όπως και σε κάθε τι που τον τρόμαζε ή τον σαγήνευε. Στην εικόνα του νιογέννητου φεγγαριού ο αρχαίος μας πρόγονος έβλεπε το τεντωμένο τόξο της Άρτεμης.
Στο πέρασμα των αιώνων ενέπνευσε δημιουργούς που υπηρέτησαν όλες σχεδόν τις τέχνες, ζωγραφική, μουσική ποίηση, κινηματογράφο… Πέρσι μιλήσαμε τη «συνομιλία» του Ρίτσου με τον Μπετόβεν. Φέτος θ’ αναφερθώ σ’ ένα παλιό τραγούδι που είχα ακούσει μόνο από τα χείλη της μητέρας μου και που γέμιζε την ψυχή μου κάθε φορά που βρισκόμουν σε παραλία φωτισμένη από τη σελήνη. Τώρα που το ξαναβρήκα, ανακάλυψα ότι κι αυτό έχει αφετηρία τη γνωστή μας Σονάτα του Σεληνόφωτος!


Θα θυμηθώ όμως και τη σκηνή που με ορθάνοιχτα από το θαυμασμό μάτια ο θείος της Cher περιγράφει τη δύναμη της πανσελήνου στην ταινία Moonstruck, που χάρισε Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα δεύτερου ρόλου στην εξαιρετική Olympia Dukakis.


Κρατάω για το τέλος το έργο που, κατά τη γνώμη μου, χειρίζεται με τον μαγευτικότερο –κι εδώ κυριολεκτώ– τρόπο το φως της σελήνης. Εννοώ τη Φεγγαροντυμένη στον Κρητικό του Διονυσίου Σολωμού.

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

 

1 [18]
Εκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·
«Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!»
Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο,
Πολύ κοντά στην κορασιά με βρόντημα μεγάλο·
Τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν,
Οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.
 
2 [19]
Πιστέψετε π’  ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
Μα τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας,
Μα την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα! κι εγώ το σάβανο τινάζω,
Και σχίζω δρόμο και τς αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη.
—Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια
Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
Κι έδειχνεν ανυπομονιά για να ’μπει στο κορμί της·
Ο ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
Το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·
Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).
 
3. [20]
Ακόμη εβάστουνε η βροντή .........................
Κι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
Όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,
Εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
 
4. [21]
Εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ εμέ πού βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμίθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
Την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει·
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει
Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
…………...................……….
……….....................………….
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τ’ αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την εσφάξαν,
Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδι,
Και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
Στην Κρήτη .........................               
Μακριά
’πό κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.
Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ’χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».
 
5. [22]
Εχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
Κι εδάκρυσαν τα μάτια της, κι εμοιάζαν της καλής μου.
Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα
Στο χέρι, που ’χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.—
Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
Κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν
Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
Και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ’ αστροπελέκι σκάει,
Κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει,
Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.—     
Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα,
Με δύναμη που δεν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
Μήτε όταν τον μπομπο-Ισούφ και τς άλλους δύο βαρούσα.
Σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(Κι αυτό μου τ’ αύξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
…………....................
………..................…..
Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε και μου τ’ αποκοιμούσε
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει·
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που σέρνει τη λαλιά του
Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια·
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τ’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
Κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ’ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός ... ...
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ... ...
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ’μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου,
Που εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

Ένα ακόμα έργο που ο Σολωμός μάς άφησε αποσπασματικό στην αγωνιώδη επιδίωξή του, όπως πάντα, για το τέλειο. Μέχρι σήμερα οι μελετητές του έργου δεν μπορούν να συμφωνήσουν για το ποια είναι τελικά η Φεγγαροντυμένη. Είναι το πνεύμα της αρραβωνιαστικιάς του ήρωα; Είναι η Ελευθερία; Η μάνα; Είναι η Αφροδίτη; Η Παναγία; Η Ελλάδα; Η ίδια η φύση; Για όλες αυτές τις εκδοχές μπορούν να αντληθούν επιχειρήματα μέσα από το ίδιο το έργο.
Προσωπικά δεν νιώθω καθόλου την ανάγκη να πάρω οριστική απάντηση στο ερώτημα «τι εννοεί ο ποιητής;». Αρκούμαι και στην αχνή άποψη: είναι το τέλειο θήλυ, έτσι όπως προσπάθησε να το προσεγγίσει ο μεγάλος μας ποιητής και απολαμβάνω. Εσείς;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...