Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Το φύλο των Χριστουγέννων

Είναι πολλά τα άρθρα που δημοσιεύονται τέτοιες μέρες για τον Άγιο Βασίλη και την όλη ατμόσφαιρα που περιβάλλει το μύθο του. Από την όλη διαδικασία το πιο μαγικό στάδιο είναι όταν αποκτούν τα παιδιά το δώρο που ακριβώς επιθύμησαν· γι’ αυτό είναι και το πιο χαρούμενο. Όμως το πιο γοητευτικό διάστημα είναι εκείνο στο οποίο τα παιδιά προσπαθούν να κάνουν τη δύσκολη επιλογή και ν’ αποφασίσουν ποιο τελικά δώρο θα ζητήσουν στο γράμμα που με τόση προσδοκία θα συντάξουν με παραλήπτη τον αγαπημένο τους άγιο, που είναι άλλωστε και ο πρώτος που μαθαίνουν.
Σ’ ένα τέτοιο λοιπόν άρθρο, σχετικό με τα γράμματα στον Άγιο Βασίλη, την προσοχή μου τράβηξε μια λεπτομέρεια χαμένη μέσα στο πλήθος των χαριτωμένων πληροφοριών: «Παίρνουμε γράμματα και από αρκετούς ενήλικες, ιδιαίτερα μητέρες που θέλουν κάποιος να τις ακούσει, κάπου να εναποθέσουν τη σκέψη τους», μας λέει μία από τις υπευθύνους των Ελληνικών Ταχυδρομείων.
Προσπερνώ —χωρίς καθόλου να το παραγνωρίζω— το γενικό, που αφορά στα προβλήματα των ενηλίκων, και στέκομαι στις μητέρες. Αναρωτιέμαι για το πώς φτάνει μια μητέρα να γράψει ένα τέτοιο γράμμα. Ποια μοναξιά την οδηγεί μέχρι εκεί; Ποια αδιέξοδα τη στριμώχνουν τέτοιες μέρες “χαράς και αγάπης”; Τη φαντάζομαι ολομόναχη να βολοδέρνει ολημερίς με τη φροντίδα για το μεγάλωμα των παιδιών της. Την ακούω ν’ αναστενάζει, να μονολογεί, να ρωτάει και απόκριση να μην παίρνει. Βλέπω τις σκέψεις της να πεταρίζουν σαν τρομαγμένα πουλιά σε κλειστό δωμάτιο. Αγγίζω την ερημιά της. Να βαρέθηκε άραγε ν’ ακούει την ηχώ της φωνής της; Να πίστεψε τάχα ότι το γράψιμο θα της πρόσφερε κάποιο στήριγμα; Έκλεψε μήπως από τα κάλαντα το χαρτί και το καλαμάρι ψάχνοντας για συμπονετικό ακροατή;
Μάλλον αφέθηκε να βυθιστεί κι αυτή στις ιστορίες που λέει στα παιδιά της αναζητώντας ένα έσχατο καταφύγιο. Εκεί, στον φανταστικό κόσμο του παραμυθιού, όπου πάντα υπάρχει κάποιος καλόβουλος (άγιος, ξωτικό, νεράιδα), που ακούει, ανταποκρίνεται και πραγματοποιεί δια μαγείας τις ευχές και τις επιθυμίες των ταλαιπωρημένων. Η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη, η Ωραία Κοιμωμένη μ’ αυτόν τον τρόπο σώθηκαν και παντρεύτηκαν.
Λέτε να σταμάτησαν οι ανάγκες τους για βοήθεια, όταν έγιναν μητέρες;

3 σχόλια:

  1. Ναι, σαν τα σκυλάκια της Δαλματίας;)... Αλλά ποιος μετράει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μια τεμπέλα... που για να αποφύγει τη δουλειά, μπαίνει σε μπλόγκς και μετράει, αναρτήσεις, λεξεις, χρώματα...Καλώς σε βρήκα και 'γω, Καλή Χρονιά
    Υγ 102 (για να μην ξεχνιώμαστε!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...