Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Ελαφρότητες

Πολλές φορές οι άνθρωποι, στην προσπάθειά τους να ελαφρύνουν τον πόνο του συνανθρώπου ή και απλώς μιλώντας ανάλαφρα γι' αυτόν, υποβαθμίζουν φραστικά το πρόβλημά του για να του δώσουν κουράγιο, να τονώσουν το ηθικό του ή για να υπαινιχθούν ότι έχει μόνος του τις δυνάμεις να ορθοποδήσει ή, το χειρότερο, ότι οι ίδιοι διαθέτουν την απαραίτητη ψυχραιμία ν' αντιμετωπίσουν τη δύσκολη κατάσταση.
Η ελαφρά τη καρδία όμως και ακαίρως ελαφρόμυαλη τέτοια συμπεριφορά δεν ξαλαφρώνει τον πάσχοντα, αλλά καταδεικνύει την ελαφρότητα, την του ομιλούντος. Αν βρίσκεται δε αυτός και σε υπεύθυνη θέση, τότε μόνο με ελαφρόπετρα μπορεί να παραβληθεί. Διαθέτει το "βάρος" της και γδέρνει το ίδιο!

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Εκτελούνται Μεταφοραί

Έγινε πρόταση και συζητείται σοβαρά -εν απουσία όμως των πρυτανικών αρχών- να μεταφερθεί ολόκληρη η εκπαιδευτική δραστηριότητα του Πολυτεχνείου από το γνωστό συγκρότημα της οδού Πατησίων στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου, ώστε να μετατραπεί ο ιστορικός χώρος σε μουσειακό με ολίγον αλατοπίπερον "πάρκου αναψυχής" για τους Αθηναίους!
Πέρα από τις επιφυλάξεις που μπορεί να προκαλεί η εμπειρία μας για το πώς αντιλαμβάνεται ο δήμαρχος Αθηναίων έννοιες όπως "πάρκο", "πράσινο" και "αναψυχή", σκεπτικιστές γινόμαστε και ως προς το πόσο αποτελεσματικά και, κυρίως, λειτουργικά μπορεί να προβάλει την ιστορία του χώρου η μετατροπή του σε μουσείο.
Φαίνεται ότι ισχυρό υπόβαθρο αυτής της πρότασης είναι το πόσο "καθάρισε" η οδός Μητροπόλεως και η πλατεία Συντάγματος από τους διαδηλωτές κατά του Υπουργείου Παιδείας, από τότε που αυτό μετακόμισε στο Μαρούσι.
Νομίζω, όμως, ότι θα ήταν πιο πλήρης η "αναβάθμιση" του κέντρου της πρωτεύουσας, αν προτείνονταν συμπληρωματικά και ορισμένες άλλες χωροταξικές αντιμεταχωρίσεις. Λόγου χάριν θα μπορούσαν να μετακομίσουν οι Εξαρχειώτες στο Ψυχικό και τη λεωφὀρο Βασιλίσσης Σοφίας και τη θέση τους γύρω από τη σφύζουσα από ζωή "υπόπτως κουκουλοφόρο" πλατεία να πάρουν όλες οι εκεί εγκατεστημένες ξένες πρεσβείες. Κάτι τέτοιο θα περιόριζε σημαντικά την ηχορύπανση της περιοχής. Τη χημική (από τα ληγμένα δακρυγόνα) ρύπανση της πρωτεύουσας θα καταπολεμούσε και η μεταφορά του κτηρίου του Κοινοβουλίου στην περιοχή της Μαλακάσας, που προσφέρει ευκολότερη πρόσβαση στα τρακτέρ, σε περίπτωση που θέλουν να διαδηλώσουν χωρίς να ενοχλούνται οι εμπορικές επιχειρήσεις του αστικού μας κέντρου. Αντίστοιχα, θα ήταν εξίσου κατανοητό αν μετακόμιζαν αμοιβαία το Μέγαρο Μαξίμου με τη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος. Έτσι κι αλλιώς, και οι δύο περιοχές παρουσιάζουν τραγική κάμψη στην παραγωγική τους δραστηριότητα.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Greek mousaka, foustanella και Μεγαλέξανδρος

Πώς θ' αντιδρούσε -αν μπορούσε, βέβαια, ο καημένος- σήμερα ο Μέγας Αλέξανδρος βλέποντας τον τρόπο, με τον οποίο προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το όνομά του οι "απόγονοί" του; Μάλλον θα εξοργιζόταν και ένας Κλείτος μόνον ξέρει πώς θα εκδήλωνε αυτή την οργή ο εκρηκτικός του χαρακτήρας.
Προσωπικά, αυτό που είδα στην τηλεοπτική οθόνη χτες το βράδυ, μου θύμισε μιαν εικόνα από το αφιερωμένο σ' αυτόν τεύχος των Κλασσικών Εικονογραφημένων των παιδικών μου χρόνων, αλλά αντεστραμμένη. Γιατί σ' εκείνη την εικόνα ήταν οι Πέρσες, οι καθυποταγμένοι πολλαπλώς, αυτοί που, με μακριά γένια και μαλλιά και ποδήρεις χιτώνες, ικέτευαν τον νεαρό βασιλιά των Μακεδόνων!
O tempora! O mores!
Άλλη μια ανερυθρίαστα αναιδής και χαμερπής αρχαιοκαπηλία στην ιστορία των Ελλήνων...
ΥΓ: Πάντως, και ο σύγχρονος ηγεμόνας αποδείχτηκε πολύ κατώτερος του αρχαίου, αφού δεν διέθετε την απαραίτητη μεγαλοψυχία ώστε ν' αποφύγει να χλευάσει τον ξεπεσμό των ικετών.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Πλανήτης Γη vs Τράπεζες

Μιλάμε όλοι για την παγκόσμια κρίση και εννοούμε την παγκόσμια οικονομική κρίση. Αναντίρρητα τραγική για εκατομμύρια ανθρώπων ανά την υφήλιο. Ανθρώπων που υφίστανται ένα οικονομικό σύστημα, με τις περιοδικές κρίσεις του οποίου διαρκώς αυξάνει ο αριθμός όσων βυθίζονται σε όλο και μεγαλύτερη ανέχεια, ενώ παράλληλα πολλαπλασιάζεται η συσσώρευση πλούτου σε όλο και λιγότερους προνομιούχους.
Ένα οικονομικό σύστημα, που είναι και κοινωνικό και γι' αυτὀ με τους περιοδικούς φαύλους κύκλους του ανακυκλώνει τα αδιέξοδά του, βυθίζοντας τις κοινωνίες σε όλο και πιο απ-άνθρωπες καταστάσεις άκρατου ατομισμού σε όλες τις διαβαθμίσεις του: από την απλή ιδιώτευση μέχρι τον φιλoτομαρισμό και τη στυγνή εκμετάλλευση του άλλου, του όποιου άλλου, ακόμη και των παιδιών μας. Εγκλωβισμένοι σε μια κοινωνία που θεσπίζει τις αρχές και τις αξίες της σύμφωνα με τους "νόμους" αυτού του οικονομικού συστήματος, αδυνατούμε να κοιτάξουμε πραγματικά το μέλλον. Σαν να μην υπάρχει μέλλον. Σαν να πρόκειται να τελειώσουν τα πάντα με το δικό μας θάνατο.
Δανειζόμαστε χρήμα για να καταναλώνουμε και χρεώνουμε τα παιδιά μας. Καταναλώνουμε και καταστρέφουμε τη βασική, την ὧν οὐκ ἄνευ, προϋπόθεση ζωής των παιδιών μας: τον πλανήτη μας, το φυσικό περιβάλλον στο οποίο μπορεί να συνεχίσει την ύπαρξή του το ανθρώπινο είδος.
Η πρόφαση είναι γνωστή: "Δεν γίνεται αλλιώς· το επιβάλλει ο τρόπος της οικονομικής μας ζωής".
Η απάντηση είναι απλή: Ο άνθρωπος είναι έλλογο ον. Άρα, έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα της επιλογής. Καλείται λοιπόν να επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης που να επιτρέπει τη συνέχιση της ζωής.
Υπενθυμίζω, επαναλαμβάνοντας εμφαντικά, ότι ο άνθρωπος είναι ένα είδος ζωής. Αυτός και τα υπόλοιπα είδη συναποτελούν το γένος, που ονομάζουμε ζωή στην Υδρόγειο Σφαίρα.
"Αν ο πλανήτης ήταν τράπεζα, θα τον είχατε σώσει από καιρό" λέει το πανό των ακτιβιστών της Greenpeace και τα σχόλια περιττεύουν.
Η ερώτηση είναι απλή: Υπάρχει η βούληση για τον άλλο τρόπο ζωής; Αυτόν που δίνει κάποιες ελπίδες για επιβίωση της ζωής;
Αυτονόητο είναι ότι το ερώτημα δεν απευθύνεται στους "ηγέτες", αλλά στους πολλούς. Σ' αυτούς που βολικά σιωπούν και αδρανούν, σηκώνοντας αμήχανα κι ανήμπορα -τάχα- τους ώμους.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Πόδια

Γύρω από το τραπεζάκι του καθιστικού τα πόδια σχημάτιζαν τη δική τους ομήγυρη και η εικόνα τους ήταν αρκετά διαφοροποιημένη από αυτήν της παρέας που είχαν κουβαλήσει εκεί μέσα.
Στη μιαν άκρη του καναπέ ένα γόνατο χοροπηδούσε σπρωγμένο από έναν αστράγαλο που ξέφρενα ανεβοκατέβαινε. Κάπου αλλού ήθελαν να βρίσκονταν αυτά τα πόδια και καραδοκούσαν την κατάλληλη στιγμή να δραπετεύσουν. Δεν ήταν καθόλου σαφές το πού φαντάζονταν ότι θα βρίσκανε τη βολή τους, αλλά ήταν ολοφάνερο ότι ανυπομονούσαν να ξεφύγουν... Από τι;
Απέναντί τους, σε μια καρέκλα, πάνω από δύο αστραγάλους δεμένους, θα 'λεγες, οι κολλημένες γάμπες σήκωναν τα σφιχτά ενωμένα γόνατα. Προσπαθούσαν να χτίσουν τοίχο, αδιαπέραστο οχυρό. Δημιουργούσαν τη βεβαιότητα ότι το βλέμμα, λίγο πιο πάνω απ' αυτά, θ' ανακάλυπτε χείλη σφιγμένα σε λεπτή γραμμή τελωνείου που σταματάει οποιαδήποτε κουβέντα δεν έχει στο διαβατήριό της σφραγισμένη άδεια εξόδου... Προς τι;
Στη μέση του καναπέ απλώνονταν στο χώρο δυο πόδια σταυρωμένα με άνεση. Φάνταζαν χαλαρά μέσα στην κυριαρχία τους και η μαλακή γωνία που σχημάτιζαν άλλαζε καμιά φορά απότομα από οξεία σε αμβλεία, σαν να έπαιζαν σαδιστικά με το πόσο χώρο θα παραχωρούσαν στα υπόλοιπα ή πόσο θα τα στρίμωχναν... Σε τι;
Στην άλλη άκρη του καναπέ δυο γόνατα ενωμένα σκιτσάριζαν ένα ιδιόρρυθμο κεφαλαίο δέλτα με τις γάμπες και τους στραβωμένους αστραγάλους ν' ανοίγουν προς τα έξω, επιτρέποντας πια μόνο στις μύτες των ποδιών να ξανασυναντηθούν για να κλείσουν την άμυνα. Προσπαθούσαν να κάνουν αυτό που ντρεπόντουσαν να δείξουν ότι θέλουν να κάνουν τα χέρια: να σηκωθούν με λυγισμένους τους υψωμένους αγκώνες να προστατέψουν... Τι;
Δυο καινούργια μοδάτα παπούτσια συνόδεψαν και τοποθέτησαν με προσοχή απέναντι από τη μέση ακριβώς του καναπέ την άλλη καρέκλα, που γοητευμένη φιλοξένησε δυο πόδια που ξεκουράζονταν φιλάρεσκα το ένα πάνω στη φτέρνα του άλλου με συχνές, μελετημένες εναλλαγές επιδεικνύοντας... Τι;
Μπροστά στη γωνιακή πολυθρόνα, απλωμένα πάνω σ' ένα χαμηλό σκαμνί, προσπαθούσαν να ξεκουραστούν δυο πόδια αδύναμα, χαμηλόφωνα, λεκιασμένα από την ηλικία, σοφά από τα χιλιόμετρα που είχαν διανύσει... Γιατί;
Ένα ζεστό σάλι τα σκέπασε με περισσή φροντίδα, όταν δυο πόδια σούρνοντας πλησίασαν το σκαμνί. Το δέρμα τους άσπριζε από το πρήξιμο -τεκμήριο συχνής και μακράς ορθοστασίας. Μερικά λεπτά αργότερα τα φουσκωμένα πόδια, με το ίδιο σούρσιμο, εμφανίστηκαν ξανά και το τραπεζάκι γέμισε με φλιτζάνια και ποτήρια. Απομακρύνθηκαν και πάλι... Από τι;
Τα άλλα πόδια δεν άλλαξαν στάση. Εξακολούθησαν να χοροπηδάνε, να σφίγγονται, να χαλαρώνουν, να στραβώνουν, να σαγηνεύουν, να αναπαύονται. Συνέχισαν στην ίδια κατάσταση ακόμη κι όταν το τραπεζάκι πλησίασαν απειλητικά δυο ροδαλά ποδαράκια, άρρυθμα και ασταθή, παραπαίοντα, μεθυσμένα, αεικίνητα. Τη μια στιγμή τεντώνονταν μέχρι που τη μόνη τους επαφή με το πάτωμα την εξασφάλιζαν δυο στρογγυλά, απρόσμενα δυνατά δαχτυλάκια. Την άλλη στιγμή λύγιζαν ίσαμε που τα μπουτάκια τους ακουμπούσαν τις τσιτωμένες μικροσκοπικές γάμπες σ' ένα τσαχπίνικο χαμόγελο.
Ένας κρότος ακούστηκε. Γυαλικά έσπασαν. Καθώς τα υπόλοιπα πόδια ξαφνιασμένα, αλλά και ενοχλημένα που χάλασαν τα σχήματά τους, αποσπάστηκαν από το πάτωμα, τα πρησμένα πόδια ξαναφάνηκαν. Πολύ γοργά αυτή τη φορά. Τα ροδαλά ποδαράκια απογειώθηκαν απότομα σαν ελικόπτερο και βρέθηκαν πάνω από τα χοντρά γόνατα. Μακριά από τα επικίνδυνα, διψασμένα για αίμα, λαμπερά αστεράκια που στόλισαν το πάτωμα.
Τα γυμνά ποδαράκια, υψωμένα πάνω απ' όλα τ' άλλα, κλωτσούσαν τον αέρα. Θαρρείς και σκαρφάλωναν. Εκείνα τώρα πρωταγωνιστούσαν. Εκείνα τώρα κυβερνούσαν.
Το παιδικό ξεκάρδισμα εκρηκτικό, καμαρωτό, αχαλίνωτο, απάντησε σε όλα...

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Η πόλη μου με πληγώνει (2)

Όταν οι Αθηναίοι προτείνουν στην παρέα τους να βγουν για λίγο έξω, ποιος προορισμός και ποια χρονική στιγμή της ημέρας έρχονται πρώτα στο μυαλό τους; Στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι πρώτες σκέψεις κατευθύνονται σε βραδινή έξοδο -ακόμη και το χειμώνα- και σε κλειστό (με την έννοια του αυστηρά προσδιορισμένου, συνήθως από άλλους, χαρακτήρα) χώρο -ακόμη και το καλοκαίρι.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί από τον ορίζοντα του Αθηναίου λείπει ο ελεύθερος ανοιχτός δημόσιος χώρος, στον οποίο ο κάθε πολίτης μπορεί να ικανοποιήσει ποικίλες και διαφορετικές ψυχαγωγικές ανάγκες ταυτόχρονα.
Έχω στο μυαλό μου -στη φαντασία μου, για την ακρίβεια- χώρο υπαίθριο με ελεύθερη και εύκολη πρόσβαση για όλους και όλες, ανεξάρτητα από φύλο ή ηλικία, σωματικές ή οικονομικές δυνατότητες και ψυχαγωγικές προτιμήσεις. Χώρο όπου μπορεί κανείς να διαβάσει, να τρέξει, να μιλήσει, να παίξει μπάλα ή σκάκι, ν' ακούσει μουσική, να περπατήσει, να φάει το δικό του πρόχειρο φαγητό, να καθίσει ή να κάνει ποδήλατο χωρίς να ενοχλεί ή να ενοχλείται από τις εντελώς διαφορετικές επιλογές των άλλων γύρω του. Ένα χώρο όπου μπορεί να νιώσει το χώμα, την πέτρα ή το γρασίδι στα πέλματα των ποδιών του, να κρυφτεί από την κάψα του ήλιου, να μυρίσει τη βροχή, ν' ακούσει τα φύλλα των δέντρων, να γευτεί αδιαμεσολάβητα την αλλαγή των εποχών μακριά από τα τηλεοπτικά δελτία καιρού.
Μιλάω για μικρούς συνοικιακούς χώρους πρασίνου ή για μεγάλα πάρκα. Μιλάω για χώρους όπου οι συμπολίτες συναντιούνται, καλημερίζονται και συζητούν ή απλώς διασταυρώνονται βυθισμένοι στις σκέψεις και τα προβλήματά τους. Μιλάω για χώρους όπου τα μέλη του δήμου συνυπάρχουν· γι' αυτό και ονομάζονται δημόσιοι.
Είναι προφανές ότι δεν περιγράφω την Αθήνα. Τουλάχιστον όχι την Αθήνα του σήμερα. Αυτή εχθρεύεται οτιδήποτε έχει δημόσιο χαρακτήρα. Αυτή έχει "διδάξει" τους δημότες της να αδιαφορούν για την καθαριότητα και την αισθητική, αλλά και για την ύπαρξη καθ' εαυτήν δημόσιων χώρων.
Η έννοια του δημόσιου παραπέμπει στο δήμο, στην κοινότητα ανθρώπων. Και, αν οι άνθρωποι έρθουν κοντά ο ένας με τον άλλο, υπάρχει κίνδυνος ν' αποκτήσουν συνείδηση της συλλογικότητάς τους. Και τότε...

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Στα σύνορα

Αγαπημένε μου Τσιπιρίπο,
Είμαι ένας μικρός και μόνος καουμπόης. Ή, τουλάχιστον έτσι νιώθω. Πορεύομαι επί 13, κοντά στα 14, χρόνια κι έφτασα πια στην Έρημο της Πρώτης Δοκιμασίας. Ξέρεις ποια. Αυτή που βρίσκεται στα σύνορα. Από την άλλη μεριά είναι η Χώρα των Μεγάλων, με τις πόλεις και τα συρματοπλέγματα, τα σιδερένια άλογα που βγάζουν θυμωμένους ατμούς και τους σερίφηδες. Άκουσα ότι οι άνθρωποι εκεί κάνουν το καθετί μια συγκεκριμένη ώρα. Κι αν τους έρθει η όρεξη γι' αυτό το οποιοδήποτε καθετί κάποια άλλη στιγμή, τι κάνουν; Δεν ξέρω. Μη με ρωτάς. Δεν έφτασα ακόμη στη χώρα τους. Ακόμα, άκουσα ότι μιλάνε μεταξύ τους με το "σεις" και με το "σας". Τώρα, πώς το κάνουν αυτό, όταν μπροστά τους είναι μόνο ένας, δεν το καταλαβαίνω. Δεν μπερδεύονται; Τέλος πάντων.
Άφησα πίσω μου τη Χώρα των Μικρών, με τον ήλιο να χαμογελάει πάντα, ακόμη κι όταν παίζει κρυφτό με τα σύννεφα, και τον ουρανό ολόφωτο, ακόμα και τη νύχτα. Μου φαίνεται σαν χτες που απολαμβάναμε μαζί τα μυστηριώδη δάση και τα καταπράσινα λιβάδια, γεμάτα από άπειρα ελεύθερα ζώα και ζωάκια, που υπάρχουν και δεν υπάρχουν, αλλά που όλα μιλούσαν και τα καταλαβαίναμε.
Τώρα, στην Έρημο της Πρώτης Δοκιμασίας βαδίζω μονάχος, απελπιστικά μόνος. Μου λείπουν οι πραγματικές κουβέντες και οι φανταστικοί ήχοι. Μου λείπουν τα χρώματα. Μου λείπεις εσύ. Ξέρω ότι κι εσύ κάπου σ' αυτήν την Έρημο βρίσκεσαι. Μόνο που πρέπει να τη διασχίσεις από άλλο σημείο και με το δικό σου τρόπο. Μου είπαν ότι έτσι γίνεται για όποιον θέλει να περάσει τα σύνορα από τη Χώρα των Μικρών στη Χώρα των Μεγάλων. Αυτό με παρηγορεί καμιά φορά.
Τις περισσότερες φορές όμως, όταν διψάω πολύ για ένα διάλειμμα στη διάρκειας της μέρας ή όταν κρυώνω πολύ από τη μοναξιά της νύχτας, χάνω το κουράγιο μου. Κοιτάζω πίσω μου, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά μου, τη Χώρα των Μικρών, που τόσο ήθελα ν' αφήσω, και ξαφνικά βλέπω ν' αχνοφαίνονται οι ομορφιές της που τόσα χρόνια δεν έβλεπα. Τότε νιώθω τις δυνάμεις μου να στραγγίζουν. Κάθομαι στις πέτρες, όπου μόνο φίδια και σκορπιοί φωλιάζουν, με το δέρμα μου φουντωμένο και τα ρούχα μου να μικραίνουν συνεχώς. Λέω ότι δεν πάει άλλο, ότι θα τα παρατήσω. Καμιά φορά, μάλιστα, γυρίζω και αρκετή απόσταση πίσω. Μόνο που τα βήματά μου είναι αλλοπρόσαλλα και δεν με βγάζουν εκεί που θέλω. Χάθηκαν όλα τα σημάδια της ανάποδης διαδρομής. Πάει πια, η Χώρα των Μικρών δεν με δέχεται πίσω.
Και ξαναρχίζω την πορεία μου. Να μπορούσα μόνο να σφίξω λίγο παραπάνω τα δόντια, να γίνω λίγο πιο σκληρός στις δυσκολίες και τις κακουχίες! Αυτά τα πισωγυρίσματά μου το μόνο που κάνουν είναι να μακραίνουν την παραμονή μου στην Έρημο της Πρώτης Δοκιμασίας.
Να και κάτι άλλο που δεν καταλαβαίνω, βρε Τσιπιρίπο: Γιατί τη λένε Έρημο της Πρώτης Δοκιμασίας; Όταν πρωτάκουσα γι' αυτήν, νόμιζα ότι θα αντιμετώπιζα για πρώτη φορά μια μεγάλη δοκιμασία. Τώρα ανακαλύπτω ότι τα ονόματα, όπως και όλες οι άλλες λέξεις, μπορεί να λένε ψέματα -γι' αυτό και δεν τις χρησιμοποιώ πολύ, παρά μόνο για τα απαραίτητα. Θέλω να πω ότι η Έρημος της Πρώτης Δοκιμασίας έχει πολλές δοκιμασίες, και μάλιστα συνεχόμενες, απανωτές, αδιάκοπες. Ακόμη κι όταν εξαντλημένος κάθομαι να πάρω μιαν ανάσα, αδελφέ, από την πορεία μου, ακόμα και τότε που τα μάτια μου ανοιχτά μένουν ακίνητα να κοιτούν το κενό, ακόμη και τότε, δοκιμασία περνάω. Κι ας φαίνομαι να μην κάνω τίποτα. Νιώθω ότι κάποιοι, που αόρατοι με παρακολουθούν, με δοκιμάζουν. Δοκιμάζουν να δουν πόσα ακόμη μπορώ ν' αντέξω. Κάθε φορά δε που τα καταφέρνω σε μια δοκιμασία και τα βγάζω πέρα, άλλη μεγαλύτερη ξεφυτρώνει μπροστά μου. Θαρρείς κι αυτοί οι αόρατοι κάποιοι κρίνουν ότι, αφού τα κατάφερα, μπορώ ν' αντέξω και σε άλλες, μεγαλύτερες και χειρότερες δοκιμασίες.
Δεν ξέρω, Τσιπιρίπο μου, αν συμβαίνει και σε σένα, αλλά αρκετές φορές πάλι, πίσω από τους κάκτους της Ερήμου της Πρώτης Δοκιμασίας, εμφανίζονται ξαφνικά κάποιοι Μεγάλοι. Έχω την αίσθηση ότι βρίσκονται συνεχώς κάπου εκεί, γύρω τριγύρω μου. Μόνο που σπάνια τους αντιλαμβάνομαι. Φαίνεται ότι ανήκουν σε κάποιες Επιτροπές Υποδοχής ή Επιλογής -δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο- της χώρας τους. Το λέω αυτό, γιατί φορούν ταμπελίτσες με κάτι παράξενα γράμματα που είναι όλο γωνίες: Γ ή Σ ἠ Δ ή Ε.
Στέκονται, με κοιτούν, με παρατηρούν, μου δείχνουν μια δεξιά μια αριστερά, μια πάνω μια κάτω, μια πίσω μια μπρος, μου μιλούν. Όμως δεν καταλαβαίνω γρι. Και, όταν μιλάω σε κάποιους από αυτούς που δείχνουν να έχουν καλές διαθέσεις, με κοιτάνε σα χαζοί. Ούτε αυτοί με καταλαβαίνουν. Δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα. Έχω μάθει απέξω τον ήχο από κάποιες εκφράσεις τους, αλλά δεν πιάνω το νόημά τους. Καμιά φορά μάλιστα αρπάζω στις κουβέντες τους κάποιες δικές μας εκφράσεις, αλλά και πάλι δεν βγαίνει νόημα. Ξέρεις, νόμιζα ότι οι Μεγάλοι ήξεραν και καταλάβαιναν περισσότερα από μας. Φαίνεται όμως δυστυχώς ότι ξέχασαν τη γλώσσα των Μικρών, όταν πέρασαν κι αυτοί στον καιρό τους, πολύ παλιά, την Έρημο της Πρώτης Δοκιμασίας. Δεν εξηγείται αλλιώς το πράμα.
Αραιά και πού, σε κάποια όαση στη μέση της Ερήμου της Πρώτης Δοκιμασίας, συναντιέμαι ανέλπιστα με κάποιους από μας, τότε που γνωριζόμασταν στη Χώρα των Μικρών. Βλέπουμε τις αλλαγές ο ένας πάνω στον άλλο, αλλά ποτέ δεν τις σχολιάζουμε. Κάνουμε πως δεν τις βλέπουμε. Όπως κάνουμε πως δεν βλέπουμε και τα ζόρια που περνάει ο καθένας μας. Ξέρουμε ότι είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε γι' αυτά. Δεν έχουμε και τις κατάλληλες λέξεις. Η γλώσσα των Μικρών δεν τις προσφέρει και τη γλώσσα των Μεγάλων δεν την κατέχουμε. Ανταλλάσσουμε λοιπόν εμπειρίες και πληροφορίες, αλλά τις επεξεργαζόμαστε ο καθένας μόνος του. Οπότε και πάλι άκρη δεν βγαίνει. Τουλάχιστον, ξεχνάμε για λίγο, όσα λεπτά βρεθούμε μαζί, την Έρημό μας. Πολύ γρήγορα όμως ξαναχωρίζουμε για να τραβήξει ο καθένας μας τη δική του μοναχική πορεία με στόχο το πέρασμα των συνόρων.
Δύσκολα τα πράγματα, Τσιπιρίπο μου. Δύσκολα πολύ στην Έρημο της Πρώτης Δοκιμασίας. Πολύ πιο δύσκολα, φοβάμαι, θα είναι στη Χώρα των Μεγάλων.
Ελπίζω να ξανασυναντηθούμε. Έστω στα 18 μας. Άντε, έστω στα 24 μας. Κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά. Ν' ακούσουμε μέσα από τις φυλλωσιές της πάλι το ξέφρενο τραγούδι των πουλιών, που τόσο καλά ξέρουμε τα λόγια του, Τσιπιρίπο, εσύ κι εγώ. Κι ας είμαστε πια τότε γέροι. Μόνο να ξανασυναντηθούμε, αδελφέ μου.
Αφιερωμένο στον Γ-21 και τους συνομηλίκους του.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...