Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Μουσειακές αντιλήψεις

Με αφορμή το λογοκριμένο φιλμάκι του Κώστα Γαβρά για το μουσείο της Ακρόπολης, γεννιούνται μερικές απορίες:
Τι ρόλο μπορεί να παίξει ένα μουσείο για την Ακρόπολη, όταν αποσιωπά ένα κομμάτι της ιστορίας της;
Πόσο σύγχρονο μπορεί να θεωρηθεί ένα μουσείο, όταν ηθελημένα γίνεται δέσμιο παρωχημένων αντιλήψεων και αναχρονιστικών δυνάμεων;
Πώς ένα μουσείο θα επιχειρήσει να αναπτύξει έναν υγιή και ζωντανό διάλογο του παρόντος με το παρελθόν, όταν από τη μια το ίδιο το μουσείο διέπεται από οπισθοδρομικά σύνδρομα και από την άλλη προσεγγίζει το παρελθόν με προκρούστεια κατά το δοκούν μέθοδο;
Κατά πόσο είναι δυνατόν ένα τέτοιο μουσείο να υπηρετήσει την ιστορική γνώση και, κατά συνέπεια, την εθνική αυτογνωσία;
Οι Ελγίνοι ήταν και εξακολουθούν να είναι πολλοί! Ξένοι και ιθαγενείς!
Ως εκ τούτων, συμπερασματικό ερώτημα:
Πότε επιτέλους θα θεσμοθετηθεί ο διαχωρισμός του κράτους μας από την Εκκλησία;

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Η απειροελάχιστη στιγμή

Εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή… Όταν όλες οι αρθρώσεις σου λύνονται και μαλακώνουν και γίνονται ξανά νηπιακές. Όταν νιώθεις ότι περπατάς σε πυκνές τούφες από βαμβάκι, χωρίς να βυθίζεσαι, γιατί καταργήθηκε η βαρύτητα. Όταν τα χέρια σου περιορίζονται στις ελάχιστες εκείνες κινήσεις που είναι απαραίτητες ίσα ίσα για να υπηρετήσουν εσένα και τις ανάγκες σου.
Εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή… Όταν ο ικανοποιημένος ουρανίσκος σου προσκαλεί σε απολαυστική χαλάρωση το λαρύγγι σου. Όταν οι φωνές γύρω σου χάνουν την οξύτητά τους, αλλά ταυτόχρονα γίνονται πιο ευανάγνωστες. Όταν το έντονο φως αρχίζει μόλις να σ’ ενοχλεί, γιατί τα μάτια σου δεν αντέχουν τόση αποκάλυψη. Όταν κάθε κίνηση γύρω σου υποκύπτει στους ρυθμούς της δικής σου αντίληψης. Όταν κάθε σου νευρική απόληξη πρόθυμη υποδέχεται θερμά, αλλά και πρόσχαρα εκπέμπει μόνο ευχάριστα μηνύματα.
Εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή… Όταν αρχίζεις να νιώθεις μέσα σου τελείως περιττά και παράλογα τα τείχη της άμυνάς σου. Όταν ενδόμυχες σκέψεις ξεπηδούν απαστράπτουσες στην επιφάνεια διεκδικώντας άρθρωση άμεση και διατύπωση αλογόκριτη. Όταν καταχωνιασμένα συναισθήματα εξεγείρονται ενάντια στη λογική διεργασία και επιχειρούν να κατοχυρώσουν την ελευθερία της αδιαμεσολάβητης εκδήλωσής τους. Όταν η γλώσσα, σε πλήρη ευεξία από τη γευστική ευωχία, κατακτά με οξύνοια την εύστοχη έκφραση, καθιστώντας σχεδόν προσιτή την άνετη επικοινωνία.
Είναι εκείνη η στιγμή που το οινόπνευμα χαρίζει τα δώρα του.
Στους πολλούς, τους άπληστους, που δεν θα σταματήσουν, γιατί δεν μπορούν να αξιολογήσουν –καμιά φορά ούτε που τα αντιλαμβάνονται– τα δώρα του, το οινόπνευμα επιφυλάσσει το γκρίζο της θολούρας και το κίτρινο της ναυτίας. Θα βουλώσει τ’ αφτιά τους, θ’ αλληθωρίσει τα μάτια τους, θα φυλακίσει τη γλώσσα τους σ’ ένα πέτσινο στόμα γεμάτο αόρατα βότσαλα. Θ’ ακινητοποιήσει το μυαλό τους, θα νεκρώσει τις αισθήσεις τους και θα αλλοτριώσει τα συναισθήματά τους.
Στους άλλους, τους ολίγους και ολιγαρκείς, που θ’ αναγνωρίσουν την ποιότητα της μεγαλοδωρίας του και θα εκτιμήσουν τη λεπτή της ευγένεια, το οινόπνευμα θα προσφέρει ένα επιπλέον, καλά κρυμμένο και μη υπεσχημένο, πολύτιμο έπαθλο: θα τεντώσει μέσα στο χρόνο την απόλαυση αυτής της απειροελάχιστης στιγμής.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Ο καθημερινός μας ρατσισμός

• Έγινα Τούρκος.
• Είσαι πολύ Κατίνα!
• Μη γίνεσαι γύφτος!
• Τελείως αμερικανάκι ο δικός σου.
• Δεν θα σου κάνω τη Φιλιππινέζα.
• Αυτή είναι γυναικουλίστικη συμπεριφορά.
• Καλά, Πόντιος είσαι;
• Έχει καβούρια στην τσέπη του, σκέτος Εβραίος.
• Φέρθηκε αντρίκια.
• Μήπως είσαι ξανθιά;
• Σκουπιδιάρης θα καταντήσεις!
• Κάτσε φρόνιμα, γιατί θα σε πάρει ο Αράπης.
• Λατίνος εραστής.
• Είναι παιδιά των βορείων/νοτίων προαστίων.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Στην εποχή του φόβου

Τον 5ο π.Χ. αιώνα ο Θουκυδίδης καταθέτει την άποψη ότι «τό εὔδαιμον τό ἐλεύθερον, τό δ’ ἐλεύθερον τό εὔψυχον» (Θουκυδίδου Ἱστορία, Β, 43), έναν από τους πιο παλιούς και, κατά τη γνώμη μου, εύστοχους ορισμούς της ανθρώπινης ευδαιμονίας, της ανθρώπινης ευτυχίας. Την ταυτίζει με την ελευθερία, για την οποία ορίζει ως αναγκαία συνθήκη την ευψυχία, το θάρρος, τη γενναιότητα, την ψυχική ρώμη.
Από ακόμη παλιότερα –και μέχρι σήμερα– θεωρούμε ότι μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την επίτευξη της ανθρώπινης ελευθερίας είναι η εξασφάλιση της ελευθερίας της σκέψης και, κατ’ επέκταση, του λόγου.
Η εποχή μας έρχεται ν’ αποδείξει, εκ του αντιθέτου, την ορθότητα αυτών των θέσεων. Πόσοι άνθρωποι γύρω μας είναι πραγματικά ευτυχείς; Ελάχιστοι. Για ποιο λόγο; Επειδή ελλείπει η βίωση της ουσιαστικής ελευθερίας. Ποιο εμπόδιο ορθώνεται στο δρόμο της; Η απουσία της ελευθερίας σκέψης, λόγου και πράξης. Ποιος τρέφει και μεγεθύνει αυτό το εμπόδιο; Ο φόβος, ο ισχυρότερος εχθρός του ανθρώπου, γιατί τον υπονομεύει εκ των έσω.
Ο φόβος είναι ο πιστότερος σύμμαχος όσων επωφελούνται από την ανελεύθερη ανθρώπινη κατάσταση. Γι’ αυτό φροντίζουν να τον τροφοδοτούν συνεχώς και αδιαλείπτως σε όλα τα πεδία της ύπαρξης και δράσης του ανθρώπου. Φοβόμαστε για τη ζωή μας: γύρω μας υπερτονίζεται η απειλή του AIDS, της γρίπης των πουλερικών, των χοίρων, των τρελών αγελάδων, οι καύσωνες και οι πλημμύρες, η αύξηση της εγκληματικότητας, η απειλή της τρομοκρατίας. Φοβόμαστε τη φτώχια: γύρω μας διογκώνεται η απειλή της ανεργίας, η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, η αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος. Φοβόμαστε για την ταυτότητά μας: γύρω μας υπερπροβάλλεται ο κίνδυνος από «εχθρικές» γειτονικές χώρες, ο κίνδυνος από το διαφορετικό και το ξένο.
Φοβόμαστε και ακινητοποιούμαστε σαν τον πανικόβλητο λαγό. Φοβόμαστε και αδρανούμε. Φοβόμαστε και υποκύπτουμε σε εύπεπτα στερεότυπα, γιατί αδυνατούμε να σκεφτούμε. Φοβόμαστε και γινόμαστε καχύποπτοι. Φοβόμαστε και αποσυρόμαστε στην απομόνωση. Φοβόμαστε και γινόμαστε ανελεύθερα υποχείρια.
Φοβόμαστε γενικώς και γύρω μας τα πάντα, με ακαταπόνητη επιμέλεια, υποδαυλίζουν αυτόν τον ακατάπαυστο φόβο. Ελάχιστα διαφέρει η ψυχολογική μας κατάσταση από την ψυχολογία της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, όταν οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στη διαρκή αβεβαιότητα του αν θα υπήρχαν την επόμενη μέρα, επειδή τη ζωή τους άλλοι (ποιοι;) την κυβερνούσαν.
Από πού πηγάζει όλος αυτός ο φόβος; Πού οφείλεται η αδυναμία διατύπωσης απαντήσεων σ’ όλα τα φοβικά ερωτήματα; Ποια είναι η γενεσιουργός αιτία για όλες αυτές τις ανασφάλειες; Η άγνοια. Δεν γνωρίζουμε –και έχουμε κι εμείς ευθύνη γι’ αυτό– τα πραγματικά αίτια και τα πλήρη δεδομένα των καταστάσεων που καλούμαστε ν’ αντιμετωπίζουμε ατομικά και συλλογικά, αν και ζούμε στην εποχή της έκρηξης της πληροφορίας. Φοβόμαστε –και, γι’ αυτό δυστυχούμε– επειδή αγνοούμε. Και, ως προς αυτό, δεν διαφέρουμε διόλου από τους πρωτόγονους προγόνους μας που έντρομοι δαιμονοποιούσαν και προσκυνούσαν το άγνωστο.
Το αποτελεσματικότερο, λοιπόν, όχημα για την πορεία προς την ανθρώπινη ευτυχία είναι η αληθινή και ουσιαστική γνώση –και από το πόσο την παρέχει ένα εκπαιδευτικό σύστημα κρίνεται η πραγματική ποιότητά του. Η γνώση χαρίζει αυτοπεποίθηση, βασικό συστατικό της ψυχικής δύναμης που απαιτείται για την κατάκτηση και τη διατήρηση της ελευθερίας, που οδηγεί στην εσωτερική γαλήνη και, άρα, στην ευτυχία.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

Περί χημείας

Η βραδιά ξεκίνησε βιαστική, καθώς τα περισσότερα μέλη της μικρής συντροφιάς κατέφτασαν ακριβώς την ώρα που έπρεπε όλοι να καθίσουν στο τραπέζι. Δεν δόθηκε έτσι ο απαραίτητος χρόνος για τις πρώτες -αμήχανες τις πιο πολλές φορές- αναγνωριστικές διεργασίες ανάμεσα σε ανθρώπους, που δεν είναι όλοι μεταξύ τους στενοί φίλοι, αλλά σχηματίζουν στο κάλεσμα μιας οικοδέσποινας μια παρέα για να περάσουν μαζί μερικές ώρες. Αυτές οι πρώτες στιγμές μιας τέτοιας βραδιάς είναι πάντα κρίσιμες, γιατί φορτίζονται από την προσδοκία της ευχαρίστησης, αλλά ταυτόχρονα κουβαλούν και την ανησυχία για την πιθανότητα μιας ακόμη τυπικής κοινωνικής συνύπαρξης, ιδιαίτερα εκ μέρους των φανατικά επιφυλακτικών μοναχόλυκων.
Οι πρώτες κουβέντες, λοιπόν, είχαν αφορμή την πολλάκις αποδεδειγμένη μαγειρική τέχνη της οικοδέσποινας. Πιο εκφραστικά όμως ήταν τα μουγκρητά γαστρονομικής απόλαυσης που ακούγονταν κάθε τόσο γύρω από το τραπέζι, κατά παράβαση βασικών κανόνων καλής συμπεριφοράς και, γι' αυτό, τόσο ειλικρινή. Οι αισθήσεις της όρασης, της όσφρησης και, βέβαια, της γεύσης, ικανοποιημένες πια, άνοιγαν το δρόμο και γι' άλλες απολαύσεις. Ο ευλογημένος χυμός των σταφυλιών χαλάρωνε τις άμυνες των κοινωνικών συμβάσεων, χωρίς όμως να θολώνει στους ατμούς του τη συζήτηση. Έτσι αυτή οδηγήθηκε απρόσκοπτα στην αναζήτηση κοινών τόπων μέσα από το ξεδίπλωμα των κρίκων που συνέδεαν τα άτομα γύρω από το τραπέζι και τα μετέτρεπαν από απλούς συνδαιτυμόνες σε μέλη μιας ζεστής, χαλαρής και ωστόσο κεφάτης, ολοζώντανης συντροφιάς.
Σε μια ανεπαίσθητη, ανύποπτη κι ανυποψίαστη, μη προσδιορίσιμη εκ των υστέρων, στιγμή μια χορδή τεντώθηκε. Μια χορδή ευαίσθητη για τα περισσότερα μέλη της συντροφιάς. Οι τόνοι ανεβοκατέβαιναν, η ένταση ανάδευε συνεχώς το μείγμα των θέσεων και των αντιθέσεων πριν προλάβουν να σχηματίσουν την κρούστα της ακινησίας, αδιάλειπτα κατασκευάζοντας και διαλύοντας νέα αθροίσματα απόψεων, επιχειρημάτων, παραδειγμάτων. Οι προσωπικότητες ξεδιπλώνονταν -και αποκαλύπτονταν άλλοτε αργά και άλλοτε γοργά, πάντα όμως γοητευτικά. Βιώματα, ευαισθησίες, εμμονές, τραύματα, πάθη έβγαιναν στην επιφάνεια, ακόμη κι όταν προσπαθούσαν να καλυφθούν με το μανδύα της ψύχραιμης εγκεφαλικότητας. Θυμός, γέλιο, παράπονο, ειρωνεία, συμπόνια, συγκατάβαση, μαχητικότητα και σκεπτικισμός στήσανε το δικό τους χορό γύρω και πάνω από το τραπέζι. Πάνω απ' όλα όμως υπήρξε ενδιαφέρον, ζωντάνια. Όλοι ένιωσαν το αίμα να κυλάει ορμητικό, νεανικό, παρά τις αρκετές δεκαετίες εμπειριών που κουβαλούσε ο καθένας. Το πάθιασμά τους αναδείκνυε την ειδικού βάρους νεανικότητά τους. Και όλα αυτά με αφετηρία ένα σεβασμό προς τον άλλο, κατοχυρωμένο a priori ανεξήγητα, με αφετηρία μια διάθεση ν' ακουστεί ο άλλος, διάθεση ειλικρινή, ανεξάρτητα αν κατάφερνε ή όχι να πραγματωθεί σ' όλες τις περιπτώσεις.
Η συντροφιά διαλύθηκε, χαλαρή και πλήρης, όταν με έκπληξη έγινε αντιληπτός ο απρόσμενα μεγάλος αριθμός των ωρών που είχαν κυλήσει ενεργειοβόρες κι ενεργειογόνες. Και η πληρότητα αυτή που απολάμβανε ο καθένας, καθώς ευδιάθετος απομακρυνόταν από το φιλόξενο σπίτι, είχε να κάνει με κάτι πολύ περισσότερο από το χορτάτο στομάχι του και κάτι πολύ βαθύτερο από τη γαστρονομική του ικανοποίηση.
Η άξια οικοδέσποινα είχε αποδείξει, γι' άλλη μια φορά, ότι ήταν εξαιρετική στη χημεία όχι μόνο σ' ό,τι παρέθετε πάνω στο τραπέζι της, αλλά και σ' αυτούς που συγκέντρωνε γύρω απ' αυτό καταθέτοντας μια σύγχρονη εκδοχή του αρχαίου συμποσίου.
Αφιερωμένο στη N.B.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

Τάξη και φύλο

Παρακολούθησα κάποτε σε μια συζήτηση παρέας την αντιπαράθεση δύο απόψεων για την αντιμετώπιση των διακρίσεων με βάση το φύλο.
Η μία πλευρά υποστήριζε ότι οι έμφυλες διακρίσεις επισημαίνονται σ' όλες τις κοινωνίες, ανεξάρτητα από τη διάρθρωσή τους. Η καταπίεση των γυναικών, έλεγε, είναι μια θεμελιακή ανισότητα και, γι' αυτό, πρέπει ν' αποτελεί μια από τις πρωταρχικές διεκδικήσεις κάθε κοινωνικού αγώνα.
Η άλλη πλευρά διατεινόταν ότι προέχει η ταξική πάλη ως έννοια πλάτους, στην οποία εντάσσεται ως έννοια είδους η γυναικεία απελευθέρωση. Το ισχυρότερο επιχείρημα αυτής της άποψης είναι ότι σε μια αταξική κοινωνία καταργείται η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, άρα και η καταπίεση της γυναίκας από τον άντρα.
Το ζήτημα είναι παμπάλαιο και, συνήθως, παρουσιάζεται σχηματικά, αν όχι και επικινδύνως απλουστευτικά. Τι γίνεται, λόγου χάρη, αν προσμετρήσουμε και άλλες μεταβλητές, όπως ο πολιτισμικός ή ο θρησκευτικός παράγοντας; Θα μου πείτε, αυτοί αποτελούν μέρος του εποικοδομήματος. Ναι, αλλά, μέχρι να διαμορφωθεί νέο εποικοδόμημα, τι θα εξακολουθήσει να συμβαίνει; Ζωές θα καταστρέφονται ή και θα χάνονται.
Παίρνω ως αφορμή για προβληματισμό περιστατικά που έχουν κοινό παρονομαστή τις ίδιες θρησκευτικές επιταγές, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι μουσουλμάνοι φονταμενταλιστές τη γυναίκα σε περίπτωση μοιχείας (τι όρος κι αυτός! και με πόσο ελαστικές ιδιότητες!). Στη μία ομάδα των περιστατικών εντάσσεται η συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων με τραγικό τέλος. Η άλλη ομάδα περιλαμβάνει τις ελάχιστες -η ψυχή τους να τις κάνεις αίσιες- εξαιρέσεις που, ωστόσο, επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Ως υπόθεση εργασίας ας αντιστρέψω κατά τι την εικόνα: Τι θα γινόταν, αν σ' αυτές τις κοινωνίες εξέλιπε παντελώς η οικονομική ανισότητα; Θα επιζούσαν όλες αυτές οι γυναίκες; Ή, στο όνομα της ισότητας* θα θανατώνονταν όλες;
*Αυτή την ισότητα δεν επικαλείται και η πρόσφατα αναγγελθείσα ανατροπή των ασφαλιστικών "προνομίων" των εργαζομένων γυναικών;

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Πες μου, γιαγιά

- Άσε την Κοκκινοσκουφίτσα και τα εφτά κατσικάκια, γιαγιά. Πες μου για τότε που ήσουνα μικρή, εκεί στον Μπουρνόβα.
- Αχ, τζιγιέρι μου! Δύσκολα τα μικράτα μου... Τι τα θες τώρα; Άσ' τα καλύτερα...
- Έλα, γιαγιάκα, πες μου! Πες μου για τότε στα χωράφια.
- Μποστάνια ήτανε, χαρά μου, μποστάνια. Μας έπαιρνε, που λες, ο πατέρας μου μες στη νύχτα και ξεκινούσαμε. Έπρεπε χαράματα να είναι πια όλα έτοιμα ν' αρχινίσει η δουλειά. Ουρά, λοιπόν, στο σκοτάδι τα μουλάρια, μπροστά αυτός και τ' αδέρφια του, δεξιά ζερβά τα μεγάλα τα παιδιά και πίσω οι γυναίκες.
- Κι εσύ, γιαγιά; Κι εσύ;
- Εμάς τα μικρά μας βάζανε στ' άδεια κοφίνια. Κάτι τόσα τεράστια κοφίνια που κρεμούσανε στα ζωντανά κι από τις δύο πάντες. Η ζαλάδα από το κούνημα μας νανούριζε. Σα γυρνούσαμε, αυτά τα κοφίνια θα 'τανε γιομάτα με τον καρπό κι εμείς με τα πόδια κρατώντας την ουρά του μουλαριού ή από δίπλα. Δε θα ξεμέναμε, βλέπεις, πίσω μιας και τα φορτωμένα ζωντανά βαριοπατούσανε.
- Και μετά, γιαγιά;
- Και μετά τι; Μετά φτάναμε. Οι μεγάλοι αρχισούσανε αμέσως τη δουλειά κι εμείς τα μικρά αγουροξυπνημένα τρώγαμε ψωμί κι ελιές, κόβαμε και καμιά ντομάτα, χωρίς να μας φωνάζει κανείς για τα ζουμιά που τρέχανε. Μέχρι να πάρουμε μπρος να σκανταλέψουμε, είχανε προκάμει οι μεγάλοι το πιο πολύ το μάζωμα. Μας άφηναν, το λοιπό, να δώκουμ' ένα χέρι, τάχα μου πως βοηθάμε κι εμείς, να μαθαίνουμε. Πιότερο θέλανε να γλιτώσουνε την γκρίνια και τη μουρμούρα μας.
- Ωραία ήτανε! Ε, γιαγιά;
- Καλά, μανάρι μου. Όσο ήμασταν μικρά, καλά ήτανε. Μες στις πρασινάδες. Στο παχύ το χώμα. Με τα κρύα τα νερά μας. Αχ, Παναγιά μου...
- Μόνο καλά, γιαγιά;
- Δε μου άρεσε, μαθές, τα βράδια ν' ακούω τους λύκους. Μακριά κι απόμακρα ήτανε, δε λέω, αλλά εγώ τους άκουγα και διόλου δε μ' άρεσε. Κι απέ ήτανε και τα φίδια...
- Είχατε και φίδια, γιαγιά; Τι φίδια; Μεγάλα;
- Δεντρογαλιές και όχεντρες, καρδιά μου. Θεός να μας φυλάει! Του διαόλου πράματα!
- Είχανε δηλητήριο, γιαγιά, έτσι δεν είναι; Και τι κάνατε τότε;
- Τις τραβούσε, βλέπεις, το γάλα. Είχαμε και πολύ μικρά παιδιά μαζί, μερικά ήτανε βυζανιάρικα ακόμα. Οι μανάδες τους έπρεπε κι αυτές να δουλέψουνε. Βουρ, το λοιπό, και τα μωρά μαζί. Αλλά είχανε το νου τους οι άντρες. Να δεις, μια φορά, ο πατέρας μου το πώς πρόκαμε κι άρπαξε δυο όχεντρες, μια στο κάθε του χέρι, από την ουρά κι αρχίνισε γοργά να τις στριφογυρνά πολλές φορές ψηλά κι απέ τις σβάρνησε με δύναμη χάμω και τα 'λυωσε τα κεφάλια τους...
Τα ορθάνοιχτα μάτια του παιδιού παρακολούθησαν εκστατικά τα χέρια της γιαγιάς που σβούρισαν τον αέρα σαν έλικες. Έβλεπαν τα φίδια ζαλισμένα, παραδομένα στη δύναμη και την τέχνη του προπάππου κι ύστερα τα είδαν διαλυμένα, μαύρα και κόκκινα, στο πάτωμα του δωματίου του.
Τι να τον κάνει τον Κοντορεβυθούλη και τον κακό το λύκο; Εδώ μύριζε χώμα και νερό και αλεπούδες και κουρούνες και σταφύλια και ντομάτες και δροσιά και λιοπύρι και γδαρμένα γόνατα κι αγκαλιά... Τι αγκαλιά!
Αχ, καλέ γιαγιά!
Αφιερωμένο στη γιαγιά μου,
που ανάλωσε τη ζωή της σε τρεις ηπείρους
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...