Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Ο άνθρωπος ή το σύστημα;

Το πρόβλημα της ανεργίας, που στην εποχή μας χτυπά απειλητικά την πόρτα σε όλο και περισσότερα σπιτικά εργαζομένων, είναι πολυσυζητημένο και μπορεί να καταντάει τετριμμένο και κουραστικό ως ανάγνωσμα. Μόνο που να, είναι ανθρώπινο πρόβλημα και ως τέτοιο δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί.
Η οικονομική κρίση της περιόδου που διανύουμε έφερε στην επικαιρότητα ξανά τη θεωρητική συζήτηση στο οικονομικό, άρα και κοινωνικό, σύστημα που ακολουθεί η υφήλιος. Οικονομολόγοι, πολιτικοί, ειδικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι επισημαίνουν τα κενά, τις αδυναμίες, τις στρεβλώσεις του και προβάλλουν τις προτάσεις τους για την επίλυση των δυσλειτουργιών του. Δεν ανήκω σ’ αυτούς. Ανήκω στην τάξη των εργαζομένων και με αυτή μου την ιδιότητα προσεγγίζω το ζήτημα.
Μια πρώτη εντύπωση, που θα μπορούσα να καταγράψω από την προσπάθειά μου να παρακολουθήσω τους ειδικούς, είναι ότι από τις περισσότερες προτάσεις τους περί ανάκαμψης και ανάπτυξης απουσιάζει ο άνθρωπος ως η βασικότερη παράμετρος. Ακούω και διαβάζω για μεθόδους, τεχνικές, αριθμούς, δομές, πολιτικές, ποσοστά και στατιστικές για τη θεραπεία και τη βελτίωση του συστήματος, αλλά ελάχιστα έως καθόλου μαθαίνω για το πώς οι άνθρωποι θα επιβιώσουν μέσα σ’ αυτό το σύστημα, αφού η αντιμετώπιση της ανεργίας φαίνεται να μην προκρίνεται στις προτεραιότητες των μεγάλων εγκεφάλων. Μειώσεις μισθών και συντάξεων, όπως και επινοήσεις μορφών «ευέλικτης απασχόλησης» (προσοχή: όχι εργασίας), αλλά και περιορισμός προσωπικού (διάβαζε: απολύσεις). Θαρρείς και ένας μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τα γρανάζια του, για να χρησιμοποιήσω όρους της βιομηχανικής εποχής, που στο όνομα της βασίλισσας παραγωγής αφαίρεσε ουσιαστικά στοιχεία από την υπόσταση του ανθρώπου. Ήταν η εποχή που το «σύστημα» θεοποιήθηκε και θεωρήθηκε πιο σημαντικό από τον ίδιο τον άνθρωπο, για την υπηρεσία του οποίου υποτίθεται ότι αναπτύχθηκε. Τι να το κάνω αν οι αριθμοί ευημερούν, αλλά δυστυχούν οι άνθρωποι;
Το ζήτημα της ανεργίας είναι πολύ σημαντικό για να υποβιβάζεται στην τελευταία θέση της ατζέντας. Πρώτο απ’ όλα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο άνθρωπος, που χωρίς τη θέλησή του απομακρύνεται από την εργασία, στερείται τη δυνατότητα βιοπορισμού του, κάτι που αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα.
Υπάρχει όμως και ένα θέμα πολύ πιο βαθιά ανθρώπινο. Η ανάγκη του ανθρώπου να παράγει έργο είναι συστατικό στοιχείο της ίδιας της ουσίας του. Δεν εργάζεται μόνο για την επιβίωσή του. Τα χέρια και το μυαλό του παράγουν έργο ακόμη κι όταν έχει λύσει το πρόβλημα του βιοπορισμού του, σχεδόν αυθόρμητα. Διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα έμβια όντα και ως προς αυτό: δεν αρκείται στην εύρεση και την κατανάλωση τροφής του, τον ύπνο και την αναπαραγωγή. Χρειάζεται να ενεργεί και πέρα από αυτόν το στενό κύκλο. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την εργασία ως παραγωγή έργου, γιατί έτσι βιώνει αληθινά τη ζωή του, έτσι αποδεικνύει ότι είναι ζωντανός: ως δημιουργός. Αρκεί να ρίξουμε ένα βλέμμα στο πώς μαραζώνουν οι απερχόμενοι από την ενεργό εργασιακή δράση, αν δεν έχουν κάποια άλλη δραστηριότητα στην οποία να μπορούν να διοχετεύσουν τη δημιουργικότητά τους.
Σε παρένθεση υποστηρίζω την άποψη ότι η παραγωγή έργου είναι εργασία και όχι δουλειά (εκ της δουλείας). Γι’ αυτό και είναι λίγες οι λέξεις που παρήχθησαν με αυτή τη σημασιολογική συνάφεια από την ετυμολογική ρίζα του "δουλεύω" (ακόμα και η «αναδουλειά» δεν είναι ακριβώς συνώνυμη της ανεργίας). Και ασφαλώς η εργασία δεν ταυτίζεται με την απασχόληση. Μπορούμε να απασχολήσουμε ένα παιδί που δεν μπορεί ή δεν ξέρει ακόμη πώς ν’ αξιοποιήσει ικανοποιητικά το χρόνο του. Δεν είναι δυνατόν όμως να «απασχολήσουμε» έναν εργαζόμενο! Ο όρος «ευέλικτη απασχόληση», που έγινε του συρμού στις μέρες μας, μάλλον αναδεικνύει την «ευελιξία» όσων εκμεταλλεύονται το έργο που παράγουν οι εργαζόμενοι.
Επιπλέον η απώλεια της εργασίας επιφέρει καίρια ψυχολογικά τραύματα: η αδυναμία της αυτάρκειας και του αυτεξούσιου προκαλεί αίσθημα ανελευθερίας, η αδυναμία της προσφοράς και συνεισφοράς συνοδεύεται από απογοήτευση, αίσθημα αχρηστίας, χαμηλή έως και μηδενική αυτοεκτίμηση. Όλα αυτά οδηγούν στην περιθωριοποίηση, με τις όποιες συνέπειες έχει αυτή για το άτομο και την κοινωνία.
Μήπως λοιπόν στη συζήτηση για την οικονομική κρίση, εκτός από τους πολιτικούς, τους οικονομολόγους και τους δημοσιογράφους, θα πρέπει να λάβουν το λόγο και οι κοινωνιολόγοι και οι ψυχολόγοι; Μήπως, λέω…

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Ο φόβος και οι "άλλοι"

Στη Βρετανία είχαν τους Ινδούς, τους Πακιστανούς και τους προερχόμενους από άλλες πρώην βρετανικές αποικίες. Στη Γαλλία τις εισροές από τις δικές της πρώην αποικίες. Στην Ισπανία έχουν τους μετανάστες από την Αφρική. Το ίδιο και στην Ιταλία, αλλά είχαν και τους Αλβανούς και τον φτωχό αγροτικό -«τεμπέλη»- νότο. Στην Ουγγαρία θυμήθηκαν τους Εβραίους, αλλά έχουν και τους Ρομά, που τους έχουν και στη Βουλγαρία και την Τσεχία. Στην Εσθονία και τη Λετονία έχουν τους ρωσικής καταγωγής. Στη χώρα μας είχαμε τους Ρομά, τους μουσουλμάνους, τους Εβραίους, τους καθολικούς, κατόπιν αποκτήσαμε τις Φιλιππινέζες, τους Αλβανούς και τους λοιπούς Βαλκάνιους, πριν διευρυνθεί η ποικιλία τους και από τους εξ Ασίας και Αφρικής προερχόμενους.
Τι τους έχει όλους αυτούς η Ευρώπη; Μα «ξένους», βέβαια! «Ξένους». Όχι όμως με την αρχαία σημασία της λέξης: φίλος από πατρογονική φιλοξενία (εξ ου και ο Ξένιος Ζευς)! «Ξένους» με τη σύγχρονη, τη μοντέρνα έννοια: ξένος= διαφορετικός= εχθρικός. Στις περισσότερες χώρες υπάρχουν δύο κατηγορίες κατοίκων: εμείς και οι «άλλοι». Αυτοί οι «άλλοι» έχουν πάντοτε «υποδεέστερη» φυλετική καταγωγή, εθνικότητα, θρησκεία, γλώσσα, συνήθειες, ήθη, πολιτισμό.
Δεν τους θέλουμε. Αλλά τους χρειαζόμαστε. Όχι μόνο για να κάνουν όλες τις δουλειές που εμείς φυσικά δεν καταδεχόμαστε να κάνουμε, αλλά και για να εκμεταλλευτούμε την αδυναμία, στην οποία έχουν περιέλθει από την ανάγκη της επιβίωσης. Δεν είναι άνθρωποι, είναι ανδράποδα. Υπάρχουν γύρω μας απλώς έτσι, χωρίς δικαιώματα, χωρίς συναισθήματα, χωρίς προσωπικότητα κι αξιοπρέπεια, ακόμη και χωρίς όνομα. Είναι βολικά «ξένοι» και, γι’ αυτό, τους χρειαζόμαστε.
Μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε σαν σάκους του μποξ και να ξεθυμάνουμε πάνω τους όλα τα άγχη και τις φοβίες μας, όλες τις ανασφάλειες και τις μειονεξίες μας, όλα τα συμπλέγματα και τις ανικανότητές μας. Αντί ν’ αγκαλιάσουμε τη διαφορετικότητά τους για να κάνουμε πιο πλούσιο και πιο βαθύ τον πολιτισμό μας, τους στερούμε τη φωνή για να μπορούμε να λέμε χωρίς αντίλογο ότι για όλα όσα δεν πάνε καλά στη ζωή μας φταίνε αυτοί, οι «ξένοι».
Ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την εκκόλαψη –ξανά- του αυγού του φιδιού. Το αυγό του φιδιού που βρίσκει την απαραίτητη θαλπωρή στην αγκαλιά του φόβου, ο οποίος τόσο έντεχνα καλλιεργείται διαρκώς και παντοιοτρόπως από τους έχοντες και εξουσιάζοντες. Όλα εκεί συντείνουν: στην ένταση του φόβου για τη ζωή, την υγεία, την περιουσία, την ευμάρειά μας. Κι όταν ο φόβος υιοθετείται από τους πολλούς, εύκολα στοχοποιούνται οι «άλλοι», οι «ξένοι». Γίνονται τόσο εύκολα αποδιοπομπαίοι τράγοι!
Έτσι δεν αντιλαμβανόμαστε ότι χρειάζεται και να σκεφτούμε λιγάκι, να προβληματιστούμε, ν’ αναζητήσουμε τις πραγματικές αιτίες της δυσλειτουργίας μας και να δράσουμε ανάλογα. Όπως καταναλώνουμε τα διαφημιζόμενα προϊόντα της αγοράς, έτσι καταναλώνουμε και συνθήματα και φόβους. Γιατί είμαστε πια μόνο καταναλωτές και καθόλου πολίτες.
Ο 18ος και ο 19ος αιώνας με τις επαναστάσεις τους υποσχέθηκαν πολλά στην Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο. Ο 20ός αιώνας έδωσε τα δικά του σκληρά μαθήματα με τη γέννηση και την άνοδο του φασισμού σ’ όλες τις εκδοχές του. Δεν μπορούμε ούτε ως δικαιολογία να προβάλουμε την άγνοια.
Αυτό το δικαίωμα δεν το έχουμε!

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η διάρκεια του εφήμερου

Υπάρχουν κάποια έντομα που ζουν μόνο είκοσι τέσσερις ώρες. Σε κάποιο ντοκιμαντέρ άκουσα να τα αποκαλούν εφήμερα. Η λέξη με τσίμπησε και, ξαφνικά, ο χρόνος της ζωής και η ζωή του χρόνου πήραν άλλες διαστάσεις.
Συνηθίσαμε εμείς, μες στη μακρόχρονη(!) ζωή μας, να χρησιμοποιούμε τον όρο «εφήμερο» συγκαταβατικά, σχεδόν περιφρονητικά. Δεν εκτιμούμε τα εφήμερα, γιατί δεν έχουν διάρκεια, μέγεθος μέσα στο χρόνο. Έχουμε γενικά την τάση να προκρίνουμε το πολύ και το μεγάλο.
Αναζητούμε το ελιξίριο της ζωής. Παλεύουμε να υποτάξουμε την αιωνιότητα. Αλλά, επειδή δεν μπορούμε –ακόμη(;)– να την κατακτήσουμε, εφευρίσκουμε την αιώνια μετά θάνατον ζωή. Βαυκαλιζόμαστε, από την άλλη πλευρά, με μια άνεση μακροβιότητας, την οποία συχνά δεν διαθέτουμε, παραμελώντας και περιφρονώντας τα πολύτιμα μικρά και στιγμιαία. Πολύτιμα, γιατί ακριβώς είναι φευγαλέα. Και, ενώ η ζωή μάς προσφέρει επανειλημμένα την ευκαιρία να διορθωθούμε, εμείς, παρερμηνεύοντας αυτές ακριβώς τις επαναλήψεις, θεωρούμε δεδομένο ότι θα είναι επ’ άπειρον και ανά πάσα στιγμή στη διάθεσή μας. Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι πάει, έφυγαν δια παντός οι πολύτιμες φευγαλέες στιγμές. Τότε πια είναι αργά.
Το στιγμιαίο όμως αποκτά την αξία του από τη σπανιότητα ή και τη μοναδικότητά του. Πώς θα ήταν αν στη ζωή μας βλέπαμε μόνο μία ανατολή και μόνο μία δύση του ήλιου; Πώς θα ήταν αν η νεότητα και η ακμή μας διαρκούσαν μόνο μερικές ώρες; Πώς θα ήταν αν τρώγαμε μόνο μία φορά και δεν κοιμόμαστε ποτέ στη ζωή μας; Πώς θα ήταν αν στη ζωή μας δεν υπήρχαν οι λέξεις «χτες» και «αύριο»; Πώς θα ήταν αν κάναμε μόνο μία φορά στη ζωή μας έρωτα; Πώς θα ήταν αν πεθαίναμε αμέσως μετά τη γέννα των παιδιών μας;
Πώς θα ήταν αν ολόκληρη η ζωή μας συμπυκνωνόταν σε μία μέρα;

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Ενύπνιες εκπλήξεις

Έβλεπε πάντα πολλά όνειρα. Σ’ άλλα απ’ αυτά συμμετείχε ενεργά, αγωνιώντας ή διασκεδάζοντας –συνήθως το πρώτο, αλλά καθόλου σπάνιο και το δεύτερο. Σε άλλα όνειρα παρακολουθούσε τη δράση προσώπων οικείων ή αγνώστων, με έντονη ωστόσο την αίσθηση της προσωπικής παρουσίας στο χωροχρόνο της εξέλιξης σαν καλός θεατής που αντιδρά συναισθηματικά ή και εγκεφαλικά στην υπόθεση του έργου που διαδραματίζεται μπροστά του.
Κάτι που συνειδητοποίησε αργά ήταν το ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αυτά τα όνειρα ήταν έγχρωμα. Κι αυτό το αντιλήφθηκε, όταν με έκπληξη σε μια συζήτηση έμαθε πως υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν μόνο ασπρόμαυρα όνειρα. Σχεδόν τους λυπήθηκε. Φαινόταν τόσο φυσιολογικό να βλέπει έγχρωμα όνειρα! Θυμήθηκε χρωματικές αποχρώσεις απαλές και ποικίλες σαν αυτές της φύσης που δεν τη στρέβλωσε ακόμη η ανθρώπινη παρουσία. Γεύτηκε χρώματα έντονα κι εκρηκτικά, πίδακες φωτός και λάμψης. Υπήρξαν και χρώματα καθαρά, σκέτα, χωρίς αποχρώσεις, σαν αυτά που προτιμούν τα παιδιά στις πρώτες τους ζωγραφιές. Δεν έλειψαν, βέβαια, και χρώματα πρόστυχα, που μύριζαν αποστροφή ή επίκριση ή ενοχή. Τα χρώματα ήταν πάντα εκεί, τόσο αναμενόμενα που δεν τα πρόσεχε.
Αυτό που πραγματικά ξάφνιασε ήταν ένα όνειρο γεμάτο μουσική, ένα όνειρο με πρωταγωνίστρια τη μουσική. Για πρώτη φορά –τουλάχιστον απ’ όσα η μνήμη είχε καταγράψει– η κυριαρχία της όρασης υποχωρούσε αφήνοντας στο προσκήνιο την ακοή. Και όχι μόνο. Δεν ήταν οι συνηθισμένοι ήχοι ή κρότοι, οι συνηθισμένες κουβέντες ή κραυγές ή, έστω, τα ψιθυρίσματα, που συχνά πυκνά επιβίωναν μετά το ξύπνημα. Αυτή τη φορά ήταν μια πανδαισία μουσικής και τραγουδιού, που διέγειρε τ’ αφτιά κι έπαλλε τις φωνητικές χορδές. Ρυθμός και μελωδία, ένταση και τρυφερότητα. Και συμμετοχή. Γιατί ήταν ταυτόχρονα ακροατής προσεκτικός αλλά και ενθουσιώδης παραγωγός αυτής της αρμονίας, ιδιότητες βιωμένες μοναχικά αλλά και συλλογικά.
Ξύπνησε με τ’ αφτιά πλημμυρισμένα και το λαιμό κουρασμένο και όλο το είναι κατακτημένο από νότες.
Ένα αναπάντεχο μουσικό δώρο. Γεμάτο χρώματα κι αυτό!

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Μουσειακές αντιλήψεις

Με αφορμή το λογοκριμένο φιλμάκι του Κώστα Γαβρά για το μουσείο της Ακρόπολης, γεννιούνται μερικές απορίες:
Τι ρόλο μπορεί να παίξει ένα μουσείο για την Ακρόπολη, όταν αποσιωπά ένα κομμάτι της ιστορίας της;
Πόσο σύγχρονο μπορεί να θεωρηθεί ένα μουσείο, όταν ηθελημένα γίνεται δέσμιο παρωχημένων αντιλήψεων και αναχρονιστικών δυνάμεων;
Πώς ένα μουσείο θα επιχειρήσει να αναπτύξει έναν υγιή και ζωντανό διάλογο του παρόντος με το παρελθόν, όταν από τη μια το ίδιο το μουσείο διέπεται από οπισθοδρομικά σύνδρομα και από την άλλη προσεγγίζει το παρελθόν με προκρούστεια κατά το δοκούν μέθοδο;
Κατά πόσο είναι δυνατόν ένα τέτοιο μουσείο να υπηρετήσει την ιστορική γνώση και, κατά συνέπεια, την εθνική αυτογνωσία;
Οι Ελγίνοι ήταν και εξακολουθούν να είναι πολλοί! Ξένοι και ιθαγενείς!
Ως εκ τούτων, συμπερασματικό ερώτημα:
Πότε επιτέλους θα θεσμοθετηθεί ο διαχωρισμός του κράτους μας από την Εκκλησία;

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Η απειροελάχιστη στιγμή

Εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή… Όταν όλες οι αρθρώσεις σου λύνονται και μαλακώνουν και γίνονται ξανά νηπιακές. Όταν νιώθεις ότι περπατάς σε πυκνές τούφες από βαμβάκι, χωρίς να βυθίζεσαι, γιατί καταργήθηκε η βαρύτητα. Όταν τα χέρια σου περιορίζονται στις ελάχιστες εκείνες κινήσεις που είναι απαραίτητες ίσα ίσα για να υπηρετήσουν εσένα και τις ανάγκες σου.
Εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή… Όταν ο ικανοποιημένος ουρανίσκος σου προσκαλεί σε απολαυστική χαλάρωση το λαρύγγι σου. Όταν οι φωνές γύρω σου χάνουν την οξύτητά τους, αλλά ταυτόχρονα γίνονται πιο ευανάγνωστες. Όταν το έντονο φως αρχίζει μόλις να σ’ ενοχλεί, γιατί τα μάτια σου δεν αντέχουν τόση αποκάλυψη. Όταν κάθε κίνηση γύρω σου υποκύπτει στους ρυθμούς της δικής σου αντίληψης. Όταν κάθε σου νευρική απόληξη πρόθυμη υποδέχεται θερμά, αλλά και πρόσχαρα εκπέμπει μόνο ευχάριστα μηνύματα.
Εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή… Όταν αρχίζεις να νιώθεις μέσα σου τελείως περιττά και παράλογα τα τείχη της άμυνάς σου. Όταν ενδόμυχες σκέψεις ξεπηδούν απαστράπτουσες στην επιφάνεια διεκδικώντας άρθρωση άμεση και διατύπωση αλογόκριτη. Όταν καταχωνιασμένα συναισθήματα εξεγείρονται ενάντια στη λογική διεργασία και επιχειρούν να κατοχυρώσουν την ελευθερία της αδιαμεσολάβητης εκδήλωσής τους. Όταν η γλώσσα, σε πλήρη ευεξία από τη γευστική ευωχία, κατακτά με οξύνοια την εύστοχη έκφραση, καθιστώντας σχεδόν προσιτή την άνετη επικοινωνία.
Είναι εκείνη η στιγμή που το οινόπνευμα χαρίζει τα δώρα του.
Στους πολλούς, τους άπληστους, που δεν θα σταματήσουν, γιατί δεν μπορούν να αξιολογήσουν –καμιά φορά ούτε που τα αντιλαμβάνονται– τα δώρα του, το οινόπνευμα επιφυλάσσει το γκρίζο της θολούρας και το κίτρινο της ναυτίας. Θα βουλώσει τ’ αφτιά τους, θ’ αλληθωρίσει τα μάτια τους, θα φυλακίσει τη γλώσσα τους σ’ ένα πέτσινο στόμα γεμάτο αόρατα βότσαλα. Θ’ ακινητοποιήσει το μυαλό τους, θα νεκρώσει τις αισθήσεις τους και θα αλλοτριώσει τα συναισθήματά τους.
Στους άλλους, τους ολίγους και ολιγαρκείς, που θ’ αναγνωρίσουν την ποιότητα της μεγαλοδωρίας του και θα εκτιμήσουν τη λεπτή της ευγένεια, το οινόπνευμα θα προσφέρει ένα επιπλέον, καλά κρυμμένο και μη υπεσχημένο, πολύτιμο έπαθλο: θα τεντώσει μέσα στο χρόνο την απόλαυση αυτής της απειροελάχιστης στιγμής.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Ο καθημερινός μας ρατσισμός

• Έγινα Τούρκος.
• Είσαι πολύ Κατίνα!
• Μη γίνεσαι γύφτος!
• Τελείως αμερικανάκι ο δικός σου.
• Δεν θα σου κάνω τη Φιλιππινέζα.
• Αυτή είναι γυναικουλίστικη συμπεριφορά.
• Καλά, Πόντιος είσαι;
• Έχει καβούρια στην τσέπη του, σκέτος Εβραίος.
• Φέρθηκε αντρίκια.
• Μήπως είσαι ξανθιά;
• Σκουπιδιάρης θα καταντήσεις!
• Κάτσε φρόνιμα, γιατί θα σε πάρει ο Αράπης.
• Λατίνος εραστής.
• Είναι παιδιά των βορείων/νοτίων προαστίων.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...