Με τα χείλη σφιγμένα κάρφωσε το βλέμμα στον αδειανό τοίχο. Είχε ξεκρεμάσει τις φωτογραφίες και τα κάδρα πριν οκτώ χρόνια, όταν είχε βάψει το δωμάτιο, και από τότε δεν αξιώθηκε να πιάσει σφυρί στο χέρι.
Τα μάτια παρέμειναν να κοιτάνε τον κιτρινισμένο ξανά από τα τσιγάρα τοίχο. Δεν ήταν απλανή. Έψαχναν μεθοδικά κι επίμονα, απεγνωσμένα σχεδόν, να βρουν το ακριβές σημείο, το αμυδρό εκείνο ίχνος από το καρφί που συγκρατούσε την ασπρόμαυρη κυρτωμένη Κραυγή. Η εκκωφαντική σιωπή της γέμιζε ακόμα το χώρο. Την ένιωθε πηχτή, υγρή, βαθύφωνη πάνω στο δέρμα. Δεν ήταν στριγκλιά, αλλά κραυγή, πραγματική κραυγή, ατελείωτη κραυγή. Γύρευε να χωθεί μέσα στο σκοτεινό τεράστιο στόμα που όλο και μεγάλωνε, όλο και βάθαινε κάθε που το κοιτούσε. Ένα στόμα που δεν άρθρωνε, αλλά που ξέρναγε απελπισία και, σε αντίστροφη δίνη, κατάπινε το απόλυτο κενό. Ἠθελε να ξαναβυθιστεί στο βάραθρο του άηχου λάρυγγα αναζητώντας το άπειρο της αβύσσου σαν τον ξενιτεμένο που με αγωνία ψάχνει τη συγγενική αγκαλιά στο έρημο λιμάνι.
Όταν η καύτρα του τσιγάρου χάιδεψε με τη φλόγα της τα δάχτυλα, τινάχτηκε. Σηκώθηκε, άνοιξε το ντουλάπι κι έβγαλε το κουτί με τα εργαλεία. Πήρε το σφυρί κι άρχισε να καρφώνει. Τώρα πια υπήρχε ξανά χρώμα. Κόκκινο. Πηχτό. Υγρό. Βουβό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου