Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Καθαρά (;) Δευτέρα

Βάλατε μπουγάδα, καλέ; Μέρα που ’ναι, δεν πρέπει να φροντίσουμε να είναι κυριολεκτικό το όνομά της; Εγώ πάντως ξεκίνησα νωρίς την καθαριότητα.
Πρώτο έπλυνα το πορτοφόλι μου. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτε σπουδαίο μέσα. Χρήμα δεν είχε, πόσω μάλλον βρώμικο, για να το ξεπλύνω. Κάτι κάρτες μαγαζιών με χαμηλές τιμές που έχουν όμως κλείσει. Ένα χαρτονάκι με τον κωδικό του μελανιού του εκτυπωτή μου, περιττό πια αφού οι εκτυπώσεις σχεδόν μηδενίστηκαν. Μια λίστα με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ που, αφού την τσέκαρα ξανά και ξανά, διαπίστωσα ότι δεν τη χρειαζόμουν. Το μυαλό μου μπορεί ακόμη να συγκρατήσει τα τρία πραγματάκια που θα με βγάλουν στη βδομάδα.
Μετά σκέφτηκα ότι είναι ευκαιρία να καθαρίσω το ψυγείο. Δεν υπάρχει φόβος να χαλάσουν τα πράγματα· η θερμοκρασία με κλειστό το καλοριφέρ είναι ό,τι πρέπει. Τα ντουλάπια της κουζίνας δεν με κούρασαν. Έτσι κι αλλιώς, δεν τ’ ανοίγω συχνά, οπότε γλιτώνω και το μόνιμο βραχνά του τι θα μαγειρέψω σήμερα. Στο κάτω κάτω μπορώ να χαζέψω κάποια από τις εκπομπές υψηλής κουζίνας. Εξάλλου γι’ αυτό τελευταία έχουν πολλαπλασιαστεί. Κοινωνικό ρόλο επιτελούν και τις είχα παρεξηγήσει!
Στόλισα και το βαζάκι με τα αποξηραμένα, που είναι και οικονομικά. Δεν ζητούν κάθε τρεις και λίγο νερό.
 
Τέλειωσα γρήγορα.
Ώρα να ξαραχνιάσω το μυαλό μου. Μμ… αυτό θα μου φάει χρόνο.
Το αναβάλλω για λίγο και ξεφυλλίζω ηλεκτρονικά τις εφημερίδες των τελευταίων ημερών. Η πένα της Έλενας Ακρίτα το Σάββατο είχε κέφια.
Άντε και καλή Σαρακοστή!
Αν και έχω την αίσθηση ότι φέτος και αυτή η λέξη θ’ αλλάξει περιεχόμενο: μάλλον θα κρατήσει πολύ παραπάνω από σαράντα μέρες!

Να δω πότε θα πάρουμε την απόφαση να καθαρίσουμε την κόπρο του Αυγείου που μολύνει την ατμόσφαιρα της πατρίδας μας… Η επόμενη διαδήλωση δεν πρέπει να γίνει με άδειες κατσαρόλες, όπως πριν λίγα χρόνια στην Αργεντινή, αλλά με σκούπες, σκουπάκια και, κατά προτίμηση, με ταβανόσκουπες. Εκεί, στα ταβάνια, μαζεύονται οι αράχνες και στήνουν τον ιστό τους!

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Φυτολογίας το ανάγνωσμα

Όταν μετακόμισα στο καινούριο σπίτι, το τελευταίο που με απασχολούσε ήταν η πρασινάδα. Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε η μετακόμιση, δεν μου επέτρεπαν να δω ότι τα φυτά σ’ ένα σπιτικό δεν είναι καθόλου μα καθόλου πολυτέλεια. Εξάλλου στη βεράντα είχαν μείνει από τους προηγούμενους ενοίκους μερικές ζαρντινιέρες.
Τα γεράνια τους με ανακούφισαν ως αδαή περί την κηπουρική. Ένα άλλο φυτό, που δεν ξέρω το όνομά του αλλά που μου είναι εξαιρετικά οικεία η θέα του, ταίριαξε το χρώμα του με την ψυχική μου διάθεση. Δεν μπορούσα όμως να αναγνωρίσω αυτό.
Ούτε αυτό.
Σκέφτηκα την πιθανότητα να είναι απλώς αγριόχορτα…
Καθώς τα χαρτάκια του ημερολογίου φυλλορροούσαν προς την άνοιξη, θυμόμουν όλο και πιο συχνά πόσο ζήλεψα τις φωτογραφίες από τα φυτά πολλών φίλων από αυτόν εδώ το χώρο. Της Margo, του Κένταυρου, του Ξωτικού, της Θαλασσένιας…
Άρχισα να μπαινοβγαίνω συχνότερα στη βεράντα, να σκαλίζω, να ποτίζω, να πετάω μαραμένα φύλλα. Και, βέβαια, να ρωτάω το τι και το πώς. Από θεωρίες, άλλο τίποτε! Ο τονισμένος άτονος Ανώνυμος, μάλιστα, φρόντισε να μου δώσει φυλλαράκι από ένα φυτό που το λουλούδι του φωτογράφισε ζηλευτά το Ξωτικό και το θαυμάζετε στο δεξί side bar. Το όνομά του μου διαφεύγει κι αυτό. Καλά, είμαι ανεπίδεκτη!
Όμως προχτές βγήκα πάλι έξω και είδα αυτό!!!
Έπαθα, σας λέω! Έμεινα μες στο κρύο να το χαζεύω. Να το χαϊδεύω —με το βλέμμα μου, καλέ! Ανεπίδεκτη ναι, αλλά όχι και βάναυση! Είπαμε… Του ψιθύριζα και δεν ήξερα πώς να το πω. Υιοθέτησα το «αγγελούδι» από το συμφυρμό του αγγελιαφόρου της άνοιξης με το λουλούδι.
Περιττό να σας πω ότι αποφάσισα να ανατρέψω την οικτρή μου κηπουρική κατάσταση και πάσα συμβουλή και βοήθεια είναι ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτη, αρκεί να λαμβάνει υπόψη την ομολογουμένη ασχετοσύνη μου!

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Αποχαιρετισμός του χειμώνα

Τελευταία μέρα του Κουτσοφλέβαρου σήμερα, αλλά και του χειμώνα.
Ας τον αποχαιρετήσουμε με έναν εξαίρετο σολίστα σ’ ένα μουσικό κομμάτι που μας δείχνει ότι ένας γοργός ρυθμός δεν σημαίνει πάντα και ευθυμία ή ξεφάντωμα. Μπορεί να ζωγραφίζει και θύελλες, όπως λέει μια αγαπημένη φίλη, αλλά και καταιγίδες και ριπές ανέμου και μαστίγωμα βροχής.
Απομένει σε μας να σκαλίσουμε και ν’ ανακαλύψουμε την ομορφιά μέσα από τις δυσκολίες. Στις δυσκολίες των κινήσεων του δοξαριού, του καιρού, του καιρού μας, της εποχής, της εποχής μας…
Ξορκίζοντας με μουσική, με ομορφιά, τις αντιξοότητες οδεύουμε προς την άνοιξη. Με τη βεβαιότητα ότι αυτή οπωσδήποτε ακολουθεί. Αργά ή γρήγορα…
Στο χέρι μας (;) είναι…

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Λαϊκότητα

Είναι μια έννοια που στις μέρες μας κοντεύει να χάσει το περιεχόμενό της.
Ο λαϊκισμός την υπονόμευσε έσωθεν σφετεριζόμενος κατά κόρον τη «φωνή» του λαού και εκμαυλίζοντας πάντα κάποια επιρρεπή στην κολακεία αφτιά υπέκλεψε την πολιτική έκφραση αυτού του λαού στην άσκηση της εξουσίας.
Παράλληλα η λαϊκότητα δέχτηκε κατά καιρούς επιθέσεις έξωθεν από διανοουμενίζοντες εστέτ, που συνέχεαν την ουσιαστική καλλιέργεια με την εγκεφαλική συσσώρευση πληροφοριών, η οποία συγκάλυπτε μεν το συναισθηματικό κενό τους, αλλά δεν μετουσιωνόταν σε ψυχικό και εκφραστικό πλούτο. Συνέχεαν το επιφανειακό ραφινάρισμα με τη γνώση, υποτιμώντας την πηγαία λαϊκή σοφία. Υπηρετούσαν την εκζήτηση, μην μπορώντας να εκτιμήσουν τη γνησιότητα και την αλήθεια της λαϊκής ψυχής, έτσι όπως εκφράζεται αδιαμεσολάβητη σ’ όλες τις μορφές της ανθρώπινης δημιουργίας, στα χειροτεχνήματα, στα σκεύη, στη ζωγραφική, στο χορό και τη μουσική.
Η χειρότερη συνέπεια αυτών των στρεβλώσεων είναι η άμβλυνση της κρίσης μας και η υιοθέτηση, άκριτα εκ μέρους μας, πολλών στερεοτύπων. Πόσοι από μας δεν θεωρούν τους λαϊκούς χορούς σαν κάτι παγιωμένο, που δεν επιδέχεται διαφοροποίηση; Θαρρείς και η λαϊκή ψυχή, που εκφράζεται μέσω αυτών, δεν εξελίσσεται, δεν υφίσταται διαφορετικές καταστάσεις, δεν αντιμετωπίζει καινούργιες προκλήσεις, δεν προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες. Στην άλλη όψη του, ιδίου όμως, νομίσματος —αυτού που προσπαθεί να υπερασπιστεί, συχνά στρεβλά, τη γνησιότητα— η κλασική μουσική εξοβελίζεται από τα «λαϊκά» γούστα. Λες και το «Δαχτυλίδι της μάνας» ή ο «Πρωτομάστορας» του Μανώλη Καλομοίρη δεν είναι αρκούντως «λαϊκά»!
Τέλος, για να φτάσω και στην αφορμή αυτής της ανάρτησης, πόσοι από μας δεν θεωρούμε τη γαλλική γλώσσα κατάλληλη μόνο για τα (μεγαλο-μικρο)αστικά σαλόνια; Πόσοι από μας θα καλοδέχονταν μια έξοδο για ψυχαγωγία —προσοχή: όχι για διασκέδαση!— που θα έφερνε σε αρμονική συνύπαρξη τη Σωτηρία Μπέλλου με την Εντίθ Πιάφ; Κι όμως! Αυτό βρήκα την περασμένη Τετάρτη στο «104 Θέατρο Κέντρο Λόγου και Τέχνης» (Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια).

Ποιος είναι ο κοινός τους παρονομαστής; Μα η γνήσια λαϊκότητα!


Είτε στα ελληνικά με μπουζούκια και μπαγλαμά, είτε στα γαλλικά με ακορντεόν και πιάνο, η ψυχή του καθημερινού ανθρώπου είναι αυτή που εκφράζεται, ξεδιπλώνεται, πονάει, χαίρεται, λυγάει, τεντώνεται, δακρύζει και χαμογελάει, ερωτεύεται και θυμώνει, ικετεύει ή φεύγει.
Κι αν αυτό δεν είναι λαϊκό, τότε τι;

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Γελάτε, γιατί χανόμαστε!


Το συντομότερο ανέκδοτο των ημερών:
Έλληνας συνταξιούχος παίρνει το λεωφορείο να πάει στο φαρμακείο να εκτελέσει τη συνταγή γιατρού του Ι.Κ.Α.

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Μάτια μου!

Με πόσους τρόπους χαμογελούσαν τα μάτια σου!
Χαρούμενα ή θλιμμένα, παιδιάστικα ή πονηρά. Σαρκαστικά ή με κατανόηση, απορημένα ή με συγκατάβαση. Άλλοτε οργισμένα ή παραιτημένα, με ενδιαφέρον ή αφηρημένα. Και άλλοτε ενθουσιασμένα ή πεισματωμένα, έκπληκτα ή σοφά. Συχνά θριαμβευτικά, αλλά και φοβισμένα. Φωτεινά ή συννεφιασμένα.
Πόσο πιο ωραίο ήταν το πρόσωπό σου όταν χαμογελούσες απ’ ό,τι όταν γελούσες!
Πάντα εύγλωττα. Πάντα ετοιμόλογα ήταν τα μάτια σου.
Όταν γύρισες την πλάτη αποστρέφοντας το βλέμμα, ήξερα ότι είχαν ειπωθεί όλα. Δεν είχε απομείνει τίποτε ανείπωτο. Όμως, ο έρωτας απ’ αυτό το ανείπωτο τρέφεται.
Άνοιξα την πόρτα και την έκλεισα μαλακά πίσω μου…

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Χώμα αγαπημένο, ποτισμένο (πάλι) με αίμα

27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.
Σαν το ’φεραν οι Χριστιανοί* να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».
Κ. Π. Καβάφης
* εννοεί τους Άγγλους
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...