Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Το απρόσμενο


Πριν μερικές μέρες είχα τα γενέθλιά μου. Το χτύπημα του τηλεφώνου έφερε τις ευχές από τα αναμενόμενα αγαπημένα πρόσωπα και χάρισε στη μέρα τα χαμόγελα που της αναλογούσαν. Όταν όμως άνοιξα την ηλεκτρονική μου αλληλογραφία, με περίμενε πρώτο και καλύτερο ένα ευχετήριο μήνυμα απρόσμενο. Το έστειλε μια φίλη, που δεν έχω γνωρίσει από κοντά αλλά που πολύ την αγαπώ. Και θα καταλάβετε αμέσως το γιατί.
Είναι φίλη που δεν θα μπορούσε να θυμηθεί τα γενέθλιά μου, γιατί απλούστατα δεν τα γνώριζε. Μπήκε όμως στη διαδικασία να ψάξει και να κάνει υπολογισμούς. Ύστερα με πολλή προσοχή να ζυγίσει το είδος του δώρου που θα μου ταίριαζε και, τέλος, ν’ αφιερώσει αρκετό χρόνο για να το διαλέξει.
Έτσι, όταν ξετύλιξα το δώρο μου, τι βρήκα μέσα; Βρήκα ό,τι αγαπώ πιο πολύ γύρω μου. Βρήκα θάλασσα! Για την ακρίβεια, βρήκα θάλασσες! Θάλασσα σε απίθανες ποικιλίες και εκδοχές! Φυσικά, βούτηξα αμέσως…
Κερνάω θάλασσα, λοιπόν! Δοκιμάστε, είναι από το πακέτο που μου χαρίστηκε…
Είναι δυνατόν να μην αγαπώ αυτή τη φίλη; Όχι, πείτε μου! Εύχομαι μόνο η θάλασσα, που αγκαλιάζει το νησί της, να ήταν η δική μου αγκαλιά!

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Κυκλοθυμίες


Το ημερολόγιο δείχνει Μάη. Κοντεύει μάλιστα να διαγράψει όλα τα τετραγωνάκια του με τον κόκκινο μαρκαδόρο της.
— Γιατί διάλεξα αυτό το χρώμα; Αφού δεν μου αρέσει. Φωτεινό, ανοιξιάτικο χρώμα, σου λέει ο άλλος. Πού την είδα την άνοιξη;
Έξω συννεφιάζει. Ξανά. Πιάνει ψιλόβροχο. Ξανά. Ο ουρανός χαμηλώνει και της πλακώνει το στήθος. Περισσότερο.
Αναστενάζει κι ανασηκώνεται βαριά. Βγαίνει στο σκοτεινιασμένο μπαλκόνι. Δυο γαρίφαλα φωτίζουν το βλέμμα της. Και τα πουλιά, που μαζεύονται να προφυλαχτούν απ’ τη βροχή στα γύρω δέντρα, φλύαρα και ξετρελαμένα, την κάνουν να χαμογελάσει χωρίς να το καταλάβει.
Έχω καιρό ν’ ακούσω μουσική, συνειδητοποιεί μεμιάς.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Σκύβω το κεφάλι

...πρώτα απ’ όλα με ντροπή μπροστά στους νεκρούς των Καλαβρύτων, του Διστόμου, της Υπάτης και των υπόλοιπων μαρτυρικών πόλεων, αλλά και μπροστά σου, Μανώλη Γλέζο, γι’ αυτούς που έστειλαν οι συμπολίτες μου να βρεθούν στην ίδια αίθουσα με σένα! (Για πλάκα άραγε;)
Και μια απορία: γιατί στο διαβόητο πλέον στρατιωτικό πρόσταγμα προς τους δημοσιογράφους ακούστηκε μόνο μια γυναικεία φωνή να διαμαρτύρεται; Το όνομά της είναι Νάντια Αλεξίου και καλό είναι να το καταγράψουμε. Δεν είναι, βλέπετε, από τις πρωτοκλασάτες τηλεοπτικές περσόνες!

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Μέρες σημαδιακές

Μερικοί άνθρωποι είναι δεισιδαίμονες και το ομολογούν. Πολύ περισσότεροι είναι προληπτικοί, αλλά το κρύβουν άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε καθόλου.
Η γάτα από εδώ
— Και τι έγινε που είδα μαύρη γάτα πρωί πρωί; (Ας φτύσω όμως για καλό και για κακό τον κόρφο μου…)
— Έλα να διαβάσουμε το ωροσκόπιο της ημέρας. Θα σπάσουμε πλάκα! (Εγώ πάντως τον ωροσκόπο μου τον ξέρω…)
Οι μέρες κυλούν αμετάκλητα προς την πρώτη Κυριακή του Μαΐου και ψάχνω στο Αλμανάκ για σημάδια και οιωνούς.
Τέτοια μέρα, λέει, το 1758 γεννήθηκε ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος. Καλό σημάδι η επανάσταση, σκέφτομαι. Η Τρομοκρατία όμως μου σπάει το χαμόγελο σε μορφασμό. Από την άλλη βέβαια μάλλον ήδη τη ζω την τρομοκρατία, με διαφορετικού είδους λαιμητόμους. Μήπως καλύτερα να ψάξω την ημερομηνία θανάτου του Ροβεσπιέρου;
Α, για στάσου! Το 1856, 6η Μαΐου επίσης, γεννήθηκε και ο Σίγκμουντ Φρόυντ. Εδώ είμαστε! Ό,τι ακριβώς χρειαζόμαστε! Μια επείγουσα ψυχανάλυση είναι άκρως απαραίτητη. Και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες δίκης της προαναφερθείσης Τρομοκρατίας. Μήπως και κατανοήσουμε επιτέλους –λέω τώρα, εγώ η κουζουλή– τι ακριβώς έγινε στα παιδικά χρόνια της χώρας μας και έφτασε εδώ που έφτασε. Κυρίως όμως μου είναι προσωπικά απολύτως αναγκαία η βοήθειά του, μπας και ξεμπλέξω το κουβάρι του Εγώ με το Υπερεγώ και το Αυτό πριν φτάσω στο παραβάν. Διαφορετικά μόνο με ζουρλομανδύα με βλέπω να βγαίνω από κει μέσα!

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Δύσκολα

Δύσκολο να πιάσω ύστερα από τόσον καιρό το νήμα από κει που το ’χα αφήσει. Κι εδώ που τα λέμε, πού το είχα αφήσει; Τρέχα γύρευε! Έλα όμως που…
 
Άνοιξα την μπαλκονόπορτα σήμερα το πρωί και παραξενεύτηκα. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και λιακάδα! Γίνεται; Κατά τις δέκα όμως ο ουρανός θυμήθηκε και συννέφιασε. Έτσι μπράβο! Ας μην ανατραπούν τέλος πάντων όλα τα δεδομένα μας. Χρειάζομαι κάποιες σταθερές, έστω και μελαγχολικές, για να διασώσω την εύθραυστη πια ισορροπία μου.
 
Η σκέψη μου πέταξε ένα μήνα πριν, εκεί στα μέσα του Μάρτη, όταν έσκασαν μύτη οι πρώτες λιακάδες. Τα ιστολόγια είχαν τότε αναθαρρημένα χαιρετίσει τον ερχομό της άνοιξης. Είχα κι εγώ ετοιμάσει μια ανάρτηση με θέμα τη δύναμη της φύσης που ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου στην άκρη μιας ζαρντινιέρας.
Σκληρός ο φετινός χειμώνας…
Παλεύεται όμως!
Ποιος νίκησε τελικά;
Ο καιρός εν τω μεταξύ ξαναχάλασε και… πάει καλιά της η αισιόδοξη ανάρτηση!
 
Μια βδομάδα αργότερα η Margo, η καλή φίλη, με «στρίμωξε» καλοπροαίρετα και παιχνιδιάρικα. Το είχε κάνει και παλιότερα, μόνο που αυτή τη φορά υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες με κράτησαν μακριά από το παιχνίδι. Ωστόσο οι ερωτήσεις της από τότε με τριβελίζουν και ξέρω καλά ότι δεν θα σταματήσουν, αν δεν τις απαντήσω. Ορίστε λοιπόν:
 1. Η πρώτη σκέψη στο ξύπνημα της μέρας:
Ωχ! Πάλι; Μμ… Για να δούμε…
 2. Θέλησες ποτέ να κρυφτείς από κάτι;
Ασφαλώς! Όλοι οι άνθρωποι, πιστεύω, το θέλησαν κάποια στιγμή της ζωής τους. Τα κατάφερα μάλιστα τόσο καλά, που με έχασα γι’ αρκετό καιρό!
 3. Τι κάνεις όταν χάσεις το δρόμο για κει που ξεκίνησες να πας;
Ρίχνω μια ματιά γύρω μου να δω μήπως εδώ που βρέθηκα είναι καλύτερα. Διαφορετικά, κοιτάω πίσω να δω πού λοξοδρόμησα και ξαναπροσπαθώ.
 4. Πώς μετράς την ευτυχία;
Το σημειώνω και στην προμετωπίδα του ιστολογίου μου με τα λόγια του George Carlin: με τις στιγμές που μου έκοψαν την ανάσα. Και ήταν στιγμές σύντομες, πυκνές και χαμηλόφωνες!
 5. Αν έπρεπε να αυτοπροσδιοριστείς με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Γλώσσα. Δικαιοσύνη. Θάλασσα.
 6. Πριν, τώρα, μετά, ποιο επιλέγεις και γιατί;
Πρώτη μου αντίδραση το πριν, γιατί γερνάω. Ωριμότερη επιλογή μου το μετά, γιατί είναι σαν τη θάλασσα, απρόβλεπτο.
 7. Τι θα σ’ έκανε να το ακολουθήσεις ως την άκρη του κόσμου;
Τίποτε. Αυτά που έχουν τόση δύναμη ώστε ν’ αξίζει να κινητοποιηθούμε τόσο πολύ, είναι αυτά που μπορούμε να τα δεχτούμε στην ψυχή μας, όπου και να βρισκόμαστε.
 8. Πόσο συχνά χαμογελάς τα τελευταία δύο χρόνια;
Τα τελευταία δύο χρόνια χαμογελάω μόνο χάρη στα ανίψια μου και τα «παιδιά» μου. Καλότυχη η στιγμή που οριστικοποίησα την επαγγελματική μου επιλογή!
 9. Η λέξη «κρίση» τι σημαίνει για σένα;
Μια ικανότητα που μας έλειψε εδώ και δεκαετίες και την κατάσταση στην οποία μας οδήγησε αυτή η έλλειψη. Όμως έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό το θέμα.
10. Μια αγαπημένη σου λέξη:
Η φωτογραφία από εδώ
Θάλασσα. Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.
11. Η τελευταία σκέψη στο τέλος της μέρας:
Μια πολύτιμη μητρική συμβουλή: Φρόντισε, πριν κοιμηθείς το βράδυ, να έχεις μονιάσει με όποιον τσακώθηκες τη μέρα. Αρκετές φορές δυστυχώς δεν τα κατάφερα…
Κανονικά βέβαια τώρα θα έπρεπε να παραδώσω τη σκυτάλη σε άλλους φίλους και φίλες υποβάλλοντας και τις δικές μου ερωτήσεις. Μόνο που να… το παιχνίδι έχασε πια την αμεσότητά του. Ωστόσο, ασφαλώς και κάθε πιθανή συνέχεια είναι καλοδεχούμενη.
 
Εύχομαι πάντως Καλή Ανάσταση σ’ ό,τι καλό κι ωραίο νιώθετε να σβήνει μέσα σας!

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Δοκιμές

Ξεκίνησαν τρία. Το ένα έκανε μαθήματα βιολιού, το άλλο πιάνου και το τρίτο αποφάσισε ότι ήταν αρκετά περίεργο να δει πώς είναι. Τρία λοιπόν απάντησαν καταφατικά, κάπου εκεί στα μέσα Νοεμβρίου, στη διστακτική μου ερώτηση για το αν θα τα ενδιέφερε να παρακολουθήσουν ζωντανά κλασική μουσική.
Δυο τρεις βδομάδες αργότερα με βρήκε το ένα απ’ αυτά με την πληροφορία ότι θα εμφανιζόταν στο Μέγαρο ο Λεωνίδας Καβάκος. Πού την ανακάλυψε, δεν ξέρω, γιατί στην ιστοσελίδα του Μεγάρου δεν υπήρχαν ακόμα στοιχεία. Όταν διασταύρωσα τελικά την είδηση για τις 11 Φεβρουαρίου, θεώρησα καλό να ξαναρωτήσω το τμήμα για την πιθανότητα ευρύτερης συμμετοχής. Αυτή τη φορά σηκώθηκαν δέκα χέρια και στο δάλειμμα ήρθαν να με βρουν κι άλλα παιδιά από τα υπόλοιπα τμήματα της δευτέρας, στα οποία δεν διδάσκω. Τη σκυτάλη πήρε η θεολόγος του σχολείου που ενημέρωσε και τα τμήματα της πρώτης.
Κάτω από το δύσπιστο βλέμμα κάποιων συναδέλφων συγκεντρώθηκε ένας κατάλογος τριάντα ενός παιδιών, που όχι μόνο συγκέντρωσαν χωρίς καθυστερήσεις πριν από την έναρξη της προπώλησης των εισιτηρίων το αντίτιμό τους, αλλά και δεν πτοήθηκαν από τις προειδοποιήσεις μου ότι ίσως το πρόγραμμα της συγκεκριμένης εκδήλωσης (σονάτες του Beethoven για βιολί και πιάνο) να έπεφτε κάπως βαρύ για «πρωτάρηδες».
Beethoven, violin sonata no 6 – Λ. Καβάκος, E. Pace
Περνάνε τρεις βδομάδες με καθημερινά χαμόγελα και ερωτηματικά βλέμματα στα διαλείμματα. Δυο μέρες πριν την εκδήλωση συγκεντρωνόμαστε για μια σύντομη ενημέρωση. Η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών δεν έχει ξαναπαρακολουθήσει κάτι ανάλογο και χρειάζεται μια προετοιμασία για το τι να περιμένει, τι θα συναντήσει, πώς πρέπει να συμπεριφερθεί. Το πρόβλημα της απεργίας όλων των μέσων μεταφοράς εκείνο το Σάββατο λύνεται την τελευταία στιγμή με την ενοικίαση πούλμαν.
Άφιξη στο Μέγαρο. Διερευνητικά, αναγνωριστικά βλέμματα. Η ομάδα συσπειρώνεται. Πρώτοι ψιθυριστοί σχολιασμοί. Αναμνηστική φωτογραφία για την ιστοσελίδα του σχολείου. Είσοδος. Μοιραζόμαστε στα δύο πλαϊνά θεωρεία πίσω από τη σκηνή. Κανένα παράπονο δεν ακούγεται.
Σε λίγο τα φώτα χαμηλώνουν. Ο Λεωνίδας Καβάκος και ο Enrico Pace παίρνουν τη θέση τους στη σκηνή. Ο βασιλιάς των οργάνων μαζί με το πληρέστερο των οργάνων γεμίζουν την αίθουσα με τους μαγικούς τους ήχους και γοητεύουν το κοινό. Καταπληκτική η χημεία των δύο μουσικών. Κάθε ανησυχία ξεχνιέται και αφήνουμε πίσω μας τον έξω κόσμο…
Στη διαδρομή της επιστροφής επιχειρώ έναν πρώτο απολογισμό σταχυολογώντας ενδεικτικές αντιδράσεις:
— Ωραία ήτανε, κυρία!
— Εμείς πάντως, κυρία, δεν χειροκροτήσαμε πριν την ώρα μας! Ακούσατε πώς φώναζαν σσσς;
— Ούτε και βήξαμε! Ωστόσο, ευγενικός ήταν!
— Θα ξανάρθουμε, κυρία;
— Εγώ, κυρία, χασμουρήθηκα μόνο δύο φορές!
— Φοβερή η αίθουσα, κυρία!
— Θα δούμε, κυρία, και μεγάλη ορχήστρα;
— Εμένα μου ’κανε εντύπωση η ησυχία!
— Χάρηκα που ήρθα. Ήθελα να δω πώς είναι. Δεν νομίζω όμως ότι θα ξανάρθω… Δεν μου πάει και πολύ.
— Πώς μπορούσαν, καλέ κυρία, να συγχρονίζονται τόσο τέλεια μεταξύ τους;
— Θα ήθελα να ξανάρθω. Μόνο, σε πιο εύθυμα κομμάτια. Να, σαν εκείνα τα μέρη που πήγαιναν πιο γρήγορα…
— Μπορούμε να πάμε, κυρία, και στη λυρική; Δεν θα ήταν ωραία να δούμε και όπερα;
Το πρώτο σποράκι έπεσε. Η συνέχεια θα δείξει…

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Αστραπές

Το κοριτσάκι από ώρα ήταν απορροφημένο στο παιχνίδι του. Είχε πάρει τα πιόνια από τη σκακιέρα, επέλεξε αρχηγό του δικού της στρατού τη γενναία μαύρη βασίλισσα και έστηνε ελεύθερο τις δικές του μάχες. Μια που ο μπαμπάς έλειπε, μπορούσε να ακολουθεί τους δικούς της κανονισμούς ή ακόμα και να μην υπακούει σε κανέναν. Λες και από ένστικτο μυριζόταν ότι στον πόλεμο δεν υπάρχουν κανόνες και, ακόμα κι αν μερικοί ισχυρίζονται ότι ισχύουν κάποιοι, στις συγκρούσεις νικούν αυτοί που ξέρουν να τους παρακάμπτουν.
Επιτέλους κατατρόπωσε τους δειλούς αντιπάλους και έτρεψε το λευκό από τον τρόμο στρατό σε άτακτη φυγή κάτω από τον καναπέ. Ο αχός από τους καταπέλτες, τις φωνές των στρατιωτών και τις κλαγγές από τα ξίφη των ιπποτών καταλάγιασε στ’ αφτιά της. Τότε αντιλήφθηκε τη σιωπή γύρω της. Ήταν μόνη. Σηκώθηκε, διέσχισε το σπίτι κι έφτασε έξω από την κλειστή κρεβατοκάμαρα των γονιών της. Από το τζάμι ψηλά στην πόρτα διέκρινε φως και μισάνοιξε την πόρτα. Έμεινε εκεί να κοιτάζει τη μαμά και τη γιαγιά της που άλλαζαν το μωρό.
Ο μικρός της αδελφός είχε γεννηθεί πριν από λίγους μήνες. Ήταν ένα μωρό χαμογελαστό με ξανθοκόκκινες μπούκλες και μ’ ένα γλυκό λακκάκι σε κάθε μάγουλο, ενώ εκείνη είχε ένα μόνο. Και τα μάτια τους ήταν διαφορετικά, παρόλο που ήταν και των δυονών γαλανά. Τα δικά της γκριζάριζαν λιγάκι σαν της γιαγιάς της, αλλά τα δικά του είχαν το καθαρό μπλε της θάλασσας που έβλεπε στα βιβλία, όχι της πραγματικής που ήξερε εκείνη.
Τον πρώτο καιρό έκανε πολύ χάζι μαζί του, γιατί έκλαιγε μόνο μία φορά τη μέρα: την ώρα της δύσης, όταν χτυπούσε το κανόνι από τη Σελσίλα* για τη λήξη της νηστείας του ραμαζανιού. Την ώρα που η καημένη η Φατχία μπορούσε επιτέλους να πιει το πρώτο της ποτήρι νερό της ημέρας, ο αδελφός της έμπηγε τα κλάματα. Της φαινόταν πολύ αστεία η αντίθεση, αλλά η γιαγιά την αγριοκοίταζε κι εκείνη καταλάβαινε και σοβαρευόταν.
Τελευταία όμως το μωρό έκλαιγε πολύ πιο συχνά. Από τότε που είχε αρρωστήσει και τον είχαν πάει στο νοσοκομείο, αλλά και μετά που γύρισε, ο αδελφούλης της πολλές φορές σπάραζε στο κλάμα. Εκείνη κοίταζε το κατακόκκινο προσωπάκι του μουσκεμένο στα δάκρυα σαν από βροχή και το στομάχι της πονούσε. Τον έβλεπε να τσινάει και να κλωτσάει στην αγκαλιά των μεγάλων κι ένας κόμπος έκλεινε το λαιμό της όπως κάθε φορά που προσπαθούσε να μην κλάψει. Έμενε ακίνητη με τα χέρια να κρέμονται σαν παράλυτα, μέχρι ν’ ακούσει, σχεδόν καθησυχαστικούς, αυτούς τους μικρούς βουβούς κοφτούς λυγμούς που ξεθύμαιναν σιγά σιγά. Μπορούσε τότε να κάνει δυο βήματα να τον πλησιάσει, να τεντωθεί για να φτάσει μέχρι την αγκαλιά των μεγάλων και να τον φιλήσει.
Τώρα τον κοιτούσε μπανιαρισμένο, ήρεμο και παιχνιδιάρη πάνω στο κρεβάτι της μαμάς να στριφογυρνάει και να τινάζει χέρια και πόδια ξεκαρδισμένος για να μην αφήσει τη γιαγιά να τον τυλίξει στην πάνα του.
— Σε πιλατεύει, ε; πείραξε τη γιαγιά της με το αγαπημένο της ρήμα.
— Ή θα μπεις μέσα ή θα βγεις. Κλείσε όμως την πόρτα να μην κρυώσει η κάμαρα!
Ικανοποιημένη από τα αποτελέσματα του ελέγχου της, διάλεξε να βγει. Έκλεισε καλά την πόρτα, αλλά προτίμησε να μείνει εκεί στον αντρέ* να παίξει κουτσό στα δίχρωμα μπαλάτια*. Έξω ο καιρός σκοτείνιαζε και η μπόρα δεν θ’ αργούσε. Έτσι κι αλλιώς βράδιαζε και μόλις είχαν γυρίσει από την Ένωση. Θα περίμενε εδώ τον μπαμπά να γυρίσει για να προλάβουν να παίξουν λίγη αριθμητική, πριν πέσει για ύπνο.
Η βροχή άρχισε σε λίγο και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Την έβλεπε ν’ αυλακώνει το παράθυρο του φεγγίτη*, αλλά δεν σταμάτησε το παιχνίδι παρά μόνον όταν η βροχή μετατράπηκε σε χαλάζι. Απόμεινε ακίνητη ν’ αφουγκράζεται τον κρότο του πάνω στα τζάμια.
— Σαν να μας πετάνε απ’ έξω με δύναμη χούμους*, σκέφτηκε μ’ ένα μικρό σφίξιμο που προσπάθησε με εγωισμό ν’ αγνοήσει.
Όταν όμως άστραψε και βρόντησε και ο φεγγίτης φωτίστηκε σα να ’ταν μέρα μεσημέρι, έκανε απότομη μεταβολή και μπήκε με φόρα στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς.
— Τι συμβαίνει; την κοίταξε εξεταστικά εκείνη.
Τίποτα, ψιθύρισε το κοριτσάκι. Ύστερα, τινάζοντας ψηλά το κεφάλι, δυνάμωσε τη φωνή της: Βαρέθηκα το κουτσό! Ήρθα κι εγώ παρέα σας… Μαμά, θα μου βάλεις πριν κοιμηθώ εκείνη την πλάκα* που έφερε ο μπαμπάς το Σάββατο; Είναι σιγανή και δεν θα ξυπνήσει το μωρό…
Chopin, Nocturne in e minor, op. 72 # 1 – Sviatoslav Richter
*Σελσίλα (η): παρκάκι στην άκρη της παραλίας της Αλεξάνδρειας με στρατιωτικό φυλάκιο
*αντρές (ο): η είσοδος (entrée), το χολ, συχνά σε μέγεθος κανονικού δωματίου
*μπαλάτι (το): το πλακάκι
*φεγγίτης (ο): ο φωταγωγός. Στις παλιές πολυκατοικίες (ωκέλες) της Αλεξάνδρειας ακολουθούσαν την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική της εποχής με πολύ μεγάλους φωταγωγούς, που μπορούσαν ικανοποιητικά να φωτίσουν με φυσικό φως τα εσωτερικά δωμάτια, τουλάχιστον των υψηλότερων ορόφων
*χούμους: τα ρεβίθια, αλλά έτσι λέγαμε και τα κίτρινα στραγάλια
*πλάκα (η): έτσι λέγαμε τους μεγάλους σκληρούς δίσκους των 78 στροφών που εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν παράλληλα με τα μικρά 45άρια που είχαν εμφανιστεί και πριν κυριαρχήσουν οι εύκαμπτοι δίσκοι των 33 στροφών
 
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Μ.Ν.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...