Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η νοσταλγία του αύριο

Σκεφτόταν τη ρευστότητα του χρόνου πάντα με αφορμή το σήμερα, το τώρα. Ώσπου να το αγγίξει, ώσπου να το γευτεί και να το κοιτάξει, αυτό ξεγλιστρούσε σαν το νερό μες απ’ τα δάχτυλα κι έσταζε στο χτες. Γινόταν πριν. Χωνευόταν στο άλλοτε. Με μια δίνη που όλο και διεύρυνε την περίμετρό της, όλο και βάθαινε την απορροφητική της δύναμη καταβροχθίζοντας στιγμή τη στιγμή το χρόνο. Το παρόν διέφευγε. Ακυρωνόταν διαρκώς. Σιγά σιγά πείστηκε ότι αυτό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με το παρελθόν που γδέρνει αποδεικνύοντας πόσο χειροπιαστό είναι. Πείστηκε ότι το τώρα είναι η πιο ανυπόστατη έννοια στα ανθρώπινα πράγματα. Κατέγραφε την ανθρώπινη ζωή σα μια ατέλειωτη σειρά από κλεμμένα –ή, μήπως, χαμένα;– τώρα.
Έστρεψε την προσοχή στο αύριο. Σκέφτηκε πονηρά ότι, αν του έδινε έκταση και περιεχόμενο, θα μπορούσε να το παγιδέψει την ώρα που θα προσπαθούσε κι αυτό να γίνει χτες. Να το γραπώσει τη στιγμή της απόδρασής του προς το παρελθόν και να δημιουργήσει έτσι ένα σήμερα, έστω και πλασματικό. Επένδυσε στο μέλλον, το μετέτρεψε σ’ ένα παρηγορητικό καταφύγιο κι άρχισε να το φορτώνει ευθύνες και υλικό. Με προοπτικές και σχέδια, με προδιαγραφές διαρκείας και αναβολές. Με ποιότητα αποζημιωτική. Με μεταχρονολογημένες προσδοκίες που θα χαλάλιζαν όλες τις κλεμμένες ή χαμένες –αδιάφορο πια– παροντικές στιγμές.
Τα κομμένα φύλλα του ημερολογίου συσσώρευσαν μέρες και μήνες και χρόνια πάρα πολλά αποκαλύπτοντας, στο τέλος μόνο, τη μεγάλη ουτοπία ή, μάλλον, ουχρονία: Ο χρόνος δεν μετριέται, δεν τεμαχίζεται, δεν υποτάσσεται. Ο χρόνος δεν ορίζεται. Ο χρόνος, σε τελευταία ανάλυση, δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως οι επιλογές, οι συμπεριφορές και οι πράξεις, τα συναισθήματα και τα βιώματα, που γεμίζουν (ή όχι) μιαν ανθρώπινη ζωή.
Μια διαπίστωση που έπρεπε να γίνει πολύ πιο έγκαιρα.
«Νωρίτερα»!

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Παιδικές ερωτήσεις

Το νήπιο μόλις που είχε ξεφύγει από το στάδιο της μονολεκτικής έκφρασης και άρχιζε να σχηματίζει τις πρώτες του ολοκληρωμένες προτάσεις. Ακολουθώντας το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης, οι περισσότερες φράσεις του ήταν επιταγές που ζητούσαν την ικανοποίηση των αναγκών του.
Πολλές ήταν όμως και οι απορίες που διατύπωνε. Μόνο που αυτές αιφνιδίαζαν επανειλημμένα με την ποικιλία τους θέτοντας σε διαρκή εγρήγορση τους αποδέκτες των ερωτήσεων. Δεν είναι καθόλου εύκολο ν’ απαντήσεις στην ερώτηση –και μάλιστα διπλή: «Γιατί, μαμά, ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα; Για να μη βρέχεται;». Κοίταζες τα μάτια του και σχεδόν έβλεπες το μυαλουδάκι του να έχει βάλει σε πλήρη λειτουργία όλα του τα γρανάζια.
Οι παιδικές ερωτήσεις σε βρίσκουν σαν κεραυνοί εν αιθρία. Σε αφοπλίζουν με τη διαύγεια και την αυστηρότητά τους. Σε εκπλήσσουν με την ευστοχία τους. Αγνοούν περιφρονητικά τα συμφραζόμενα των μεγάλων ακολουθώντας την ελεύθερη πτήση του μυαλού που δεν έχει μάθει ακόμη να υπακούει σε κανόνες. Έχουν την επιμονή που αποκαλύπτει μιαν ανάγκη εξίσου ζωτική με την πείνα και τη δίψα. Την ανάγκη του ανθρώπου να μάθει και να κατανοήσει.
Πόσο απάνθρωπο μπορεί να χαρακτηριστεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εκμηδενίζει αυτή την ανάγκη; Πόσο αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση είναι ένα σχολείο που κάνει το παν ώστε να μη γεννιούνται πια αυτά τα ζωτικά «γιατί» στα παιδικά μυαλά; Θαρρείς και είναι δυνατό να προχωρήσουμε χωρίς φρέσκα «τι, ποιος, πώς, πού;» και, προ πάντων, «γιατί;»!
Με αφορμή αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια του Y.B.-N.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Μετρητές οικειότητας

Πολύ συχνά αισθανόμαστε οχληρή αμηχανία ή ακόμα και αναίτια ενοχή, όταν κάποιες στιγμές μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονται μαζί μας σ’ ένα χώρο κυριαρχεί η σιωπή. Αρχίζει τότε μια πανικόβλητη αναζήτηση ενός κοινού τόπου, ενός θέματος για συζήτηση, θαρρείς κι αυτή η σιωπή μειώνει ακόμα περισσότερο τη θερμοκρασία στην παγωμένη ατμόσφαιρα. Ο καιρός ή τα ανέκδοτα είναι συνήθως η κατάληξη σε τέτοιου είδους απεγνωσμένες απόπειρες.
Εξίσου συχνή είναι και η εμπειρία ανάλογων δυσάρεστων συναισθημάτων, όταν πάλι άνθρωποι στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους που βρίσκονται στον ίδιο χώρο μαζί μας αρχίζουν να καβγαδίζουν με έντονο ύφος. Άλλοτε μας δημιουργούν την ανάγκη να παρέμβουμε ως διαιτητές με κίνδυνο να παρεξηγηθούμε κι από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές και άλλοτε να καταφύγουμε σε αυτοεξευτελιστικές συμπεριφορές του είδους «δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω τίποτε», «σφυρίζω αδιάφορα», «άλλα λόγια, ν’ αγαπιόμαστε».
Και οι δύο αυτές καταστάσεις είναι εξαιρετικά δυσάρεστες. Θεωρούμε ότι πηγάζουν είτε από απλή αδιαφορία είτε από αγένεια είτε από βαθύτατη περιφρόνηση αυτών των ανθρώπων για τις συνέπειες που προκαλεί στους τρίτους η συμπεριφορά τους. Γι’ αυτό, πολλές φορές αποφεύγουμε το συγχρωτισμό με τα άτομα που υποβάλλουν σε τέτοιου είδους ταλαιπωρία την ψυχική μας γαλήνη, αν όχι και τις αντοχές μας.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι γύρω μας –πολύ λίγοι αυτοί–, μπροστά στους οποίους δεν λογοκρίνουμε το θυμό μας ούτε αποφεύγουμε ενώπιόν τους να συγκρουστούμε με τους δικούς μας. Νιώθουμε ότι η γνώμη τους και τα συναισθήματά τους για μας και τα δικά μας πρόσωπα δεν θα επηρεαστούν, γιατί θεωρούμε ότι μας ξέρουν ήδη καλά κι έχουν κάνει τις επιλογές τους. Δεν θα χρειαστεί κάποια διαδικασία αποκατάστασης, αφού δεν διαταράσσεται καθόλου η ισορροπία των σχέσεων.
Με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, εξίσου λίγοι, που μαζί τους η σιωπή δεν γίνεται καθόλου ενοχλητική. Μοιάζει να συνεχίζει άηχα και εξίσου αποτελεσματικά μιαν ήδη αρχινισμένη συζήτηση. Παίρνει τη μορφή ενός ιδιότυπου σεβασμού στην ελευθερία του άλλου ν’ αποσυρθεί για λίγο από το διάλογο καταφεύγοντας στον εαυτό του και τις εσωτερικές του διεργασίες. Και δεν προκύπτει καμία ανάγκη να διατυπωθεί δικαιολογία ή απολογία για τη σιωπή αυτή.
Αν μπορούμε επομένως να διακρίνουμε τις δύο πρώτες απωθητικές καταστάσεις από τις θετικές τους εκδοχές με κριτήριο το πόση ενόχληση μπορεί να προκαλέσει μια σιωπή ή μια σύγκρουση, τότε έχουμε στη διάθεσή μας δυο αρκετά αξιόπιστους μετρητές οικειότητας.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Μάθημα λογοτεχνίας

Πρωινό Παρασκευής, στα μέσα του τρελά αποσυντονισμένου Οκτώβρη, που μέχρι προχτές φορούσε τα κλεμμένα ρούχα και το λιόφωτο στεφάνι του Ιούνη. Άλλα έλεγε το ημερολόγιο και άλλα η ατμόσφαιρα. Σήμερα όμως είναι αλλιώς. Σαν να κοίταξε ξαφνικά το ρολόι του ο καιρός και να κατάλαβε ότι άργησε. Η αλλαγή, αν και προεγνωσμένη από τους μετεωρολόγους, είναι εντυπωσιακή.
Έξω από τα σκονισμένα σχολικά παράθυρα με τις τραβηγμένες, χωρίς την απειλή του ήλιου, κουρτίνες ο κόσμος σκοτείνιασε από έναν ουρανό που έσκυψε συνοφρυωμένος πάνω από την πόλη. Τα μαύρα σύννεφα πλάκωσαν τη σπάνια για αστικό σχολικό κτήριο ανοιχτή θέα κι έμοιαζαν να θέλουν να εισβάλουν μέσα στις αίθουσες.
Όταν ξέσπασε το ακατάσχετο κλάμα τους, τα εφηβικά βλέμματα, ένα-ένα, άρχισαν κι αυτά να ξεστρατίζουν. Στην αρχή με σύντομες, φευγαλέες ματιές ξεκολλούσαν από τον πίνακα, από τ’ ανοιχτά βιβλία και τα τετράδια, από το πρόσωπο της καθηγήτριας, για να ξεκλέψουν στιγμιότυπα της πρώτης δυνατής, πραγματικά φθινοπωρινής, μπόρας. Το νερό της βροχής ξέπλυνε με λεπτές κλωστές τη σκόνη και γρήγορα τις μετέτρεψε σε καραβόσκοινα που μαστίγωναν την αυλή, το στέγαστρο των κερκίδων, τις μπασκέτες και τα λιγοστά δέντρα.
Τώρα πια μέσα στη σχολική αίθουσα αποξεχάστηκαν εντελώς τα μητρικά αμαρτήματα και τα παιδικά παράπονα του παραμελημένου Βιζυηνού. Τα εφηβικά μάτια απέμειναν να κοιτούν τον έξω κόσμο βυθισμένα σε βαθιά ρέμβη. Με μια ασυνείδητα κατακτημένη ελευθερία. Σε μια σιωπή εκ των έσω και, ταυτόχρονα, εσωστρεφή. Δεν υπήρχε καμιά απολύτως πρόκληση ή αναίδεια ή ανία. Μόνο ένας συγχρονισμένος ομαδικός και κατά μόνας ρεμβασμός, σεβαστικός και σεβαστός συνάμα.
Η καθηγήτρια έριξε κι εκείνη μια ματιά έξω. Και κατάλαβε. Κατάλαβε πολύ καλά. Ωστόσο εκείνη τη γοήτευσαν περισσότερο αυτά τα νεανικά βλέμματα που δραπέτευαν από τα κλειστά παράθυρα με διακριτική αποφασιστικότητα και ακουμπούσαν πάνω στο νερό μαλακά –ακόμα και στοχαστικά, θα μπορούσε να πει– τη δικιά τους υγρασία. Διάβασε στους ανάλαφρους κυματισμούς τη μελαγχολία της οριστικής αποδοχής ότι το καλοκαίρι και τ’ αστεία του έφυγαν πια. Διάβασε τη μελαγχολία της συννεφιάς που απάγει το γαλανό φως. Διάβασε τη μελαγχολία του κλεισμένου μέσα που κοιτάει με νοσταλγία το έξω. Διάβασε τη μελαγχολία του θέλω που υποκύπτει στο πρέπει. Διάβασε τη νοτισμένη λέξη του τέλους.
Διάβασε... Εξάλλου, μάθημα λογοτεχνίας είχε.

Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2009

Ο αγώνας του θυμού

Να επιμένεις ν’ αγωνίζεσαι για να καταφέρεις να κρατήσεις ζωντανή την ευκαιρία ν’ αγωνίζεσαι δείχνει, αν μη τι άλλο, συνέπεια σε μια συγκεκριμένη στάση ζωής, που βασικό χαρακτηριστικό της είναι η άρνησή σου να ενδώσεις. Σημαίνει αταλάντευτη προσήλωση στις αξίες που σε κινητοποιούν.
Να μπαίνεις στο γήπεδο με το θυμό να σε πλημμυρίζει, επειδή στα αποδυτήρια και στον πάγκο οι προπονητές τσακώνονται ακόμα για την τακτική του παιχνιδιού, κι εσύ να συντονίζεσαι αρμονικά με τους συμπαίκτες σου, να τα δίνετε όλα και ν’ ανατρέπετε κάθε προγνωστικό, που ήθελε την ομάδα να πέφτει κατηγορία, δείχνει ότι εσύ τουλάχιστον αγαπάς και ιδρώνεις για τη φανέλα. Σημαίνει ότι τιμάς την ιστορία της και πιστεύεις στο μέλλον της, αδιαφορώντας για την αντίξοη διαιτησία.
Όχι, δεν μιλάω για την ΑΕΚ και τους φιλάθλους της. Μιλάω για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τους ψηφοφόρους του. Μιλάω για την πολιτική τους συμπεριφορά και τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις τους. Και μιλάω, βέβαια, για το θυμό τους, που καλό είναι να μην τον αφήσουν να ξεθυμάνει.
Τον δικό μου το θυμό θα τον κρατήσω στην ίδια ένταση αναμμένο. Θα τον προφυλάξω από την πιθανή βροχή των πολλών μικρών «εγώ» και τις μικρομέγαλες προδοσίες τους. Θα τον προστατεύσω από τα ψυχρά ρεύματα της παραίτησης και της απάθειας. Θα τον συδαυλίζω διαρκώς με το πείσμα του «εμείς» που έρχεται από πολύ παλιά και την ελπίδα που οδηγεί πολύ μακριά.
Το δικό μου το θυμό θα τον κρατήσω ζωντανό για να μου επιβεβαιώνει ότι είμαι ακόμα ζωντανή.

Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009

Συναδελφικά

Απηύδησα!
…και είναι μόλις αρχές Οκτωβρίου…

Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2009

Κυριακή εκλογών

Βγήκα από το σπίτι μου σε μια κυριακάτικη ηλιόλουστη Αθήνα. Προχωρημένο πρωινό, κοντά μεσημέρι. Η κίνηση στους δρόμους ήρεμη και το μόνο ασυνήθιστο είναι η αυξημένη, για Κυριακή, συχνότητα εμφάνισης των μαζικών μέσων μεταφοράς. Οι άνθρωποι μοιάζουν να κάνουν τη βόλτα τους ανέμελα σπρώχνοντας τα καροτσάκια των μωρών ή κρατώντας χαλαρά από το χέρι τα νήπια. Συναντώ και αρκετούς ηλικιωμένους, που συνήθως τέτοια ώρα ή έχουν ήδη πιάσει θέση στα λιγοστά παραδοσιακά καφενεία ή έχουν επιστρέψει σπίτι τους μετά τον εκκλησιασμό. Το βλέμμα μου συλλαμβάνει και αρκετούς νεώτερους, που κανονικά θα βρίσκονταν ακόμη στο κρεβάτι τους μετά το ξενύχτι του Σαββατόβραδου ή θα είχαν ήδη απομακρυνθεί από το άστυ σε μια σύντομη απόδραση.
Μερικοί προσπαθούν να ισορροπήσουν στη μασχάλη τις πολυσέλιδες εφημερίδες με όλες τις προσφορές τους. Ό,τι δεν προλαβαίνουν μέσα στη βδομάδα να διαβάσουν, θα το ξεφυλλίσουν σήμερα. Γι’ αυτό άλλωστε και τα κυριακάτικα φύλλα έχουν αλλάξει πια σε ποσότητα και ποιότητα. Προσφέρουν κυρίως μια συνοπτική παρουσίαση των ειδήσεων ολόκληρης της εβδομάδας και είναι λίγες οι περιπτώσεις που περιέχουν και φρέσκο υλικό. Αναμασούν τετριμμένες αναλύσεις, τα άρθρα θέσεων σπανίζουν και καλύπτουν το κενό του υποβαθμισμένου λόγου τους με πολλές, περιττές πολλές φορές, φωτογραφίες σαν να πρόκειται για εικονογραφημένα περιοδικά. Την κατάσταση προσπαθούν να σώσουν τα ένθετα, κυρίως αυτά που ασχολούνται με τα «πολιτιστικά» –όρος όμως που το περιεχόμενό του έχει αποκτήσει την ιδιότητα του λάστιχου για να χωρέσει όλα τα γούστα. Κάποτε οι εφημερίδες ήταν δημοσιογραφικές. Τώρα πια δεν είναι. Θα πρέπει να τους βρούμε καινούργιο όνομα.
Έλεγα λοιπόν ότι βγήκα από το σπίτι μου αυτό το ήρεμο κυριακάτικο πρωινό. Για να ψηφίσω, φυσικά. Τίποτε όμως στην ατμόσφαιρα της γειτονιάς μου δεν μύριζε εκλογές. Και μάλιστα, βουλευτικές εκλογές. Λείπουν οι ήχοι των φωνών που συζητούν, διαφωνούν, διεκδικούν, συγκρούονται, πειράζουν ή κοροϊδεύουν. Λείπουν βέβαια και τα ανέκδοτα, ευρηματικά ή μη. Λείπουν τα χρώματα των κομμάτων και οι εικόνες των ταμπλό και των εκλογικών περιπτέρων σε κάθε πλατεία της πόλης. Λείπει εκείνος ο χαρακτηριστικός μικρός ή μεγάλος ηλεκτρισμός, η φανερή ή υποδόρια ένταση. Λείπει αυτό το κατιτίς που δεν μπορώ να προσδιορίσω.
Από την άλλη μεριά, σκέφτομαι ότι η γειτονιά μου φιλοξενεί πάρα πολλούς μετανάστες και η όλη διαδικασία τούς αφήνει απέξω, όσο και αν το αποτέλεσμα των εκλογών επηρεάζει άμεσα και τη δική τους ζωή.
Λες σε άλλες γειτονιές να είναι αλλιώς τα πράγματα; Πολύ αμφιβάλλω. Μου ήταν ιδιαίτερα αισθητή και στις υπόλοιπες συναναστροφές μου αυτή η πλαδαρότητα, η αδιαφορία, η αποστασιοποίηση, ακόμη και η αποστροφή ως αντιμετώπιση της εκλογικής διαδικασίας. Νομίζω ότι αυτό είναι αποτέλεσμα μιας συνεχούς και συνεπούς υπόγειας διεργασίας που εξελίσσεται την τελευταία εικοσαετία και που προσπαθεί να πείσει τους πολίτες για το περιττό και το μάταιο της ελάχιστης, έστω, συμμετοχής δια της ψήφου στα κοινά. Είναι προφανές ότι καθόλου δεν με είλκυαν οι φανατισμένες κομματικές συγκρούσεις του άλλοτε. Νοσταλγώ όμως τις παθιασμένες αντιπαραθέσεις ανθρώπων που είχαν πολιτική ιδεολογία και πίστευαν στις προοπτικές της.
Η κοινωνία των πολιτών, που πολλοί ευαγγελίζονται, υπονομεύεται σταθερά από τη μεγαλύτερη μερίδα του πολιτικού κόσμου και υποσκάπτεται έντεχνα από τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο που αρθρώνεται στις μέρες μας. Μας μετατρέπουν σιγά-σιγά από πολίτες που συμμετέχουν και δρουν σε υπηκόους που παρακολουθούν και υφίστανται.
Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου.