Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Δοκιμές

Ξεκίνησαν τρία. Το ένα έκανε μαθήματα βιολιού, το άλλο πιάνου και το τρίτο αποφάσισε ότι ήταν αρκετά περίεργο να δει πώς είναι. Τρία λοιπόν απάντησαν καταφατικά, κάπου εκεί στα μέσα Νοεμβρίου, στη διστακτική μου ερώτηση για το αν θα τα ενδιέφερε να παρακολουθήσουν ζωντανά κλασική μουσική.
Δυο τρεις βδομάδες αργότερα με βρήκε το ένα απ’ αυτά με την πληροφορία ότι θα εμφανιζόταν στο Μέγαρο ο Λεωνίδας Καβάκος. Πού την ανακάλυψε, δεν ξέρω, γιατί στην ιστοσελίδα του Μεγάρου δεν υπήρχαν ακόμα στοιχεία. Όταν διασταύρωσα τελικά την είδηση για τις 11 Φεβρουαρίου, θεώρησα καλό να ξαναρωτήσω το τμήμα για την πιθανότητα ευρύτερης συμμετοχής. Αυτή τη φορά σηκώθηκαν δέκα χέρια και στο δάλειμμα ήρθαν να με βρουν κι άλλα παιδιά από τα υπόλοιπα τμήματα της δευτέρας, στα οποία δεν διδάσκω. Τη σκυτάλη πήρε η θεολόγος του σχολείου που ενημέρωσε και τα τμήματα της πρώτης.
Κάτω από το δύσπιστο βλέμμα κάποιων συναδέλφων συγκεντρώθηκε ένας κατάλογος τριάντα ενός παιδιών, που όχι μόνο συγκέντρωσαν χωρίς καθυστερήσεις πριν από την έναρξη της προπώλησης των εισιτηρίων το αντίτιμό τους, αλλά και δεν πτοήθηκαν από τις προειδοποιήσεις μου ότι ίσως το πρόγραμμα της συγκεκριμένης εκδήλωσης (σονάτες του Beethoven για βιολί και πιάνο) να έπεφτε κάπως βαρύ για «πρωτάρηδες».
Beethoven, violin sonata no 6 – Λ. Καβάκος, E. Pace
Περνάνε τρεις βδομάδες με καθημερινά χαμόγελα και ερωτηματικά βλέμματα στα διαλείμματα. Δυο μέρες πριν την εκδήλωση συγκεντρωνόμαστε για μια σύντομη ενημέρωση. Η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών δεν έχει ξαναπαρακολουθήσει κάτι ανάλογο και χρειάζεται μια προετοιμασία για το τι να περιμένει, τι θα συναντήσει, πώς πρέπει να συμπεριφερθεί. Το πρόβλημα της απεργίας όλων των μέσων μεταφοράς εκείνο το Σάββατο λύνεται την τελευταία στιγμή με την ενοικίαση πούλμαν.
Άφιξη στο Μέγαρο. Διερευνητικά, αναγνωριστικά βλέμματα. Η ομάδα συσπειρώνεται. Πρώτοι ψιθυριστοί σχολιασμοί. Αναμνηστική φωτογραφία για την ιστοσελίδα του σχολείου. Είσοδος. Μοιραζόμαστε στα δύο πλαϊνά θεωρεία πίσω από τη σκηνή. Κανένα παράπονο δεν ακούγεται.
Σε λίγο τα φώτα χαμηλώνουν. Ο Λεωνίδας Καβάκος και ο Enrico Pace παίρνουν τη θέση τους στη σκηνή. Ο βασιλιάς των οργάνων μαζί με το πληρέστερο των οργάνων γεμίζουν την αίθουσα με τους μαγικούς τους ήχους και γοητεύουν το κοινό. Καταπληκτική η χημεία των δύο μουσικών. Κάθε ανησυχία ξεχνιέται και αφήνουμε πίσω μας τον έξω κόσμο…
Στη διαδρομή της επιστροφής επιχειρώ έναν πρώτο απολογισμό σταχυολογώντας ενδεικτικές αντιδράσεις:
— Ωραία ήτανε, κυρία!
— Εμείς πάντως, κυρία, δεν χειροκροτήσαμε πριν την ώρα μας! Ακούσατε πώς φώναζαν σσσς;
— Ούτε και βήξαμε! Ωστόσο, ευγενικός ήταν!
— Θα ξανάρθουμε, κυρία;
— Εγώ, κυρία, χασμουρήθηκα μόνο δύο φορές!
— Φοβερή η αίθουσα, κυρία!
— Θα δούμε, κυρία, και μεγάλη ορχήστρα;
— Εμένα μου ’κανε εντύπωση η ησυχία!
— Χάρηκα που ήρθα. Ήθελα να δω πώς είναι. Δεν νομίζω όμως ότι θα ξανάρθω… Δεν μου πάει και πολύ.
— Πώς μπορούσαν, καλέ κυρία, να συγχρονίζονται τόσο τέλεια μεταξύ τους;
— Θα ήθελα να ξανάρθω. Μόνο, σε πιο εύθυμα κομμάτια. Να, σαν εκείνα τα μέρη που πήγαιναν πιο γρήγορα…
— Μπορούμε να πάμε, κυρία, και στη λυρική; Δεν θα ήταν ωραία να δούμε και όπερα;
Το πρώτο σποράκι έπεσε. Η συνέχεια θα δείξει…

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Αστραπές

Το κοριτσάκι από ώρα ήταν απορροφημένο στο παιχνίδι του. Είχε πάρει τα πιόνια από τη σκακιέρα, επέλεξε αρχηγό του δικού της στρατού τη γενναία μαύρη βασίλισσα και έστηνε ελεύθερο τις δικές του μάχες. Μια που ο μπαμπάς έλειπε, μπορούσε να ακολουθεί τους δικούς της κανονισμούς ή ακόμα και να μην υπακούει σε κανέναν. Λες και από ένστικτο μυριζόταν ότι στον πόλεμο δεν υπάρχουν κανόνες και, ακόμα κι αν μερικοί ισχυρίζονται ότι ισχύουν κάποιοι, στις συγκρούσεις νικούν αυτοί που ξέρουν να τους παρακάμπτουν.
Επιτέλους κατατρόπωσε τους δειλούς αντιπάλους και έτρεψε το λευκό από τον τρόμο στρατό σε άτακτη φυγή κάτω από τον καναπέ. Ο αχός από τους καταπέλτες, τις φωνές των στρατιωτών και τις κλαγγές από τα ξίφη των ιπποτών καταλάγιασε στ’ αφτιά της. Τότε αντιλήφθηκε τη σιωπή γύρω της. Ήταν μόνη. Σηκώθηκε, διέσχισε το σπίτι κι έφτασε έξω από την κλειστή κρεβατοκάμαρα των γονιών της. Από το τζάμι ψηλά στην πόρτα διέκρινε φως και μισάνοιξε την πόρτα. Έμεινε εκεί να κοιτάζει τη μαμά και τη γιαγιά της που άλλαζαν το μωρό.
Ο μικρός της αδελφός είχε γεννηθεί πριν από λίγους μήνες. Ήταν ένα μωρό χαμογελαστό με ξανθοκόκκινες μπούκλες και μ’ ένα γλυκό λακκάκι σε κάθε μάγουλο, ενώ εκείνη είχε ένα μόνο. Και τα μάτια τους ήταν διαφορετικά, παρόλο που ήταν και των δυονών γαλανά. Τα δικά της γκριζάριζαν λιγάκι σαν της γιαγιάς της, αλλά τα δικά του είχαν το καθαρό μπλε της θάλασσας που έβλεπε στα βιβλία, όχι της πραγματικής που ήξερε εκείνη.
Τον πρώτο καιρό έκανε πολύ χάζι μαζί του, γιατί έκλαιγε μόνο μία φορά τη μέρα: την ώρα της δύσης, όταν χτυπούσε το κανόνι από τη Σελσίλα* για τη λήξη της νηστείας του ραμαζανιού. Την ώρα που η καημένη η Φατχία μπορούσε επιτέλους να πιει το πρώτο της ποτήρι νερό της ημέρας, ο αδελφός της έμπηγε τα κλάματα. Της φαινόταν πολύ αστεία η αντίθεση, αλλά η γιαγιά την αγριοκοίταζε κι εκείνη καταλάβαινε και σοβαρευόταν.
Τελευταία όμως το μωρό έκλαιγε πολύ πιο συχνά. Από τότε που είχε αρρωστήσει και τον είχαν πάει στο νοσοκομείο, αλλά και μετά που γύρισε, ο αδελφούλης της πολλές φορές σπάραζε στο κλάμα. Εκείνη κοίταζε το κατακόκκινο προσωπάκι του μουσκεμένο στα δάκρυα σαν από βροχή και το στομάχι της πονούσε. Τον έβλεπε να τσινάει και να κλωτσάει στην αγκαλιά των μεγάλων κι ένας κόμπος έκλεινε το λαιμό της όπως κάθε φορά που προσπαθούσε να μην κλάψει. Έμενε ακίνητη με τα χέρια να κρέμονται σαν παράλυτα, μέχρι ν’ ακούσει, σχεδόν καθησυχαστικούς, αυτούς τους μικρούς βουβούς κοφτούς λυγμούς που ξεθύμαιναν σιγά σιγά. Μπορούσε τότε να κάνει δυο βήματα να τον πλησιάσει, να τεντωθεί για να φτάσει μέχρι την αγκαλιά των μεγάλων και να τον φιλήσει.
Τώρα τον κοιτούσε μπανιαρισμένο, ήρεμο και παιχνιδιάρη πάνω στο κρεβάτι της μαμάς να στριφογυρνάει και να τινάζει χέρια και πόδια ξεκαρδισμένος για να μην αφήσει τη γιαγιά να τον τυλίξει στην πάνα του.
— Σε πιλατεύει, ε; πείραξε τη γιαγιά της με το αγαπημένο της ρήμα.
— Ή θα μπεις μέσα ή θα βγεις. Κλείσε όμως την πόρτα να μην κρυώσει η κάμαρα!
Ικανοποιημένη από τα αποτελέσματα του ελέγχου της, διάλεξε να βγει. Έκλεισε καλά την πόρτα, αλλά προτίμησε να μείνει εκεί στον αντρέ* να παίξει κουτσό στα δίχρωμα μπαλάτια*. Έξω ο καιρός σκοτείνιαζε και η μπόρα δεν θ’ αργούσε. Έτσι κι αλλιώς βράδιαζε και μόλις είχαν γυρίσει από την Ένωση. Θα περίμενε εδώ τον μπαμπά να γυρίσει για να προλάβουν να παίξουν λίγη αριθμητική, πριν πέσει για ύπνο.
Η βροχή άρχισε σε λίγο και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Την έβλεπε ν’ αυλακώνει το παράθυρο του φεγγίτη*, αλλά δεν σταμάτησε το παιχνίδι παρά μόνον όταν η βροχή μετατράπηκε σε χαλάζι. Απόμεινε ακίνητη ν’ αφουγκράζεται τον κρότο του πάνω στα τζάμια.
— Σαν να μας πετάνε απ’ έξω με δύναμη χούμους*, σκέφτηκε μ’ ένα μικρό σφίξιμο που προσπάθησε με εγωισμό ν’ αγνοήσει.
Όταν όμως άστραψε και βρόντησε και ο φεγγίτης φωτίστηκε σα να ’ταν μέρα μεσημέρι, έκανε απότομη μεταβολή και μπήκε με φόρα στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς.
— Τι συμβαίνει; την κοίταξε εξεταστικά εκείνη.
Τίποτα, ψιθύρισε το κοριτσάκι. Ύστερα, τινάζοντας ψηλά το κεφάλι, δυνάμωσε τη φωνή της: Βαρέθηκα το κουτσό! Ήρθα κι εγώ παρέα σας… Μαμά, θα μου βάλεις πριν κοιμηθώ εκείνη την πλάκα* που έφερε ο μπαμπάς το Σάββατο; Είναι σιγανή και δεν θα ξυπνήσει το μωρό…
Chopin, Nocturne in e minor, op. 72 # 1 – Sviatoslav Richter
*Σελσίλα (η): παρκάκι στην άκρη της παραλίας της Αλεξάνδρειας με στρατιωτικό φυλάκιο
*αντρές (ο): η είσοδος (entrée), το χολ, συχνά σε μέγεθος κανονικού δωματίου
*μπαλάτι (το): το πλακάκι
*φεγγίτης (ο): ο φωταγωγός. Στις παλιές πολυκατοικίες (ωκέλες) της Αλεξάνδρειας ακολουθούσαν την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική της εποχής με πολύ μεγάλους φωταγωγούς, που μπορούσαν ικανοποιητικά να φωτίσουν με φυσικό φως τα εσωτερικά δωμάτια, τουλάχιστον των υψηλότερων ορόφων
*χούμους: τα ρεβίθια, αλλά έτσι λέγαμε και τα κίτρινα στραγάλια
*πλάκα (η): έτσι λέγαμε τους μεγάλους σκληρούς δίσκους των 78 στροφών που εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν παράλληλα με τα μικρά 45άρια που είχαν εμφανιστεί και πριν κυριαρχήσουν οι εύκαμπτοι δίσκοι των 33 στροφών
 
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Μ.Ν.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ευχές μετά μουσικής


Η πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης ήταν κάτι που περιμέναμε κάθε χρόνο με ευχάριστη προσμονή να παρακολουθήσουμε —μια από τις ωραιότερες επιλογές της κρατικής τηλεόρασης. Η εορταστική ατμόσφαιρα, τα οικεία έργα κι ένα είδος επισημότητας, που απρόσμενα αποβάλλει κάθε ψυχρότητα, είναι τα στοιχεία που γοητεύουν σ’ αυτή την εκδήλωση.
Επιλέγω κάποιο από τα λιγότερο δημοφιλή έργα του ρεπερτορίου της: το Αιγυπτιακό Εμβατήριο του Γιόχαν Στράους του Νεότερου (Johann Strauss IIÄgyptischer Marsch). Ξέρω ότι κάποιοι θα βιαστούν να υποστηρίξουν ότι το κάνω λόγω καταγωγής! Αλλά…
…Πόσο τρυφερά ανοίγουν τα ξύλινα πνευστά το δρόμο! Πόσο παιχνιδιάρικα σπεύδουν τα έγχορδα να συμμετάσχουν! Πόσο ορμητικά διεκδικούν τα κρουστά την πρωτοκαθεδρία! Και πόσο επιθετικά μπαίνουν στο πλευρό τους τα χάλκινα!
Γρήγορα καταλαγιάζει ο ενθουσιασμός της εισόδου καθεμιάς ομάδας, συγκροτούνται σε σύνολο κι αρχίζουν να κουβεντιάζουν μεταξύ τους. Ύστερα όμως αποτραβούν την έντασή τους για ν’ αφήσουν μες στη μέση τις ανθρώπινες φωνές να τραγουδήσουν χαρούμενα. Στο τέλος παιανίζουν και πάλι, σαν να θέλουν να υπογραμμίσουν την ξενοιασιά αυτών των φωνών, αγκαλιάζοντας με το κύκλο τους το χαρμόσυνο μήνυμα!
Βέβαια έχει το δικό του ενδιαφέρον το πώς ο ρομαντικός Ευρωπαίος του 18ου αιώνα νομίζει ότι αποδίδει τα ηχοχρώματα της Ανατολής…
Ευχή μου:
Μια καλύτερη και δημιουργικότερη χρονιά σε όλες και όλους!

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Χριστός γεννάται σήμερον


και στην ψυχή κάθε παιδιού κρύβεται ένας μικρός Χριστός. Ένας μικρός Χριστός που αγαπάει και χαμογελάει. Ένας μικρός Χριστός όμως που επίσης, όντας κυνηγημένος από τον Ηρώδη, φοβάται και, γι’ αυτό, μιλάει.
Ακούμε τα τιτιβίσματα των παιδιών. Οι καλοί Δάσκαλοι φροντίζουν να τους δώσουν φωνή. Μπορούμε πίσω από το κελάρυσμά της ν’ αφουγκραστούμε το λόγο του μικρού Χριστού;
Το ευοίωνο ταξίδι που είχε ξεκινήσει το 132ο Δημοτικό Σχολείο της Αθήνας, μετά την ανασταλτική παρέμβαση του κράτους που νικήθηκε στο δικαστήριο, συνεχίζεται με την εμπνευσμένη διευθύντρια Στέλλα Πρωτονοταρίου στο τιμόνι και ακαταπόνητους Δασκάλους στα κουπιά! Αέρας στα πανιά το βραβείο του Συνηγόρου του Παιδιού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους 2011!

Υπάρχει ελπίδα και κάποιοι της δίνουν φτερά!
Αυτή είναι η φετινή χριστουγεννιάτικη ευχή μου για όλους τους ανθρώπους…

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Μέρες περίεργες


Μέρες που το καλαντάρι θυμίζει ονόματα και αγαπημένους. Μέρες που τα ζαχαροπλαστεία και τα ανθοπωλεία κάποτε έκαναν χρυσές δουλειές.
Τώρα; Τώρα, ευτυχώς, απομένει πάντα ζεστή τουλάχιστον η αγάπη. Ίσως πιο ειλικρινής, πιο άμεση, αφού η κρίση την έγδυσε από τις τυπικότητες.
Μένει όμως και η μνήμη. Ζωντανή ν’ ανασκαλεύει ένα Σαββατόβραδο. Παρανοϊκό. Γεμάτο κρότους. Καπνισμένο και κόκκινο. Σαν το αίμα!

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Μέρες του Νοέμβρη (1973 ή 1983 ή 2011)


Edvard Munch, The Scream (από εδώ)
Φοβάμαι
Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.
Γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή».

Εγώ όμως φοβάμαι και όσους σήμερα, συνοψίζοντας μια ολόκληρη γενιά σε μερικά «ονόματα», δοξομανή ή/και αργυρώνητα, επιχειρούν να κοντύνουν το ανάστημα που όρθωσαν σε κρίσιμες στιγμές χιλιάδες αφανείς «άμυαλοι» νέοι. Αυτούς που βάζουν στο ίδιο τσουβάλι τους πενήντα, εκατό, διακόσιους νοματαίους, που εξαργύρωσαν την τυχαιότητα της ηλικίας τους, με τους χιλιάδες άλλους νέους που, αφού έδωσαν το «παρών» στο κάλεσμα των καιρών, βγήκαν στην κοινωνία και πάλεψαν να την αλλάξουν ο καθένας από το μετερίζι του, μένοντας μακριά από τα στρεβλωτικά φώτα των προβολέων.
Γενικώς, φοβάμαι…
Αλλά και …ελπίζω! Γιατί στην ώρα του μεγάλου Ναι και του μεγάλου Όχι, ως εκ θαύματος, πάντα εμφανίζονται αυτοί οι αφανείς!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...