Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Εφιάλτες

Έκλεισε τις πόρτες και τα παράθυρα του εαυτού της. Το έβλεπε ότι ετοιμαζόταν να το σκάσει και φοβήθηκε την απουσία του. Ένιωθε μαύρη κουκίδα σε κόκκινο φόντο. Προσπάθησε να θυμηθεί τις τρεις διαστάσεις της. Το μυαλό της δούλευε στο ρελαντί, ίσα ίσα να μη σβήσει η μηχανή, αλλά οι στροφές του όλο και ελαττώνονταν. Η βούλησή της είχε λιποθυμήσει εξουθενωμένη. Κάπου εκεί, στα σκοτεινά, υπήρχε ακόμα η ψυχή της. Ήταν σχεδόν σίγουρη γι’ αυτό, γιατί ένιωθε. Έστω κι αν αυτό που ένιωθε ήταν το παγωμένο ρεύμα που διέτρεχε τα βάθη της, πάντως ένιωθε. Κάτι ήταν κι αυτό.
Άκουσε τον αέρα να σφυρίζει από τις χαραμάδες. Δεν ήταν όμως αέρας που έμπαινε, αλλά αέρας που έβγαινε ρουφηγμένος με βία από μια δίνη που την είχε περικυκλώσει. Κοίταξε κλεφτά έξω και είδε κάτι ανθρωπάκια στα γυάλινα κουτιά τους ν’ ανοιγοκλείνουν άηχα τα στόματά τους. Ξερνούσαν γυμνά ξερά κλαδιά και καδρόνια γεμάτα σκλήθρες και καρφιά. Κι αυτά μόνα τους στριφογύριζαν και μαστίγωναν τον αέρα. Τρομαγμένος αυτός όλο και τραβιόταν για να γλιτώσει και έφευγε. Έφευγε κυνηγημένος και άφηνε το αίμα του στο δέρμα της. Παγωμένο και πηχτό κάλυπτε τους πόρους της. Με μια αργή επίμονη εισβολή λεηλατούσε το οξυγόνο της καταδικάζοντάς την στο κενό.
Πάλευε να καθαρίσει το αίμα από πάνω της βλαστημώντας τον αέρα για τη φυγομαχία του και ξεχνώντας τα ανθρωπάκια που συνέχιζαν να ξερνοβολάνε. Το αίμα δεν έλεγε να φύγει. Πολλαπλασιαζόταν και την πλημμύριζε από μέσα κι απ’ έξω. Κι ο αέρας όλο έφευγε ρουφώντας μέσα στη δίνη του το λιγοστό της οξυγόνο. Και τ’ ανθρωπάκια μέσα απ’ τα γυάλινα κουτιά τους συνέχιζαν να φτύνουν, με ρυθμό πολυβόλου πια, καρφιά και αγκίθες και ξερά κλαδιά και καδρόνια.
Βουτηγμένη στην απελπισία και έχοντας αποδεχτεί του χαμού της το αναπόφευκτο, όρμησε κι άνοιξε διάπλατα τα πορτοπαράθυρά της. Λίγο φως, τουλάχιστον. Λίγο φως πριν απ’ το τέλος. Πρώτο χτύπημα. Βόγκηξε. Δεύτερο χτύπημα. Λύγησε το γόνατό της. Στο τρίτο άρπαξε το ξερό κλαδί που τη μάτωσε και χίμηξε πάνω στ’ ανθρωπάκια.
Τι εύκολα που έσπαζαν αυτά τ’ ανθρωπάκια! Σαν από φτηνό γυαλί. Σαν από φτενό κόντρα πλακέ. Ψεύτικα και κούφια.
Όσο τα έσπαζε, τόσο γέμιζε οξυγόνο τα πνευμόνια της. Όσο τα έσπαζε, τόσο ξεπλενόταν το αίμα. Καθώς ανεβοκατέβαζε το κλαδί, είδε στους κόμπους του μικρές πράσινες μυτούλες να της κλείνουν το μάτι της ζωής. Και άκουσε ανθρώπινες φωνές γύρω της που γελούσαν και τραγουδούσαν. Και ένιωσε ανθρώπινα χέρια που αγκάλιαζαν κι αγαπούσαν.
Και ξύπνησε.

4 σχόλια:

  1. Αχ βρε Υπατία .Πόσος πόνος !
    Μακάρι να ήταν όνειρο .
    Σου κρατώ το χέρι σιωπηλά.Δεν μπορώ τίποτα περισσότερο ακόμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ιπατία μου όνειρο και πραγματικότητα έχουν μπερδευτεί, έχει βαρύνει η ζωή μας πολύ. Πώς θα συνεχίσουμε όμως, πώς;
    Νέα μέρα, νέα βδομάδα, ας προχωρήσουμε..
    Σε φιλώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν μπορούμε να ανάγουμε την πραγματικότητα στον κόσμο του εφιάλτη, τότε θα πρέπει να μπορέσουμε να φέρουμε και το όνειρο στην πραγματικότητά μας.
    Καλή σας εβδομάδα, κορίτσια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...