Άκουγε τα δυο παιδιά στο διπλανό παγκάκι να μιλάνε με πάθος για τα όνειρά τους. Το ένα ήθελε, όταν μεγαλώσει, να γίνει ποδοσφαιριστής. Φανταζόταν τον εαυτό του να αποθεώνεται στα μεγάλα γήπεδα της υφηλίου, να κερδίζει όλα τα τρόπαια και ν’ απολαμβάνει τον πλούτο και τη δόξα του θρύλου. Το άλλο πάλι ονειρευόταν να γίνει πρωτοπόρος χειρουργός με παγκόσμια αναγνώριση.
Χαμογέλασε στη σκέψη ότι αυτά τα παιδιά —σε αντίθεση με πολλά άλλα συνομήλικά τους— ήταν ήδη από μια άποψη τυχερά, γιατί είχαν βρει τι ήθελαν να κάνουν στη ζωή τους. Είχαν διαλέξει το στόχο τους και ανάλογα θα κατέστρωναν και τα πλάνα τους. Το σημαντικότερο στοιχείο για τα πρώτα τους βήματα, το κίνητρο, είχε βρεθεί.
Απόστρεψε το βλέμμα της και συγκεντρώθηκε πάλι στην ανάγνωση της εφημερίδας. «Βραζιλιάνοι Μπίλι Έλιοτ στις φαβέλες» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου που τράβηξε την προσοχή της. Αφορούσε το γύρισμα μιας ταινίας, που παρακολουθεί τις προσπάθειες δυο εφήβων από τις βραζιλιάνικες γεμάτες βία φτωχογειτονιές ν’ ασχοληθούν με το κλασικό μπαλέτο και ν’ αναδειχθούν. Η βρετανική ταινία Billy Elliot της είχε αρέσει για τις μετρημένες δόσεις χιούμορ και λιτής συγκίνησης με τις οποίες έδωσε την πρώτη γνωριμία και το πάθος του νεαρού ήρωα για τον κλασικό χορό, αλλά και για τον ρεαλισμό με τον οποίο αναπαριστούσε το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο με τους αγώνες των ανθρακωρύχων στην περίοδο της Θάτσερ. Αυτό λοιπόν που πιθανόν να την προκαλούσε να δει τη νέα αυτή ταινία ήταν κυρίως το ότι επρόκειτο για ντοκιμαντέρ, με όποιες αλήθειες μπορεί ν’ αποκαλύψει αυτό το είδος.
Εκείνο όμως που τη βύθισε σε περίσκεψη ήταν ο τίτλος αυτού του νέου έργου: «Μόνο όταν χορεύω». Αυθόρμητα ξεπηδούσαν οι συμπληρώσεις του χρονικού προσδιορισμού: Μόνο όταν χορεύω, νιώθω καλά. Μόνο όταν χορεύω, νιώθω πλήρης. Μόνο όταν χορεύω, ζω…
Αναρωτήθηκε πόσοι άνθρωποι να υπάρχουν που να έχουν αυτήν τη ζωτική ανάγκη ν’ ασχοληθούν οπωσδήποτε με κάτι πολύ συγκεκριμένο. Μια ανάγκη τόσο επιτακτική, που γίνεται ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα. Ευλογία, γιατί, αν καταφέρουν να αφιερωθούν σ’ αυτό που αγαπάνε, τότε αγγίζουν το όνειρό τους και ακροβατούν στα όρια της ευδαιμονίας. Κατάρα, γιατί, αν οι συνθήκες της ζωής τούς στερήσουν την ευκαιρία να βρεθούν στον μοναδικό χώρο που μπορεί να τους χαρίσει την ικανοποίηση της δημιουργίας, τότε ζουν τη μιζέρια της στέρησης, μένουν ψυχικά ανάπηροι.
Δίκοπο μαχαίρι ένα τέτοιο πάθος, σκέφτηκε. Ζωή και θάνατος ταυτόχρονα.
Τώρα το ερώτημα άλλαζε πια περιεχόμενο. Έψαξε μέσα της να δει αν θα μπορούσε να βρει ένα ρήμα που να συμπληρώνει σε πρώτο ενικό πρόσωπο τη φράση: μόνο όταν… Τι;

