Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Να γιατί εξακολουθώ να ονειρεύομαι...

Σε μια προσπάθεια να καταδείξω ότι δεν είναι ρομαντική ονειροπόληση τα όσα αναφέρθηκαν στην προχθεσινή ανάρτηση παίρνω τη σκυτάλη από την Ginger και αναδημοσιεύω χωρίς πολλά σχόλια ένα μαντάτο που τεκμηριώνει τη βασιμότητα όσων επιμένουν να αισιοδοξούν.
Στον 1ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Ψηφιακού Βίντεο της ΕΡΤ, ανάμεσα στα συνολικά 57 σχολεία που πήραν μέρος, το πρώτο βραβείο για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση απονεμήθηκε στη συμμετοχή του 2ου Γυμνασίου Πρέβεζας με το βίντεο του Λουκά Λελόβα που ακολουθεί.
Δεν θα σταθώ στην ποιότητα του έργου. Μπορούμε ο καθένας και η καθεμιά μας να κρίνουμε. Θα στρέψω όμως την προσοχή στον αριθμό των συμμετοχών: 57!
Μόνο;
Ή
Τόσα πολλά;
Θέμα οπτικής, σαν το μισό ποτήρι νερό…
Προσωπικά θα συγχαρώ όχι μόνο τους βραβευθέντες, αλλά και όσους προσπάθησαν με τη συμμετοχή τους να κάνουν το κάτι παραπάνω.

Ωστόσο, θα καταγράψω έναν ακόμη προβληματισμό που μου προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας αυτής της ανάρτησης. Αφού διἀβασα την ωραία ανάρτηση της Ginger, προσπάθησα να συγκεντρώσω περισσότερες πληροφορίες. Η μηχανή αναζήτησης με παρέπεμπε μόνο σε ιστολόγια. Περιόρισα την αναζήτηση στην κατηγορία των ειδήσεων, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μηδενικό. Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια της καχυποψίας. Μπήκα στην ιστοσελίδα της ΕΡΤ με ανάλογο αποτέλεσμα. Τελικά, χρησιμοποιώντας τα φραγκοχιώτικα (που τώρα τα λέμε greeklish) ανακάλυψα αυτό.
Η ερώτησή μου είναι γιατί, αν εξαιρέσουμε κάποιες τοπικές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, τα υπόλοιπα ΜΜΕ έθαψαν την είδηση; Ακόμα και η διοργανώτρια του διαγωνισμού ΕΡΤ την έχωσε κάπου στο βάθος!
Γιατί;

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Έχω ένα όνειρο... (I have a dream...)

Ονειρεύομαι ένα σχολείο όπου τα παιδιά και οι δάσκαλοι θα έρχονται με χαμογελαστά πρόσωπα, ανάλαφρο βήμα και καθάριο βλέμμα, γιατί θα ξέρουν το σκοπό που υπηρετεί. Ένα σχολείο όπου οι δάσκαλοι θα αγαπάνε αυτό που κάνουν και τα παιδιά θα εκτιμούν αυτό που παίρνουν. Ένα σχολείο όπου δάσκαλοι και παιδιά δεν θα στέκονται οι μεν απέναντι στα δε, αλλά θα είναι σύντροφοι σ’ ένα κοινό, συναρπαστικό ταξίδι.
Ονειρεύομαι ένα σχολείο όπου διαρκώς θα επιδιώκεται η γνώση, θα οξύνεται η κρίση και θα καλλιεργείται η κοινωνικότητα. Ένα σχολείο όπου θα είναι αυτονόητες κάποιες αξίες όπως ο σεβασμός του άλλου, η δικαιοσύνη, η ισότητα, η ειλικρίνεια, η συνεργασία και η αλληλεγγύη. Ένα σχολείο όπου η ανθρωπιά και η ελευθερία θα ανθίζουν.
Ονειρεύομαι ένα σχολείο όπου θα φωτίζονται όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού και όλοι οι πολιτισμοί. Ένα σχολείο όπου η καθημερινή συναναστροφή όλων των μελών της κοινότητάς του θα θεμελιώνεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ένα σχολείο όπου οι επιδοκιμασίες και οι προτροπές θα είναι περισσότερες από τις επικρίσεις και τις απαγορεύσεις.
Ονειρεύομαι ένα σχολείο ανοιχτό για να ξεδιπλώνουν τα παιδιά όλες –τις όποιες– κλίσεις τους και να απολαμβάνουν την ικανοποίηση της αναγνώρισής τους. Ένα σχολείο ανοιχτό για τους δασκάλους που δεν θέλουν μόνο να διδάσκουν, αλλά και να στηρίζουν και να συνεργάζονται και –γιατί όχι;– να μαθαίνουν. Ένα σχολείο ανοιχτό στο μέλλον, γιατί θα σέβεται κριτικά το παρελθόν.
Ονειρεύομαι ένα σχολείο ανοιχτό στον κόσμο και τη ζωή. Ένα σχολείο ανοιχτό με θέα στους ανοιχτούς ορίζοντες της ψυχής και του πνεύματος.
Ονειρεύομαι ένα σχολείο ΑΝΟΙΧΤΟ!

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Είσοδος; Έξοδος; Όπως το δει κανείς...

 Updated
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε μέσα. Έκανε ψύχρα. Η ατμόσφαιρα βούρκωνε βαριά, αλλά δεν έλεγε να ξεσπάσει σε κλάμα. Η μυρωδιά της κλεισούρας τρυπούσε τα ρουθούνια. Έκλεισε τα μάτια μπας και να διακρίνει καλύτερα μες στο μισόφωτο. Σκιές σε πολύ αργή κίνηση θύμιζαν το έξω απ’ όπου είχε βγει. Κάλυψε τ’ αφτιά με τις παλάμες κι αφουγκράστηκε. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική. Έσφιξε τα δόντια, σφράγισε τα χείλη και κραύγασε. Οι βουβές λέξεις φτερούγισαν τρομοκρατημένες αναζητώντας την είσοδο προς τα έξω. Η εξορία στο μέσα είναι κατάσταση οριακή.
Και μετά… Μετά, ένα φτερό ακούμπησε ανάλαφρα το πόμολο κι αυτό ορθάνοιξε τα χαμόγελα. Μουσική από την (ε)ξωτική Βενεζουέλα δραπέτευσε από τον Ιούνιο για ν’ αερίσει τη συννεφιά με το χάδι του ενθουσιασμού. Νερένια ζεστασιά ξέπλυνε τη στυφή σκόνη. Μια Ελένη, ακυρώνοντας πολλά αδειανά πουκάμισα, αρχίνησε διακριτικά το παραμύθι. Την κόκκινη κλωστή δεμένη άρπαξε ένα Μυκονιάτικο πινέλο για να ζωγραφίσει φωτεινές νότες, δώρο για μια ξεχασμένη ονομαστική γιορτή. Ένας Κένταυρος χτύπησε δυνατά τις οπλές του στο χώμα, για να θυμίσει ότι η ζωή χτίζεται πάνω σ’ αυτό και χάρη σ’ αυτό. Βαθυγάλανα άστρα λαμπύρισαν την υπενθύμιση της ομορφιάς και λόγια μαχητικά σπάθισαν την αισιοδοξία τους. Λευκές και μαύρες σκέψεις συναντήθηκαν σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό και συμφιλιώθηκαν με τις διαφορές τους. Οι σκιές εξαφανίζονται στο διακριτικό πέρασμα της ανεράιδας και τα χρώματα με ελεύθερη ζωγραφική γιορτάζουν το θρίαμβό τους. Η ποίηση τινάζεται και πάλι ψηλά, σταλαματιά σταλαματιά, από την ολοπόρφυρη ακακία. Μια πατρίδα μακρινή, δυο πατρίδες μακρινές, τρεις πατρίδες μακρινές και αλλοτινές διασώζονται στη θαλασσένια αγκαλιά που τις χαϊδεύει, την ώρα που η καλή μάγισσα τινάζει το ραβδί της και αρωματίζει με αφρούς μακρινών κυμάτων τη νίκη του φωτός.
Ευχαριστώ με μια αγαπημένη άρια από την Turandot του Puccini με τον Placido Domingo, την προτίμησή μου από τους θεωρούμενους τρεις μεγάλους τενόρους της εποχής μας. Κυρίως για την τελευταία της φράση:
Al alba vincero! (την αυγή θα νικήσω).

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Από νέα βάση

Επανασυνδέομαι με τον έξω (και τον έσω) κόσμο και καλησπερίζω!
Βρε παιδιά, μήπως είδατε εσείς κάπου εκείνο το πολύτιμο ρηχό συρταράκι του γραφείου μου; Ανοίγω μια κούτα με την ένδειξη «γραφείο» και βρίσκω μέσα βάζα. Ανοίγω την άλλη με την ένδειξη «σαλόνι» κι ανακαλύπτω –προφανώς– τάπερ και λάμπες. Στα «κουζινικά» εντάχθηκαν, όπως είναι αυτονόητο, κάποιοι φάκελοι με σημειώσεις λογοτεχνίας και αρχαίων! Μαζί με τα ποτήρια βολεύτηκαν κι οι πένες μου! Βολεύτηκαν πάντως… Α, και τα μαχαιροπήρουνα για την κρεβατοκάμαρα προορίζονταν. Βρήκαν όμως το δρόμο τους. Εκείνο το συρταράκι ωστόσο, πουθενά! Χαμένο στη μετάφραση. Στη μετακόμιση, ήθελα να πω… Μήπως το πήρε το μάτι σας πουθενά;
Τέλος πάντων.
Σιγά σιγά θα πιάσω ρυθμό. Συνέβησαν πολλά σ’ αυτό το μεσοδιάστημα και πρέπει να τα τακτοποιήσω κι αυτά λιγουλάκι μέσα μου.
Για την ώρα, ευχαριστώ για τα ζεστά λόγια συμπαράστασης που έστειλαν οι καλές φίλες που απέκτησα απροσδόκητα εδώ μέσα και που κράτησαν ζωντανή την επαφή. Μου λείψατε. Να το πιστέψετε αυτό.

Και για να μη χάνουμε τη φόρμα μας, δημοσιεύω κι εγώ μια φωτογραφία του 2007 με το συνοδευτικό της κείμενο που έλαβα από μια πολύ καλή συνάδελφο και φίλη και που, απ’ ό,τι διαπιστώνω, κυκλοφορεί αρκετά στο διαδίκτυο.
«H εφτάχρονη πιτσιρίκα που πουλάει τα γλυκά στο δρόμο της Δαμασκού και ταυτόχρονα γράφει τα μαθήματά της (!) δεν άφηνε με τίποτε τον Wasim Kheir Beik να τη φωτογραφίσει. Τελικά ο φωτογράφος του πρακτορείου SANA πήρε αυτό που ήθελε με φακό από 30 μέτρα απόσταση (μαζί και το πρώτο βραβείο για το 2007 από την Ένωση Αραβικών Πρακτορείων Ειδήσεων), χαρίζοντας και σε μας τη θαυμάσια αυτή εικόνα με τα συγκινητικά μηνύματα…»
Τα σχόλια τ’ αφήνω σε σας. Ξέρετε εσείς…

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Το βλέμμα και το αντικείμενο του βλέμματος

Μιλάμε συχνά για το πόσο επηρεάζεται η αντίληψή μας για πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις από την οπτική γωνία, κάτω από την οποία τα κοιτάζουμε. Είχα θίξει αυτό το θέμα και σε παλιότερη ανάρτηση. Οι περισσότεροι συμφωνούμε στο ότι αποκτούμε σφαιρικότερη αντίληψη για το παρατηρούμενο αντικείμενο, αν φροντίσουμε να το εξετάσουμε από πολλές γωνίες και, αν αυτό είναι δυνατό, από μη «κοινές» γωνίες.
Στην (αρκετά ρομαντική, είναι η αλήθεια) ταινία Ο κύκλος των χαμένων ποιητών ο δάσκαλος προσπάθησε —και κατάφερε— να το καταδείξει στους μαθητές του. Τους ζήτησε, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, να περπατήσουν στην αυλή και τους αποκάλυψε πόσο αυθόρμητα και, βέβαια, εντελώς ασυνείδητα αυτοί στοιχίστηκαν σ’ ένα κοινό βηματισμό προτιμώντας την εύκολη ενσωμάτωση στην ομαδική (μαζική) αντίδραση.
Τους ανέβασε όρθιους πάνω στην έδρα και τους ζήτησε να κοιτάξουν από εκεί την αίθουσα. Οι μαθητές ανακάλυψαν την «άλλη» οπτική όχι μόνο του χώρου, αλλά και των προσώπων και των καταστάσεων. Και το απέδειξαν στο τέλος της ταινίας.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του ζητήματος. Εννοώ το κατά πόσο επηρεάζεται το παρατηρούμενο από το βλέμμα του παρατηρητή. Αυτό άλλωστε έχει απασχολήσει και όσους προβληματίζονται από την ασφάλεια των συμπερασμάτων που προκύπτουν από κάποιο πείραμα, εφόσον ο πειραματιστής, στην ουσία, αποτελεί και αυτός μέρος του πειράματος.
Απομακρύνομαι τώρα από το πεδίο της επιστήμης και στρέφω την προσοχή μου στο χώρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Βλέπουμε συχνά νέους, αλλά και ώριμους, ανθρώπους να διαμορφώνουν την εικόνα τους ανάλογα με το «βλέμμα» εκείνου που τους κοιτάζει. Άλλοτε να προσπαθούν να επιβεβαιώσουν την καλή ή την κακή κρίση του γι’ αυτούς και άλλοτε να την ανασκευάσουν.
Ένα εύκολο παράδειγμα μπορεί να έρθει από τη σχολική ζωή. Όλοι έχουμε διαπιστώσει τις θετικές συνέπειες μιας κουβέντας του είδους «είμαι σίγουρη ότι μπορείς να τα καταφέρεις» σ’ ένα παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά και τις αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχολογία, όπως και τη συμπεριφορά, ενός παιδιού που δεν προάγεται στην επόμενη τάξη (υιοθετεί την ταμπέλα του διετούς, συνηθίζω να λέω). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους. Οι ερωτευμένοι, ας πούμε, αισθάνονται και, τελικά, γίνονται ωραίοι, γιατί είναι ωραίοι στα μάτια των ανθρώπων που τους αγαπούν.
Από την άλλη, υπάρχουν και οι άνθρωποι που φροντίζουν επιφανειακά να «φορούν» την εικόνα που θεωρούν ότι προτιμά ο «παρατηρητής» τους. Και τότε τα πράγματα μπλέκονται. Γιατί χάνεται η αλήθεια.
Οι σκόρπιες αυτές σκέψεις ξεπήδησαν από μια παλιά φωτογραφία και την ιστορία της. Είναι τραβηγμένη στο πάρκο που περιβάλλει το περίφημο μουσείο της Βίλα Μποργκέζε. Στη βόλτα μας εκεί μας είχε κάνει εντύπωση το πόσο βαριεστημένοι φαίνονταν κάποιοι έφιπποι ένστολοι. Προχωρούσαν αργά καμπουριαστοί πάνω στ’ άλογά τους και κουβέντιαζαν αδιάφορα. Όταν αποσπάστηκα όμως από την παρέα για να τους φωτογραφίσω, έστησαν αμέσως ευθυτενές το κορμί τους και κοίταξαν αγέρωχα μπροστά τους.

Η φωτογραφία τελικά δεν κατέγραψε την αλήθεια.
ΥΓ: Έχει όμως μια κάποια αξία και για έναν άλλο, τυχαίο, λόγο. Μπορείτε να τον βρείτε;

Update: Από διαφορετική σκοπιά είχα προσεγγίσει το ζήτημα και σε τούτη την ανάρτηση.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Κλαδιά και ρίζες

Είναι ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος της εποχής του. Παθιασμένος με το ποδόσφαιρο γενικά και ειδικά με την ομάδα του, που είναι φυσικά η ομάδα που υποστηρίζει ο πατέρας του και προτιμούσε ο παππούς του. Από νωρίς εξοικειωμένος με την τεχνολογία της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας. Μετρημένος στις εκδηλώσεις του από χαρακτήρα και με διακριτικό χιούμορ, είναι λιγομίλητος αλλά του αρέσει πολύ ν’ ακούει, κυρίως αφηγήσεις που φροντίζει να τις τροφοδοτεί με σύντομες καίριες ερωτήσεις. Από νήπιο φανέρωσε μια ιδιαίτερη ικανότητα να μπαίνει στη θέση του άλλου και να κατανοεί τη συναισθηματική του κατάσταση. Έχει την ωριμότητα του μεγαλύτερου παιδιού της οικογένειας, αλλά διατηρεί ακόμα αμόλυντη την παιδική του αθωότητα. Είχε την τύχη να έχει στη ζωή του γι’ αρκετά χρόνια τη μητέρα της μητέρας του και τον πατέρα του πατέρα του και νιώθει προνομιούχος απέναντι στ’ αδέλφια του για τα όσα πρόλαβε να ζήσει κοντά στη γιαγιά και τον παππού του.
Κάθεται τώρα δίπλα στη θεία του ανάμεσα σε μισογεμάτες κούτες, σ’ ένα διάλειμμα από το επίπονο άδειασμα συρταριών και ντουλαπιών. Του δείχνει το γενεαλογικό δέντρο που με κόπο και σύστημα είχαν καταγράψει τα μεγαλύτερα αδέλφια του παππού του. Εκείνος συγκεντρώνεται στο γραφικό χαρακτήρα του παππού του, ο οποίος είχε φροντίσει να συμπληρώσει τα νεότερα κλαδιά αυτού του δέντρου που όλο και απλώνεται. Το βλέμμα του κάποια στιγμή υψώνεται υγρό και βαρύ προς το μέρος της. Έχει διακρίνει τα ονόματα των μικρότερων αδελφών του, αλλά… «Εμένα, εμένα δεν με αναφέρει!» ψιθυρίζει χαμηλόφωνα και γρήγορα σκύβει το κεφάλι σαν να μετάνιωσε που μίλησε. Για μερικά δευτερόλεπτα η θεία του τον κοιτά απορημένη. Γρήγορα συνέρχεται και του εξηγεί. «Μα εσύ, χαρά μου, είσαι ήδη καταγεγραμμένος στο αρχικό κείμενο» και του δείχνει το όνομα και την ημερομηνία της γέννησής του. Η συννεφιά διαλύεται αμέσως και το γαλάζιο βλέμμα του ξαναφωτίζεται.
Απλώνει τώρα το χέρι του στην επόμενη νάιλον θήκη και βγάζει πολύ προσεκτικά, σχεδόν ευλαβικά, ένα ταλαιπωρημένο από τα χρόνια χαρτί. «Και αυτό τι είναι;» αλλάζει τάχα μου θέμα συζήτησης. «Είναι το προσκλητήριο του γάμου του πατέρα του παππού σου» τον πληροφορεί η θεία του με τον κόμπο της θύμησης του δικού της παππού. Εκείνος παρατηρεί με προσοχή τα καλλιτεχνικά γράμματα στο ντελικάτο χαρτί που είναι χωρισμένο κάθετα στα δύο. «Έτσι γινόταν τότε: χωριστά οι δύο οικογένειες, αριστερά του μελλόνυμφου και δεξιά της μελλόνυμφης…» του εξηγεί.
Το βλέμμα του προσηλώνεται στοχαστικά στο χαρτί που κρατάει. Διασχίζει δεκαετίες, πάνω από αιώνα. Φτάνει σ’ άλλη ήπειρο. Βυθίζεται βαθιά στο χώμα και αναζητεί ρίζες. Αυτός, το νιο πράσινο κλαράκι, –το βλέπεις– αντλεί χυμούς…

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Διώκοντας το διαφορετικό

Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό δημοσιεύματα σχετικά με τις πολιτικές επιλογές του Γάλλου Προέδρου Σαρκοζί που οδήγησαν σε απελάσεις Ρομά από τη χώρα του και τις εντάσεις και τις αντιδράσεις που αυτές προκάλεσαν, σκέφτηκα λιγάκι τη μοίρα αυτών των ανθρώπων.
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, που οφείλονται σε διάφορες αιτίες (φυσικές καταστροφές, πολεμικές συγκρούσεις, πείνα, πολιτικές διώξεις κ.λπ.). Και τώρα, βλέπουμε να εκδηλώνεται μπροστά στα μάτια μας άλλο ένα επεισόδιο διαχωρισμού, απομόνωσης και υποτίμησης. Θέλω να πω, ότι πέρα από τον τρόπο που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση επιρρίπτοντας ευθύνες σε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τις ίδιες τους τις πολιτικές (άρα και οικονομικές και κοινωνικές) επιλογές, διακρίνω επιπλέον και μια υφέρπουσα –ή και εμφανώς εκδηλούμενη– τάση εκμετάλλευσης ρατσιστικών ενστίκτων, που επιβιώνουν και αναβιώνουν λόγω της οικονομικής και πολιτικής συγκυρίας.
Στην ανθρώπινη ιστορία πάντα η έννοια του αποδιοπομπαίου τράγου αξιοποιήθηκε σε σκοτεινές εποχές, ειδικά σε βάρος ομάδων ανθρώπων που μπορούσαν εύκολα να απομονωθούν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο λόγω της όποιας διαφορετικότητάς τους. Η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών λαών –από την περίοδο της ανόδου της αστικής τάξης και, ιδιαίτερα, μετά τη Γαλλική επανάσταση– διαμορφώνουν την εθνική τους συνείδηση με βάση σταθερούς κατά το μάλλον ή ήττον γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Ένας λαός λοιπόν που διαφοροποιείται ως προς αυτόν τον παράγοντα από τους υπόλοιπους εύκολα περιθωριοποιείται και γίνεται δακτυλοδεικτούμενος, ακριβώς επειδή εύκολα αλλά και, κυρίως, υποκριτικά μπορούν να προβληθούν οι αρνητικές πλευρές του, που όμως συνήθως αποτελούν απόρροια της αρνητικής αντιμετώπισής του από τους επίσημους κρατικούς φορείς. Φαύλος κύκλος, επομένως.
Στέκομαι σ’ αυτό το –πολιτισμικό, το τονίζω– χαρακτηριστικό των Ρομά. Γιατί; Γιατί θέλω να υπενθυμίσω την πολιτισμική συνεισφορά αυτών των ανθρώπων κάνοντας μια πολύ σύντομη περιήγηση ανά την Ευρώπη. Γιατί δεν θέλω να οδηγούμαι σε εύκολα και αβασάνιστα συμπεράσματα για ό,τι συμβαίνει γύρω μου.

Ξεκινώ από τον δικό μας Κώστα Χατζή που, τραγουδώντας για τους ταπεινούς –όχι μόνο δικούς του– ανθρώπους, συγκίνησε πολλά ευαίσθητα αφτιά –όχι μόνο δικών του ανθρώπων.

Πετάγομαι μέχρι την Ισπανία και απολαμβάνω τη μουσική και το χορό τους μέσα από την εκπληκτική ταινία Κάρμεν του Κάρλος Σάουρα.

Κάνω άλμα προς την κεντρική Ευρώπη και με μισόκλειστα μάτια αφήνομαι σ’ ένα ζάρντας (czardas) παιγμένο από παιχνιδιάρικα ουγγαρέζικα βιολιά.

Επιστρέφω στη Γαλλία για έναν ερωτικό ρεμβασμό με το τραγούδι των ισπανόφωνων Gipsy Kings.

Και κλείνω, χωρίς σχόλια προφανώς, με τον μεγάλο Django Reinhardt.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...