Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Ψαρεύοντας φως

Μιλώντας με ποσοστά, πόσα παιδιά της δημόσιας εκπαίδευσης μπορούν να πουν ότι έχουν στο σχολείο τους οργανωμένη βιβλιοθήκη; Ένα χώρο στον οποίο μπορούν να επεκτείνουν τις γνώσεις τους πέρα από το μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο; Ένα χώρο που θα οξύνει τη φυσική τους περιέργεια; Ένα χώρο που θα τους εξοικειώσει με τη χαρά της ανάγνωσης και, πάρα πέρα, με τη γοητεία της αναζήτησης της γνώσης;
Μιλώντας με ποσοστά, πόσοι εκπαιδευτικοί έχουν εύκολη πρόσβαση σε μια ενημερωμένη βιβλιοθήκη που θα τους ενισχύσει στο έργο τους; Ένα χώρο στον οποίο μπορούν να συγκεντρώσουν το απαραίτητο γνωστικό υλικό για να ετοιμάσουν το καθημερινό τους μάθημα; Ένα χώρο στον οποίο μπορούν να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους να διευρύνουν τις επαγγελματικές τους δεξιότητες χωρίς να υφίστανται μια σημαντική ετήσια οικονομική αφαίμαξη;
Μιλώντας με ποσοστά, πόσοι κάτοικοι, ημεδαποί και αλλοδαποί, στα ελληνικά μεγάλα αστικά κέντρα έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται σε σταθερή βάση μια δημόσια ή δημοτική βιβλιοθήκη; Ένα χώρο που να μετατρέπεται σε ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο της γνώσης και της τέχνης, της κοινωνίας και —γιατί όχι;— της οικονομίας; Ένα χώρο που να τους παρέχει τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα πληροφόρησης και ενημέρωσης;
Τέτοιοι χώροι στην πατρίδα μας σπανίζουν. Σπανίζουν τόσο ώστε από τη μια να τους μετράμε στα δάχτυλα και από την άλλη να θεωρούνται γραφικοί όσοι τους ζητάνε. Και όμως! Ειδικά σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που αντιμετωπίζουμε, τέτοιοι χώροι μπορούν να λειτουργήσουν σαν τις οάσεις μες στην έρημο. Όχι μόνο από την πολιτισμική πλευρά της κρίσης που περνάμε, αλλά και από την κοινωνική και, βέβαια, την οικονομική.
Όσον αφορά το πρώτο ζητούμενο, η απάντηση είναι εύκολη. Προαγωγή του πολιτισμού χωρίς την προαγωγή της γνώσης δεν μπορεί εύκολα να νοηθεί. Σε σχέση με το δεύτερο αιτούμενο, ο ρόλος της βιβλιοθήκης δεν είναι οφθαλμοφανής, αλλά ούτε και αδιανόητος. Σ’ ένα χώρο στον οποίο προσέρχονται άνθρωποι διαφόρων προελεύσεων, ποικίλων αναγκών και διαφορετικών αναζητήσεων, αλλά με κοινό παρονομαστή την επιδίωξη της γνώσης και της πληροφορίας, δεν μπορεί παρά να δημιουργείται ένα κλίμα «κοινότητας», αίσθησης δηλαδή της ένταξης σε μια ομάδα με κοινά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ένα κλίμα ισοτιμίας, επικοινωνίας, ανθρώπινης επαφής.
Για το οικονομικό όφελος που προκύπτει από μια δημοτική ή δημόσια βιβλιοθήκη, οι περισσότεροι θα σκεφτούν την εξοικονόμηση πόρων που μπορεί να προσφέρει όσον αφορά την αγορά των βιβλίων και των υπολοίπων μέσων πρόσβασης στην πληροφορία. Γι’ αυτό και οι πολέμιοι μιας τέτοιας ιδέας προβάλλουν εύκολα το αντεπιχείρημα του μεγάλου κόστους που επιβαρύνει τον δημόσιο ή δημοτικό προϋπολογισμό μια τέτοια επιλογή, ιδιαίτερα σε μια εποχή αντιπνευματική, δηλαδή με πολύ συρρικνωμένη την ομάδα-στόχο που θα εξυπηρετούσε. Φαύλος κύκλος! Η ύπαρξη πολλών βιβλιοθηκών και ο «αποχαρακτηρισμός» τους από την ταμπέλα «στέκι για ψώνια» διευρύνουν τον αριθμό των αναγνωστών. Μια δραστήρια λειτουργία των βιβλιοθηκών αυτών και το άνοιγμά τους στο ευρύ κοινό, αλλά και στη γειτονιά πολλαπλασιάζει τους αναγνώστες. Οπότε η ομάδα-στόχος αποκτά ένα μέγεθος που καθιστά πολύ πιο συμφέρουσα οικονομικά την ύπαρξη βιβλιοθηκών. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη και πόσα κοινωνικά προβλήματα, της νεολαίας αλλά και των μεγαλύτερων ηλικιών, —τόσο επιβαρυντικά για την οικονομία του συνόλου— μπορούν να αποφευχθούν από την επιτυχημένη λειτουργία τους, τότε αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο η σαθρότητα των θέσεων όσων αδιαφορούν για το ζήτημα.
Τις πρόχειρες αυτές σκέψεις προκάλεσε ένα δημοσίευμα που ψάρεψα, σχεδόν σαν μακρινό αστεράκι σε συννεφιασμένο ουρανό, για τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας και τη βράβευσή της από το «Bill & Melinda Gates foundation» με το βραβείο «Πρόσβασης στη Μάθηση»! Δεν άκουσα τίποτε σχετικό στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων αλλά, θα μου πείτε, τέτοιες ειδήσεις δεν πουλάνε ούτε και σε κενό ειδήσεων μέσα στο κατακαλόκαιρο, όπου όλοι —πολιτικοί και λαός— λείπουν για τα μπάνια τους. Εδώ τη βράβευση της Δημουλά από την Ευρωπαϊκή Ένωση ξέχασαν! Με μια βιβλιοθήκη επαρχιακής πόλης θα ασχοληθούν;
Για ρίξτε μια ματιά στο βιντεάκι που ακολουθεί. Η γνώση της αγγλικής δεν είναι απαραίτητη. Οι εικόνες λένε πολλά!


Πάντως, ζήλεψα τους κατοίκους της Βέροιας! Μήπως να σκεφτόμουν μια μετακόμιση προς τα εκεί; Εξάλλου η βραβευμένη βιβλιοθήκη τους δεν εξυπηρετεί μόνο την πόλη τους αλλά και τις γύρω περιοχές —ακόμη και τις αγροτικές!— με κινητές μονάδες, όχι μόνο βιβλίων αλλά και πρόσβασης στο διαδίκτυο!

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Παραμυθάδες, παραμύθια και παραμυθίες

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, πολύ λίγοι, που έχουν ένα σπάνιο, περιφρονημένο στην εποχή μας, αλλά ανεκτίμητο χάρισμα. Αυτό του «παραμυθά». Ξεκινώντας από την πρώτη σημασία του όρου (αυτός που λέει παραμύθια), κρατάμε συνήθως τη μεταφορική χρήση του (αυτός που λέει ψέματα) και ξεχνάμε τη δεύτερη έννοια του όρου: αυτός που ξέρει να αφηγείται (ή και να συνθέτει) με ωραίο τρόπο μια ιστορία. Την αξία των χαρισματικών αυτών ατόμων αναγνώριζαν οι άνθρωποι κάποτε, ιδιαίτερα εδώ στην Ανατολή, είτε ήταν ανώνυμοι είτε επώνυμοι. Ο Όμηρος και η Σεχραζάτ υπήρξαν δείγματα αυτής της εκτίμησης.
Αυτό που χαρακτηρίζει την αφήγηση ενός καλού παραμυθά (μετά τις πρώτες διευκρινίσεις, τα εισαγωγικά είναι περιττά) είναι ο θαυμαστός τρόπος με τον οποίο αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον και την προσοχή των ακροατών του. Σε μια εποχή, βέβαια, όπου η κυριαρχία της εικόνας είναι δεδομένη, είναι δύσκολο πια να βρεθεί ο αφηγητής που θα μας κάνει να ακροαστούμε την ιστορία του. Προτιμούμε δυστυχώς να κοιτάζουμε, παρά να δημιουργούμε με τη φαντασία μας! Ωστόσο τους καλούς παραμυθάδες τους διακρίνει άλλο ένα, καθοριστικό, στοιχείο: η αφήγησή τους θέτει σε κίνηση τη σκέψη των ακροατών τους. Τους οδηγεί στο στοχασμό και, γι’ αυτό, στην παραμυθία. Τους οδηγεί στη γνώση που κατακτιέται προσωπικά και, γι’ αυτό, στη γαλήνη που φέρνουν οι απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.
Μια τέτοια αφήγηση μου πρόσφερε ως δώρο πριν από μερικές μέρες ένας ανώνυμος επισκέπτης παραπέμποντάς με στο βίντεο που ακολουθεί. Παρόλο που οι φιλοσοφικές —ας τις πούμε έτσι— απόψεις μου διαφοροποιούνται, ομολογώ με κάθε ειλικρίνεια ότι το περιεχόμενο της αφήγησης (όπως και το υποκείμενό της, άλλωστε, η πρόωρα χαμένη τραγουδοποιός Lhasa de Sela!) με απασχολούν από τη στιγμή που την ακροάστηκα. Και ευχαριστώ θερμά, και πάλι, τον ανώνυμο φίλο για την παραμυθία που τόσο γενναιόδωρα μου χάρισε!
Σημείωση: Για όσους η αγγλική γλώσσα ή η ακουστική του βίντεο δημιουργούν δυσκολίες, ακολουθεί μια προσπάθεια απόδοσης των όσων λέγονται σ’ αυτό.
«Θα σας πω μια ιστορία που μου είπε ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου είναι ένας εξαιρετικός παραμυθάς και δεν λέει μόνο ιστορίες που έχετε ακούσει• λέει και ιστορίες για πράγματα που αυτός σκέφτεται για πολλά πολλά χρόνια. Αυτό λοιπόν που είπε είναι το εξής:
Όταν γίνεται η σύλληψή μας, εμφανιζόμαστε μέσα στη μήτρα της μητέρας μας. Μοιάζουμε σαν ένα μικρό, απειροελάχιστο φως που απλώς εμφανίζεται μες στη μέση αυτού του σκοτεινού χώρου, που τον νιώθουμε σαν μια ατέλειωτη νύχτα. Υπάρχει μόνο ησυχία και σκοτάδι και ο χρόνος δεν υφίσταται εκεί. Νιώθουμε σαν να βρισκόμαστε εκεί 1000 χρόνια.
Αλλά σιγά-σιγά μεγαλώνουμε. Και, καθώς μεγαλώνουμε, αρχίζουμε λίγο-λίγο ν’ αποκτούμε αισθήσεις. Αρχίζουμε να μπορούμε, ας πούμε, ν’ αγγίζουμε τους τοίχους αυτού του μέρους στο οποίο βρεθήκαμε. Αργά-αργά αρχίζουμε να ακούμε ήχους και να νιώθουμε τραντάγματα και δονήσεις που έρχονται απ’ έξω και από το σώμα της μητέρας μας, που κινείται, περπατάει, τρέχει και μιλάει. Μπορούμε σιγά-σιγά ν’ ακούμε τη φωνή της. Και συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε, να μεγαλώνουμε… Τελικά, αυτός ο χώρος, μέσα στον οποίο βρισκόμαστε και που στην αρχή φαινόταν απέραντος, γίνεται όλο και πιο άβολος. Και σύντομα πρέπει να γεννηθούμε.
Ο πατέρας μου λέει ότι η στιγμή της γέννησής μας… Λέει πως θυμάται τη στιγμή που γεννήθηκε κι εγώ τον πιστεύω! Λέει ότι η στιγμή της γέννησής μας είναι τόσο βίαιη και χαοτική, που όλοι μας εκείνη τη στιγμή σκεφτόμαστε “Πεθαίνω! Αυτό είναι το τέλος της ζωής μου!”.
Και μετά —τι μεγάλη έκπληξη!—, μετά βγαίνουμε έξω και είναι μόνο η αρχή. Και στην αρχή είμαστε πολύ μικροί κι ο κόσμος φαίνεται απέραντος. Και σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς να χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας. Μαθαίνουμε πώς ν’ αγγίζουμε όσα μας περιβάλλουν και τους τοίχους του νέου μας σπιτιού. Και πώς να χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας, πώς να χρησιμοποιούμε τα μάτια και τ’ αφτιά μας, τη γεύση και την αφή μας…
Μετά, καμιά φορά, ανάμεικτα με όλα τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις και τους ήχους αυτής της ζωής… καμιά φορά, ακούμε ήχους και νιώθουμε τραντάγματα που έρχονται από κάπου έξω από αυτή τη ζωή. Και αυτό το άλλο “έξω” βρίσκεται μόλις από την άλλη πλευρά αυτού του πολύ λεπτού τοίχου, που είναι σχεδόν διάφανος και οι ήχοι μπορούν να τον διαπεράσουν. Ξέρω ότι στη διάρκεια της ζωής μας ακούμε πράγματα χωρίς να…, σχεδόν σαν ανάμνηση, μια υπενθύμιση για κάτι…
Και μετά, τελικά, αυτό το σώμα νιώθει και αυτό πολύ άβολα. Και μετά πρέπει να πεθάνουμε. Και τότε σκεφτόμαστε πάλι “Αυτό είναι! Αυτό είναι το τέλος. Το τέλος μου!”
Αλλά ο πατέρας μου λέει πως είναι μόνο η στιγμή που περνάμε μέσα από τον πολύ λεπτό, διάφανο τοίχο. Κάτι που έχουμε ξανακάνει. Και πάμε να ζήσουμε κάτι άλλο.
Λέει, ακόμα, ότι με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο, όταν είμαστε στην κοιλιά της μητέρας μας, αναπτύσσουμε όργανα και κάθε είδους απίστευτους και θαυμαστούς μηχανισμούς, που δεν μπορούμε καθόλου να χρησιμοποιήσουμε στο χώρο μέσα στον οποίο βρισκόμαστε εκείνο τον καιρό —είναι εντελώς άχρηστα, είναι γι’ αργότερα… Κι ο πατέρας μου λέει ότι με τον ίδιο τρόπο, στη διάρκεια αυτής της ζωής, αναπτύσσουμε επίσης όργανα, που δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ή τα χρησιμοποιούμε λίγο. Μας κάνουν να νιώθουμε αδέξιοι. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με αυτά. Αλλά είναι για…, είναι γι’ αργότερα…»

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Στερήσεις

Η πόρτα του θαλάμου ανοίγει σιγανά κι ένας άντρας, στα ογδόντα και κάτι, εμφανίζεται με διστακτικό βλέμμα. Ο κατά δύο χρόνια μικρότερος αδελφός του τον αναγνωρίζει από το κρεβάτι του πόνου. Κλείνει το μάτι στην κόρη του και γυρίζει προς τον νεοφερμένο επισκέπτη:
— Πάλι τη φάτσα σου θα βλέπω;
— Πάψε εσύ! Σιγά μην ήρθα για την αφεντιά σου! Έφερα δυο γλυκά στην ανιψιά μου που γιορτάζει. Και να μην ανακατεύεσαι, μικρέ, εκεί που δε σε σπέρνουν!
Ο ασθενής χαμογελώντας με τα οικεία κωδικοποιημένα πειράγματα ξαναβυθίζεται στο λήθαργό του. Η κόρη του κοιτάει το θείο της κι εκείνος με νοήματα τη στέλνει για ένα σύντομο διάλειμμα καφέ και τσιγάρου.
Όταν εκείνη πείθεται και φεύγει, τραβάει την καρέκλα κολλητά στο κρεβάτι του αδελφού του. Κάθεται εκεί, του πιάνει το χέρι και δεν το αφήνει παρά για να φτιάξει, τάχα μου, κάθε τόσο ένα ανυπότακτο τσουλούφι από τα μαλλιά του αρρώστου. Πιο πολύ το κάνει για να μπορέσει κλεφτά να του χαϊδέψει το μέτωπο. Κι εκείνος, σαν να το καταλαβαίνει, χαλαρώνει το συσπασμένο του πρόσωπο.
Μερικές ώρες αργότερα ανοίγει ξανά τα μάτια και το πρόσωπό του φωτίζεται στη θέα του γιου του. Εκείνος παίρνει το δίσκο με το φαγητό από τα χέρια της αδελφής του και αρχίζει με υπομονή και έγνοια, που κρύβει πίσω από άσχετα σχόλια για το χτεσινό παιχνίδι του Μουντιάλ, να τον ταΐζει. Ο άρρωστος ξεχνιέται και δέχεται μερικές μπουκιές, αλλά μετά από λίγο δηλώνει ότι δεν μπορεί να φάει άλλο. Ο γιος του ακουμπάει το πιρούνι κι αρχίζει να του διηγείται, πιο γλαφυρά απ’ ό,τι συνηθίζει, τα κατορθώματα των εγγονών του. Ο πατέρας του διασκεδάζει και δεν φέρνει αντίρρηση σε μερικές μπουκιές ακόμα. Τελικά ο γιος, όταν κρίνει ότι δεν μπορεί να τον ξεγελάσει άλλο, του δίνει προσεκτικά λίγο νερό και του σκουπίζει το πρόσωπο με επιμέλεια που δύσκολα κρύβει την τρυφερότητα ενός καμουφλαρισμένου χαδιού.
Πόσα χάδια στερήθηκαν αυτοί οι άντρες στην ώριμη ζωή τους; Χάδια που φοβήθηκαν να δεχθούν και χάδια που ντράπηκαν να δώσουν. Η αντίληψή τους για την αντρική ιδιότητα λογόκρινε αυτό που η κοινωνία ονομάζει διαχύσεις και δεν είναι παρά το άπλωμα της ψυχής προς τα έξω, προς τα αγαπημένα πρόσωπα. Πόσο υποχρεώθηκαν να κουτσουρέψουν το συναισθηματισμό τους;
Τα κοινωνικά στερεότυπα βλάπτουν και τους άντρες!

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Πρέβεζα του 2010

Είναι ωραία γυναίκα. Η ηλικία της, λίγο πάνω από τα τριανταπέντε, οπωσδήποτε κάτω από τα σαράντα, της επιτρέπει ακόμα το μακρύ μαλλί σε μαλακές σπαστές μπούκλες με λίγες ανταύγειες να φωτίζουν το καστανό χρώμα. Με λίγα προσεγμένα κοσμήματα τονίζει την απλότητα στο στενό μαύρο φόρεμα, που αφήνει ελεύθερα τα μπράτσα και τα πόδια της να δείξουν το ήδη μαυρισμένο από τον ήλιο δέρμα της. Κάθεται σταυροπόδι χαμογελώντας ανάμεσα στους συναδέλφους της που σχολιάζουν με κέφι ο καθένας το Σαββατοκύριακό του. Οι περισσότεροι από αυτούς φοράνε την άσπρη μπλούζα της ιδιότητάς τους ξεκούμπωτη λόγω της ζέστης. Μερικοί είναι ακόμα με το τζιν και το μπλουζάκι, ίσως και την αρμύρα, της διήμερης απόδρασής τους που την παρέτειναν μέχρι το πρωινό της Δευτέρας.
Κανένας δεν μοιάζει να ενοχλείται από το ότι ο μικρός χώρος μόλις που τους χωράει. Είναι ένα μικρό δωμάτιο που αρχικό προορισμό είχε να μπορεί ο κάθε γιατρός στο διάλειμμά του να πιει ήσυχος έναν καφέ ή ένα αναψυκτικό και κατέληξε να είναι το μόνιμο εντευκτήριο της ιατρικής παρέας του ορόφου, και όχι μόνο. Ένα δωματιάκι παράμερο, κρυμμένο από τα μάτια των πολιτών, ασθενών ή συγγενών τους, που απευθύνονται στο ΙΚΑ αυτής της πυκνοκατοικημένης περιοχής της πρωτεύουσας.
Έξω, στη μεγάλη κοινή αίθουσα αναμονής αλλά και στους μικρούς χώρους που σχηματίζει η δαιδαλώδης διαρρύθμιση μπροστά από την πόρτα του κάθε επιμέρους ιατρείου, ο κόσμος που περιμένει να εξυπηρετηθεί είναι πολύς. Οι πιο ηλικιωμένοι υπομένουν την πολύωρη αναμονή με τη στωικότητα, που τους επέβαλε η πολύχρονη εμπειρία τους από τις δημόσιες υπηρεσίες, ή με τη γκρίνια, που οι αδαείς αποδίδουν στην ηλικία τους, αλλά που στην πραγματικότητα είναι ο ξεθυμασμένος απόηχος μιας συμπεριφοράς που κάποτε ήξερε να διεκδικεί δικαιώματα. Οι νεότεροι αδημονούν και κοιτούν κάθε τόσο το ρολόι τους, θαρρείς και η συχνότητα αυτών των βλεμμάτων θα φέρει πιο γρήγορα το άνοιγμα της πόρτας του γιατρού που περιμένουν.
Η ωραία πνευμονολόγος άκουσε εκνευρισμένη για τρίτη φορά το όνομά της από μια άγνωστη επίμονη φωνή. Σηκώθηκε αργά, έστρωσε με μια μηχανική κίνηση το φόρεμά της στους γοφούς, έσβησε πριν την ώρα του το τέταρτο τσιγάρο της και βγήκε με απειλητικά αργό βήμα.
— Τι θέλετε, κυρία μου; Τι ώρα έχετε ραντεβού;
— Ο ελεγκτής του πέμπτου ορόφου με έστειλε σε σας για ένα χαρτί.
— Να κλείσετε ραντεβού!
— Μα, ο ελεγκτής με έστειλε…
— Να κλείσετε ραντεβού!
— Μα…
— Να κλείσετε ραντεβού! Υπάρχουν ακόμα ελεύθερα ραντεβού για σήμερα!
Με παγωμένο βλέμμα έκανε μεταβολή και επέστρεψε στην παρέα της ικανοποιημένη που επέβαλε την τάξη, ικανοποιημένη που όρθωσε το επιστημονικό της ανάστημα στον προϊστάμενό της ελεγκτή, ικανοποιημένη από τη στιγμιαία αίσθηση ισχύος.
Τρία τέταρτα αργότερα επέστρεψε στο ιατρείο της, συμπλήρωσε σε δυο λεπτά το χαρτί που της ζητούσε πριν η μεσήλικη γυναίκα και αφιέρωσε άλλο ένα πεντάλεπτο για να την επιπλήξει αυστηρά που επιχείρησε να παρακάμψει τις διαδικασίες της υπηρεσίας.
Η άλλη γυναίκα, με τη σκέψη στον κατάκοιτο ετοιμοθάνατο πατέρα της, ευχαρίστησε και προχώρησε στον επόμενο γιατρό, στον οποίο επίσης την είχε παραπέμψει ο ελεγκτής. Αυτός βρισκόταν σε άλλο όροφο και φαίνεται ότι εκεί δεν υπήρχε ιατρικό «εντευκτήριο», γιατί δεν χρειάστηκε να περιμένει πάνω από ένα τέταρτο. Όταν όμως αντίκρισε το άδειο βλέμμα του, καθώς του άπλωνε τα απαραίτητα έγγραφα, τρόμαξε.
Σχεδόν σε παραίσθηση, είδε να αναβοσβήνουν πάνω από το κεφάλι του σαν χαλασμένο νέον κάτι πράσινα φωτεινά γράμματα. Συλλάβισε:
Π Ρ Ε Β Ε Ζ Α
Καρυωτάκης, σκέφτηκε θολωμένη. Μάζεψε τα σφραγισμένα επιτέλους έγγραφα και έφυγε με την ψυχή στο στόμα.
Δυο τρεις εβδομάδες αργότερα, παγωμένη ακόμα από το αναπότρεπτο, σκεφτόταν:
— Δημόσιος υπάλληλος είσαι κι εσύ!

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Πώς;

Όταν ο χρόνος ακινητοποιείται… Όταν η στιγμή παγώνει μες στο κατακαλόκαιρο και συμπυκνώνει μια ζωή, δυο ζωές, τέσσερις ζωές, άπειρες ζωές, που πλούτισε με το άγγιγμά της η ύπαρξη και ματώνει η απουσία… Όταν η μαύρη τρύπα του είναι ρουφάει αδυσώπητα το πριν και στρεβλώνει το μετά… Όταν το κενό στο χώρο γίνεται χειροπιαστά πηχτό γδέρνοντας όλες τις αισθήσεις… Όταν το μυαλό παραιτείται και αφήνεται να γλιστρήσει σ’ ένα χωροχρόνο αλλοτινό κι αγαπημένο… Όταν το ψύχος σφετερίζεται το θρόνο της ψυχής, ενώ ο ήλιος καίει τη φύση, και η αρμύρα στα μάγουλα δεν είναι θαλασσινή…
Πώς;
Πώς επιστρέφεις; Πώς ανοίγεις πάλι τα μάτια; Πώς ξαναβάζεις το ένα πόδι μπροστά στο άλλο; Πώς μαθαίνεις από την αρχή να αρθρώνεις λέξεις στη νέα γλώσσα του χωρίς;
Ακουμπάς στην ευγένεια και τη διακριτικότητα που σε δίδαξε. Στηρίζεσαι στη δικαιοσύνη και την έγνοια του για τους ανθρώπους πάνω στις οποίες δόμησε τη ζωή του. Χαϊδεύεις τρυφερά το ρομαντισμό του και κρατάς σφιχτά την εμπιστοσύνη του ρεαλισμού του. Διδάσκεσαι από την κοινωνικότητά του και σέβεσαι την πάντα μετρημένη εκδήλωση των συναισθημάτων του. Αρπάζεσαι από το χιούμορ του και προσπαθείς, προπάντων, ν’ ανακαλύψεις τη μυστική πηγή απ’ όπου αντλούσε την αδιαπραγμάτευτη κατάφασή του στη ζωή, που κάθε άλλο παρά εύκολη του στάθηκε.
Αποδέχεσαι την πίκρα ότι δεν του τα είπες όλα αυτά έγκαιρα και κρατάς σα φυλαχτό την αμυδρή ελπίδα ότι το χαμόγελό του στο τελευταίο κλεφτό φιλί που σε άφησε να του δώσεις σήμαινε την αποδοχή της αγάπης σου.
Ναι! Ο πατέρας μας ήταν πλούσιος!
Γιατί πρόσφερε πάρα πολλά σε πολλούς και δεν ζήτησε από κανέναν τίποτε…

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Feeling blue

Ο Κριστόφ Κισλόφσκι (Krzysztof Kieślowski), ο πολύ πρόωρα χαμένος εξαιρετικός Πολωνός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό κυρίως από τις ταινίες του Δεκάλογος, Η διπλή ζωή της Βερόνικα και την τριλογία Τρία χρώματα: Μπλε, Λευκό, Κόκκινο, στηριγμένη στους συμβολισμούς των χρωμάτων της γαλλικής σημαίας (ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη). Ένα κινηματογραφικό διαμάντι ήταν καθεμιά από αυτές τις ταινίες και είχαν την τύχη επιπλέον να επενδυθούν μουσικά από τον συμπατριώτη του σκηνοθέτη, τον Σμπίγκνιου Πράισνερ (Zbigniew Preisner).
Προσωπικά μου άρεσαν περισσότερο Η διπλή ζωή της Βερόνικα, με έξοχα τρυφερή την Ιρέν Ζακόμπ (Irène Jacob), και από την τριλογία των χρωμάτων η Μπλε ταινία, με εκφραστικότατα απόμακρη την Ζιλιέτ Μπινός (Juliette Binoche).
 Η φωτογραφία από εδώ
Στην Μπλε ταινία το θέμα είναι η ελευθερία, με κύρια εστίαση στη συναισθηματική ελευθερία. Διαπραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο η ηρωίδα επιχειρεί να διαχειριστεί την απώλεια του άντρα και της κόρης της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Την προσπάθειά της ν’ αποσυρθεί σε μια απομονωμένη ζωή, απαλλαγμένη από συναισθηματικούς δεσμούς και τις αντιδράσεις των ανθρώπων που την περιβάλλουν.
Περιττό να πούμε ότι οπτικά το χρώμα που κυριαρχεί είναι το κυανό. Σκούρο, σκοτεινό, άλλοτε αγκαλιάζει τις σκιές, άλλοτε αντιτίθεται σ’ ένα ψυχρό, αδιάφορο φως και άλλοτε παίζει με τις φωτεινές εκδοχές των πλούσιων αποχρώσεών του.
Το καταλυτικό στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτή την ταινία είναι η μουσική. Είναι από τις λιγοστές φορές που πραγματικά κυριολεκτεί κανείς όταν χρησιμοποιεί τον όρο «μουσική επένδυση». Όχι απλώς σχολιάζει, αλλά και συμπληρώνει την εικόνα. Επιπλέον εισέρχεται ευρηματικά στην υπόθεση, αφού ο νεκρός σύζυγος ήταν συνθέτης και η ηρωίδα πρέπει ν’ ασχοληθεί με τις παρτιτούρες του, όπου εκείνος δούλευε την ενορχήστρωση ενός έργου του για την ένωση της Ευρώπης.
Το αποκορύφωμα είναι ο ύμνος στην αγάπη, στηριγμένος σε φράσεις από την Προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου, που ακούγονται ελληνικά από τη χορωδία.

Μια μουσική και μια ταινία. Από εκείνες που απαλλάσσουν από την προσπάθεια να εκφραστούν ψυχικές διαθέσεις με το λόγο, ο οποίος συχνά αποδεικνύεται κατώτερος των επιδιώξεών του και, κυρίως, των συναισθηματικών μας αναγκών.
Ευχαριστώ τον καλό φίλο και συνάδελφο α-Κενταύρου που, με την τελευταία του ανάρτηση, μου θύμισε ότι υπάρχουν αρκετοί τρόποι να πει κανείς κάποια πράγματα, είτε για την αγάπη (σ’ όλες της τις μορφές) είτε για τη θλίψη είτε και για τα δύο.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Πολύτιμες διακριτικές παρουσίες

— Καλησπέρα. Τι γίνεται;
— Ε, όχι και τόσο καλά… Αλλά προτιμώ να μην το κουβεντιάσω τώρα.
— Είμαι εδώ. Το ξέρεις. Χτες το βράδυ, λοιπόν, ήμουν…
Κι εσύ το ξέρεις πως είναι εδώ. Ακόμα κι αν είναι 3 ή 1.500 χιλιόμετρα μακριά. Το ξέρεις πολύ καλά. Είναι εδώ, δίπλα σου. Χωρίς ανταλλάγματα.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν είναι καθόλου διαχυτικοί. Δεν ξεσπούν σε τρανταχτά γέλια, αλλά ούτε και θρηνολογούν. Δεν απλώνουν το χέρι να σ’ αγγίξουν σε κάθε δεύτερη φράση τους ούτε έχουν εύκολα τα φιλιά και τα χάδια. Ταυτόχρονα, είναι εκείνοι που αποφεύγουν κάποιες ταινίες που αφηγούνται πραγματικές ιστορίες, γιατί τους κάνουν να κλαίνε. Ωστόσο στις κρίσιμες στιγμές μοιάζουν ψύχραιμοι και ατάραχοι. Είναι οι άνθρωποι που, ενώ έχουν βαθιές πεποιθήσεις, δεν θα επιχειρήσουν ποτέ να επιβάλουν την άποψή τους. Αντίθετα, ακούν πολύ προσεκτικά τους συνομιλητές τους.
Αυτοί οι άνθρωποι, όταν σε ρωτούν τι κάνεις, περιμένουν ν’ ακούσουν και την απάντηση. Και ακούγοντάς την σε κοιτάζουν στα μάτια ν’ ακούσουν κι αυτά που δεν τους λες. Θα σ’ αφήσουν να μιλήσεις, όταν πνίγεσαι, και θα μιλήσουν, όταν θα πρέπει πια ν’ ακούσεις μερικά πράγματα. Ακόμα κι αν δείχνουν ν’ αλλάζουν θέμα συζήτησης, το κάνουν για να ικανοποιήσουν τη δική σου ανάγκη. Είναι οι άνθρωποι που θα σου ράψουν τη σχισμένη τσέπη, χωρίς να το ζητήσεις, μόνο και μόνο επειδή το χρειάζεσαι.
Αυτή η χαμηλόφωνη, σταθερή και συνεπής ισορροπία τους σε επαναφέρει στην τάξη σε στιγμές πανικού. Δίνει στις καταστάσεις τις πραγματικές τους διαστάσεις και ανοίγει προοπτικές στα αδιέξοδα.
Προπάντων, όμως, η διακριτικότητα και ο σεβασμός τους στην ατομικότητα, την ιδιωτικότητα ή και την ιδιαιτερότητά σου είναι που κάνει πολύτιμη τη διακριτική παρουσία τους δίπλα σου.
Μην κάνετε όμως το λάθος να πιστέψετε πως όλα αυτά σημαίνουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πάθος. Διαθέτουν και πολύ μάλιστα! Μόνο που δεν το σπαταλούν σε φλύαρες και περιττές εκδηλώσεις.
Τέτοιες παρουσίες κάνουν εμένα δυνατή και τη ζωή μου πλούσια.
Αφιερώνω στις Ν.Β. και Έ.Κ.
Και μετά… απολαμβάνω τον αβίαστο σεβασμό της Ν. Βενετσάνου στην τέχνη της, τη διακριτικότητα της κιθάρας του Ν. Μαυρουδή και τη δύναμη της μουσικής να με συγχωρεί για τα πρωινά (και όχι μόνο) τσιγάρα μου, σαν μερικούς-μερικούς.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...