Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Φτου ξελευτερία!


Αυτή ήταν (και είναι) η συμπύκνωση της σημασίας του καλοκαιριού. Τρεις μήνες, ο Θεριστής, ο Αλωνάρης και ο Συκολόγος, όπως τους έλεγαν τα παλιά αναγνωστικά, ξαμολούσαν τα παιδιά σ’ έναν παράδεισο ανοιχτωσιάς, παιχνιδιού κι ανεμελιάς.
Μπορούσες να σηκωθείς από το κρεβάτι όποια ώρα ήθελες· μόνο που τώρα ήθελες να ξυπνάς πολύ πρωί για να μη χάνεις ώρα από τη χαρά που σε περίμενε. Μπορούσες να βάλεις τα πιο άνετα ρούχα σου και απλώς να μην τα λερώσεις πολύ μέχρι να σε ξαναδεί η μάνα κι ακούσεις την κατσάδα· όχι πως το κατάφερνες πολύ συχνά.
Μπορούσες να σκορπίσεις στους δρόμους γύρω από το οικογενειακό εξοχικό (ή και μακρύτερα, αλλά κρυφά) με τα ξαδέρφια σου, συμμορία ολάκερη, και να μαζευτείς μόνο την ώρα του μεσημεριανού· αν και πολύ συχνά οι τραυματισμοί αποδεκάτιζαν το εκστρατευτικό σώμα, γιατί τα γδαρμένα γόνατα, τα αγκάθια και τα τσιμπήματα έτσουζαν πολύ (τα καρούμπαλα κανείς δεν καταδεχόταν να τ’ αναφέρει). Κάποτε παρακολούθησες σταγόνες αίματος σα λαγωνικό, ώσπου κατάλαβες ότι σε οδηγούσαν στο σπίτι κι εκεί άκουσες τις φωνές του ξάδελφού σου που του έβγαζαν από την πατούσα μία μία τις βελόνες του αχινού που υποτίμησε στα βραχάκια! Πολύ λίγο όμως κράτησε το μάζεμα και η προσοχή…
Η μεγάλη απόλαυση ερχόταν μετά το φαγητό. Λαχανικά και ψάρια τα κατάπινες με δυσκολία με μπόλικο νερό και αρκετές καθυστερήσεις. Ωστόσο τα ξεροκατάπινες, γιατί ήξερες τι σε περίμενε μετά, έξω στο μπαλκόνι. Μια μεγάλη φέτα παγωμένο καρπούζι κρατημένη γερά στα δυο σου χέρια! Να σκύβεις να δαγκάσεις και να νιώθεις τη δροσιά του στα μάγουλά σου μέχρι τ’ αφτιά. Και να τρέχουν τα ζουμιά και κανείς να μη σου λέει κουβέντα, γιατί είναι καλοκαίρι. Γιατί είναι καλοκαίρι και έχουν προνοήσει· γι’ αυτό σας βγάζουν στο μπαλκόνι να φάτε το καρπούζι: για να βγουν μετά με το λάστιχο να ξεβγάλουν και σας και το μπαλκόνι, να μη πλακώσουν οι μύγες!
Ήξερες βέβαια ότι μετά θα σας έβαζαν για ύπνο. Μα άρχιζαν τα ψιθυρίσματα και τα παιδικά μυστικά και τα «Σσσς, επιτέλους πια! Κοιμηθείτε κομματάκι!» των μεγάλων. Κι εσείς υπομονεύατε με σημαδιακά χαμόγελα χαμηλώνοντας κι άλλο τη φωνή έως ότου αποκαμωμένοι οι μεγάλοι ξάπλωναν κι εκείνοι. Τότε, όταν τα τζιτζίκια ξεφάντωναν, μπορούσες να τριγυρνάς από δωμάτιο σε δωμάτιο μέχρι να συναντηθείτε όλα τα ξυπόλητα φαντασματάκια σε μια απόμερη γωνιά του σπιτιού για να σχεδιάσετε τις απογευματινές σας σκανταλιές.
Μπορούσατε να ξεκινήσετε το απογευματινό σας παιχνίδι, πριν ακόμα δροσίσει. Γιατί ήταν καλοκαίρι και η ζέστη δεν σας πτοούσε. Βέβαια δεν μπορούσατε να απομακρυνθείτε πολύ όπως το πρωί, γιατί τώρα οι μανάδες κι οι θείες κι οι γιαγιάδες έχοντας τελειώσει τη λάτρα είχαν περισσότερη δυνατότητα ελέγχου. Ωστόσο χαλάρωναν κι εκείνες, γιατί ήταν καλοκαίρι και «Άσ’ τα, καλέ! Παιδιά είναι! Άσ’ τα να χαρούν τώρα που μπορούν…»
Να λέμε την αλήθεια τώρα, κι εσείς τα ίδια δεν θέλατε να είστε πολύ μακριά την κρίσιμη στιγμή. Την απογευματινή εκείνη χρυσή στιγμή που κάποιες μέρες, χωρίς καμία κανονικότητα, περνούσε ο παγωτατζής. Το παιδομάνι θα τον πολιορκούσε μαγεμένο όχι από τον αυλό του, αλλά από τις γεύσεις και τ’ αρώματα. Κι άντε πάλι, μύτες και μάγουλα πασαλειμμένα, χέρια που κολλάνε, ρούχα λεκιασμένα και αναστεναγμοί καρτερίας και παραίτησης από το μπαλκόνι των μανάδων!
Αφήνοντας τη θάλασσα για μια φορά στην άκρη, τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει το καλοκαίρι για τα παιδιά, μικρά και μεγάλα;

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Το απρόσμενο


Πριν μερικές μέρες είχα τα γενέθλιά μου. Το χτύπημα του τηλεφώνου έφερε τις ευχές από τα αναμενόμενα αγαπημένα πρόσωπα και χάρισε στη μέρα τα χαμόγελα που της αναλογούσαν. Όταν όμως άνοιξα την ηλεκτρονική μου αλληλογραφία, με περίμενε πρώτο και καλύτερο ένα ευχετήριο μήνυμα απρόσμενο. Το έστειλε μια φίλη, που δεν έχω γνωρίσει από κοντά αλλά που πολύ την αγαπώ. Και θα καταλάβετε αμέσως το γιατί.
Είναι φίλη που δεν θα μπορούσε να θυμηθεί τα γενέθλιά μου, γιατί απλούστατα δεν τα γνώριζε. Μπήκε όμως στη διαδικασία να ψάξει και να κάνει υπολογισμούς. Ύστερα με πολλή προσοχή να ζυγίσει το είδος του δώρου που θα μου ταίριαζε και, τέλος, ν’ αφιερώσει αρκετό χρόνο για να το διαλέξει.
Έτσι, όταν ξετύλιξα το δώρο μου, τι βρήκα μέσα; Βρήκα ό,τι αγαπώ πιο πολύ γύρω μου. Βρήκα θάλασσα! Για την ακρίβεια, βρήκα θάλασσες! Θάλασσα σε απίθανες ποικιλίες και εκδοχές! Φυσικά, βούτηξα αμέσως…
Κερνάω θάλασσα, λοιπόν! Δοκιμάστε, είναι από το πακέτο που μου χαρίστηκε…
Είναι δυνατόν να μην αγαπώ αυτή τη φίλη; Όχι, πείτε μου! Εύχομαι μόνο η θάλασσα, που αγκαλιάζει το νησί της, να ήταν η δική μου αγκαλιά!

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Κυκλοθυμίες


Το ημερολόγιο δείχνει Μάη. Κοντεύει μάλιστα να διαγράψει όλα τα τετραγωνάκια του με τον κόκκινο μαρκαδόρο της.
— Γιατί διάλεξα αυτό το χρώμα; Αφού δεν μου αρέσει. Φωτεινό, ανοιξιάτικο χρώμα, σου λέει ο άλλος. Πού την είδα την άνοιξη;
Έξω συννεφιάζει. Ξανά. Πιάνει ψιλόβροχο. Ξανά. Ο ουρανός χαμηλώνει και της πλακώνει το στήθος. Περισσότερο.
Αναστενάζει κι ανασηκώνεται βαριά. Βγαίνει στο σκοτεινιασμένο μπαλκόνι. Δυο γαρίφαλα φωτίζουν το βλέμμα της. Και τα πουλιά, που μαζεύονται να προφυλαχτούν απ’ τη βροχή στα γύρω δέντρα, φλύαρα και ξετρελαμένα, την κάνουν να χαμογελάσει χωρίς να το καταλάβει.
Έχω καιρό ν’ ακούσω μουσική, συνειδητοποιεί μεμιάς.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Σκύβω το κεφάλι

...πρώτα απ’ όλα με ντροπή μπροστά στους νεκρούς των Καλαβρύτων, του Διστόμου, της Υπάτης και των υπόλοιπων μαρτυρικών πόλεων, αλλά και μπροστά σου, Μανώλη Γλέζο, γι’ αυτούς που έστειλαν οι συμπολίτες μου να βρεθούν στην ίδια αίθουσα με σένα! (Για πλάκα άραγε;)
Και μια απορία: γιατί στο διαβόητο πλέον στρατιωτικό πρόσταγμα προς τους δημοσιογράφους ακούστηκε μόνο μια γυναικεία φωνή να διαμαρτύρεται; Το όνομά της είναι Νάντια Αλεξίου και καλό είναι να το καταγράψουμε. Δεν είναι, βλέπετε, από τις πρωτοκλασάτες τηλεοπτικές περσόνες!

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Μέρες σημαδιακές

Μερικοί άνθρωποι είναι δεισιδαίμονες και το ομολογούν. Πολύ περισσότεροι είναι προληπτικοί, αλλά το κρύβουν άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε καθόλου.
Η γάτα από εδώ
— Και τι έγινε που είδα μαύρη γάτα πρωί πρωί; (Ας φτύσω όμως για καλό και για κακό τον κόρφο μου…)
— Έλα να διαβάσουμε το ωροσκόπιο της ημέρας. Θα σπάσουμε πλάκα! (Εγώ πάντως τον ωροσκόπο μου τον ξέρω…)
Οι μέρες κυλούν αμετάκλητα προς την πρώτη Κυριακή του Μαΐου και ψάχνω στο Αλμανάκ για σημάδια και οιωνούς.
Τέτοια μέρα, λέει, το 1758 γεννήθηκε ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος. Καλό σημάδι η επανάσταση, σκέφτομαι. Η Τρομοκρατία όμως μου σπάει το χαμόγελο σε μορφασμό. Από την άλλη βέβαια μάλλον ήδη τη ζω την τρομοκρατία, με διαφορετικού είδους λαιμητόμους. Μήπως καλύτερα να ψάξω την ημερομηνία θανάτου του Ροβεσπιέρου;
Α, για στάσου! Το 1856, 6η Μαΐου επίσης, γεννήθηκε και ο Σίγκμουντ Φρόυντ. Εδώ είμαστε! Ό,τι ακριβώς χρειαζόμαστε! Μια επείγουσα ψυχανάλυση είναι άκρως απαραίτητη. Και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες δίκης της προαναφερθείσης Τρομοκρατίας. Μήπως και κατανοήσουμε επιτέλους –λέω τώρα, εγώ η κουζουλή– τι ακριβώς έγινε στα παιδικά χρόνια της χώρας μας και έφτασε εδώ που έφτασε. Κυρίως όμως μου είναι προσωπικά απολύτως αναγκαία η βοήθειά του, μπας και ξεμπλέξω το κουβάρι του Εγώ με το Υπερεγώ και το Αυτό πριν φτάσω στο παραβάν. Διαφορετικά μόνο με ζουρλομανδύα με βλέπω να βγαίνω από κει μέσα!

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Δύσκολα

Δύσκολο να πιάσω ύστερα από τόσον καιρό το νήμα από κει που το ’χα αφήσει. Κι εδώ που τα λέμε, πού το είχα αφήσει; Τρέχα γύρευε! Έλα όμως που…
 
Άνοιξα την μπαλκονόπορτα σήμερα το πρωί και παραξενεύτηκα. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και λιακάδα! Γίνεται; Κατά τις δέκα όμως ο ουρανός θυμήθηκε και συννέφιασε. Έτσι μπράβο! Ας μην ανατραπούν τέλος πάντων όλα τα δεδομένα μας. Χρειάζομαι κάποιες σταθερές, έστω και μελαγχολικές, για να διασώσω την εύθραυστη πια ισορροπία μου.
 
Η σκέψη μου πέταξε ένα μήνα πριν, εκεί στα μέσα του Μάρτη, όταν έσκασαν μύτη οι πρώτες λιακάδες. Τα ιστολόγια είχαν τότε αναθαρρημένα χαιρετίσει τον ερχομό της άνοιξης. Είχα κι εγώ ετοιμάσει μια ανάρτηση με θέμα τη δύναμη της φύσης που ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου στην άκρη μιας ζαρντινιέρας.
Σκληρός ο φετινός χειμώνας…
Παλεύεται όμως!
Ποιος νίκησε τελικά;
Ο καιρός εν τω μεταξύ ξαναχάλασε και… πάει καλιά της η αισιόδοξη ανάρτηση!
 
Μια βδομάδα αργότερα η Margo, η καλή φίλη, με «στρίμωξε» καλοπροαίρετα και παιχνιδιάρικα. Το είχε κάνει και παλιότερα, μόνο που αυτή τη φορά υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες με κράτησαν μακριά από το παιχνίδι. Ωστόσο οι ερωτήσεις της από τότε με τριβελίζουν και ξέρω καλά ότι δεν θα σταματήσουν, αν δεν τις απαντήσω. Ορίστε λοιπόν:
 1. Η πρώτη σκέψη στο ξύπνημα της μέρας:
Ωχ! Πάλι; Μμ… Για να δούμε…
 2. Θέλησες ποτέ να κρυφτείς από κάτι;
Ασφαλώς! Όλοι οι άνθρωποι, πιστεύω, το θέλησαν κάποια στιγμή της ζωής τους. Τα κατάφερα μάλιστα τόσο καλά, που με έχασα γι’ αρκετό καιρό!
 3. Τι κάνεις όταν χάσεις το δρόμο για κει που ξεκίνησες να πας;
Ρίχνω μια ματιά γύρω μου να δω μήπως εδώ που βρέθηκα είναι καλύτερα. Διαφορετικά, κοιτάω πίσω να δω πού λοξοδρόμησα και ξαναπροσπαθώ.
 4. Πώς μετράς την ευτυχία;
Το σημειώνω και στην προμετωπίδα του ιστολογίου μου με τα λόγια του George Carlin: με τις στιγμές που μου έκοψαν την ανάσα. Και ήταν στιγμές σύντομες, πυκνές και χαμηλόφωνες!
 5. Αν έπρεπε να αυτοπροσδιοριστείς με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Γλώσσα. Δικαιοσύνη. Θάλασσα.
 6. Πριν, τώρα, μετά, ποιο επιλέγεις και γιατί;
Πρώτη μου αντίδραση το πριν, γιατί γερνάω. Ωριμότερη επιλογή μου το μετά, γιατί είναι σαν τη θάλασσα, απρόβλεπτο.
 7. Τι θα σ’ έκανε να το ακολουθήσεις ως την άκρη του κόσμου;
Τίποτε. Αυτά που έχουν τόση δύναμη ώστε ν’ αξίζει να κινητοποιηθούμε τόσο πολύ, είναι αυτά που μπορούμε να τα δεχτούμε στην ψυχή μας, όπου και να βρισκόμαστε.
 8. Πόσο συχνά χαμογελάς τα τελευταία δύο χρόνια;
Τα τελευταία δύο χρόνια χαμογελάω μόνο χάρη στα ανίψια μου και τα «παιδιά» μου. Καλότυχη η στιγμή που οριστικοποίησα την επαγγελματική μου επιλογή!
 9. Η λέξη «κρίση» τι σημαίνει για σένα;
Μια ικανότητα που μας έλειψε εδώ και δεκαετίες και την κατάσταση στην οποία μας οδήγησε αυτή η έλλειψη. Όμως έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό το θέμα.
10. Μια αγαπημένη σου λέξη:
Η φωτογραφία από εδώ
Θάλασσα. Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.
11. Η τελευταία σκέψη στο τέλος της μέρας:
Μια πολύτιμη μητρική συμβουλή: Φρόντισε, πριν κοιμηθείς το βράδυ, να έχεις μονιάσει με όποιον τσακώθηκες τη μέρα. Αρκετές φορές δυστυχώς δεν τα κατάφερα…
Κανονικά βέβαια τώρα θα έπρεπε να παραδώσω τη σκυτάλη σε άλλους φίλους και φίλες υποβάλλοντας και τις δικές μου ερωτήσεις. Μόνο που να… το παιχνίδι έχασε πια την αμεσότητά του. Ωστόσο, ασφαλώς και κάθε πιθανή συνέχεια είναι καλοδεχούμενη.
 
Εύχομαι πάντως Καλή Ανάσταση σ’ ό,τι καλό κι ωραίο νιώθετε να σβήνει μέσα σας!

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Δοκιμές

Ξεκίνησαν τρία. Το ένα έκανε μαθήματα βιολιού, το άλλο πιάνου και το τρίτο αποφάσισε ότι ήταν αρκετά περίεργο να δει πώς είναι. Τρία λοιπόν απάντησαν καταφατικά, κάπου εκεί στα μέσα Νοεμβρίου, στη διστακτική μου ερώτηση για το αν θα τα ενδιέφερε να παρακολουθήσουν ζωντανά κλασική μουσική.
Δυο τρεις βδομάδες αργότερα με βρήκε το ένα απ’ αυτά με την πληροφορία ότι θα εμφανιζόταν στο Μέγαρο ο Λεωνίδας Καβάκος. Πού την ανακάλυψε, δεν ξέρω, γιατί στην ιστοσελίδα του Μεγάρου δεν υπήρχαν ακόμα στοιχεία. Όταν διασταύρωσα τελικά την είδηση για τις 11 Φεβρουαρίου, θεώρησα καλό να ξαναρωτήσω το τμήμα για την πιθανότητα ευρύτερης συμμετοχής. Αυτή τη φορά σηκώθηκαν δέκα χέρια και στο δάλειμμα ήρθαν να με βρουν κι άλλα παιδιά από τα υπόλοιπα τμήματα της δευτέρας, στα οποία δεν διδάσκω. Τη σκυτάλη πήρε η θεολόγος του σχολείου που ενημέρωσε και τα τμήματα της πρώτης.
Κάτω από το δύσπιστο βλέμμα κάποιων συναδέλφων συγκεντρώθηκε ένας κατάλογος τριάντα ενός παιδιών, που όχι μόνο συγκέντρωσαν χωρίς καθυστερήσεις πριν από την έναρξη της προπώλησης των εισιτηρίων το αντίτιμό τους, αλλά και δεν πτοήθηκαν από τις προειδοποιήσεις μου ότι ίσως το πρόγραμμα της συγκεκριμένης εκδήλωσης (σονάτες του Beethoven για βιολί και πιάνο) να έπεφτε κάπως βαρύ για «πρωτάρηδες».
Beethoven, violin sonata no 6 – Λ. Καβάκος, E. Pace
Περνάνε τρεις βδομάδες με καθημερινά χαμόγελα και ερωτηματικά βλέμματα στα διαλείμματα. Δυο μέρες πριν την εκδήλωση συγκεντρωνόμαστε για μια σύντομη ενημέρωση. Η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών δεν έχει ξαναπαρακολουθήσει κάτι ανάλογο και χρειάζεται μια προετοιμασία για το τι να περιμένει, τι θα συναντήσει, πώς πρέπει να συμπεριφερθεί. Το πρόβλημα της απεργίας όλων των μέσων μεταφοράς εκείνο το Σάββατο λύνεται την τελευταία στιγμή με την ενοικίαση πούλμαν.
Άφιξη στο Μέγαρο. Διερευνητικά, αναγνωριστικά βλέμματα. Η ομάδα συσπειρώνεται. Πρώτοι ψιθυριστοί σχολιασμοί. Αναμνηστική φωτογραφία για την ιστοσελίδα του σχολείου. Είσοδος. Μοιραζόμαστε στα δύο πλαϊνά θεωρεία πίσω από τη σκηνή. Κανένα παράπονο δεν ακούγεται.
Σε λίγο τα φώτα χαμηλώνουν. Ο Λεωνίδας Καβάκος και ο Enrico Pace παίρνουν τη θέση τους στη σκηνή. Ο βασιλιάς των οργάνων μαζί με το πληρέστερο των οργάνων γεμίζουν την αίθουσα με τους μαγικούς τους ήχους και γοητεύουν το κοινό. Καταπληκτική η χημεία των δύο μουσικών. Κάθε ανησυχία ξεχνιέται και αφήνουμε πίσω μας τον έξω κόσμο…
Στη διαδρομή της επιστροφής επιχειρώ έναν πρώτο απολογισμό σταχυολογώντας ενδεικτικές αντιδράσεις:
— Ωραία ήτανε, κυρία!
— Εμείς πάντως, κυρία, δεν χειροκροτήσαμε πριν την ώρα μας! Ακούσατε πώς φώναζαν σσσς;
— Ούτε και βήξαμε! Ωστόσο, ευγενικός ήταν!
— Θα ξανάρθουμε, κυρία;
— Εγώ, κυρία, χασμουρήθηκα μόνο δύο φορές!
— Φοβερή η αίθουσα, κυρία!
— Θα δούμε, κυρία, και μεγάλη ορχήστρα;
— Εμένα μου ’κανε εντύπωση η ησυχία!
— Χάρηκα που ήρθα. Ήθελα να δω πώς είναι. Δεν νομίζω όμως ότι θα ξανάρθω… Δεν μου πάει και πολύ.
— Πώς μπορούσαν, καλέ κυρία, να συγχρονίζονται τόσο τέλεια μεταξύ τους;
— Θα ήθελα να ξανάρθω. Μόνο, σε πιο εύθυμα κομμάτια. Να, σαν εκείνα τα μέρη που πήγαιναν πιο γρήγορα…
— Μπορούμε να πάμε, κυρία, και στη λυρική; Δεν θα ήταν ωραία να δούμε και όπερα;
Το πρώτο σποράκι έπεσε. Η συνέχεια θα δείξει…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...