Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Χωρίς πολλά λόγια

Επειδή η επικαιρότητα τρέχει και πολύ με τρώει η γλώσσα μου, είπα σήμερα να της βάλω φίμωτρο και να κάνω λακωνικά —χωρίς μουσική, χωρίς ταινιούλα— μόνο δύο παραπομπές, που είναι όχι απλώς αλληλένδετες μεταξύ τους, αλλά και στην ουσία τους άρρηκτα συνδεδεμένες με την ύπαρξή μας.
Η πρώτη έχει να κάνει με το πώς αντιδρούν οι χορωδίες και οι ορχήστρες που ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού στον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία αντιμετωπίζει την Τέχνη γενικώς, ειδικότερα όμως τη μουσική τέχνη. Διαβάστε Nelly’s Κι αυτά κι εκείνα και δηλώστε παρόντες και παρούσες! Μας αφορά όλους ως πολίτες αυτής της έρμης χώρας!
Η δεύτερη σας στέλνει σε μια παλιά μου ανάρτηση και σχετίζεται με την πιο πρόσφατη απώλεια του ελληνικού κινηματογράφου. Ο θάνατος του καλού μας ανθρώπου, του Θανάση μας, δεν είναι απώλεια μόνο για την ελληνική έβδομη τέχνη. Είναι μεγάλη απώλεια για την ανθρωπιά μας. Για τον Πολιτισμό μας!

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Παίρνοντας τα βουνά

σε μια ολιγοήμερη πασχαλινή δραπέτευση από το άστυ και τον αγχωμένο εαυτό σου, ανακτάς την επαφή σου με τη μάνα-φύση και ξαναβρίσκεις ένα «εγώ» πρόθυμο ν’ απλωθεί στο «εμείς» και από κει ν’ αγκαλιάσει τη ζωή ολάκερη.
Το πράσινο, κυρίαρχο μ’ όλες του τις αποχρώσεις κι επιτρέποντας μόνο λεπτές πινελιές στα υπόλοιπα χρώματα, κατρακυλάει από ψηλά
και σκαρφαλώνει από χαμηλά,
λες και θέλει να διασχίσει —ή να καλύψει;— την άσφαλτο.
Ρίχνεις μια κλεφτή ματιά προς τα κάτω, στην πεδιάδα, και νιώθεις λίγο πιο κοντά στον ουρανό.
Έχει άλλη χάρη να μπορείς να χαζέψεις αφ’ υψηλού τις κουτσουπιές να σπάνε το πράσινο μονοπώλιο!
Πάνω σε μια στροφή —και με πρόσφατη στο μυαλό σου την επέτειο του πραξικοπήματος του ’67— το θέαμα ομολογουμένως σε τρομάζει.
Πλησιάζεις και διαβάζεις προσεκτικά την αναμνηστική πλάκα κι αναστενάζεις. Από ανακούφιση για τον εσφαλμένο συνειρμό σου. Από συγκίνηση και με σεβασμό για την ιστορία του τόπου που σε υποδέχεται.
Οι πρώτες στέγες των σπιτιών σου παίζουν κρυφτό μες τις κορφές των δέντρων.
Πλησιάζοντας καταμεσήμερο κι έχοντας διανύσει 235 χιλιόμετρα η Οίτη σε κερνάει λίγη δροσιά.
Μπαίνεις στο ορεινό κεφαλοχώρι και το πρώτο που αντιλαμβάνεσαι είναι η σιωπή από ανθρώπινες φωνές. Μια σιωπή Μεγάλης Παρασκευής που διακόπτεται μόνο από το πένθιμο χτύπημα της καμπάνας και που σου επιτρέπει ν’ απολαύσεις το πολυφωνικό τραγούδι των πουλιών που έχουν τις δικές τους χαρές να γιορτάσουν.
Κάθε που κοντοστέκεσαι στις απότομες ανηφόρες, όλο και κάπου βρίσκει το βλέμμα σου ν’ ακουμπήσει και να ξελαχανιάσει.
Εδώ, την πασχαλιά τη λένε Απρίλη!
Στις μέρες που ακολουθούν κάνεις μια προσπάθεια να συνεχίσεις το δρόμο πάρα πέρα, προς τη Μονή Αγάθωνος. Το θέαμα όμως που αντικρίζεις, καθώς κοιτάς πίσω σου, σε κάνει ν’ αναβάλεις την επίσκεψη και να επιστρέψεις στη μικρή κωμόπολη.
Στο πανηγύρι, μετά το κάψιμο του Ιούδα τη Δευτέρα του Πάσχα, θα χορέψουν μικροί και μεγάλοι. Κι ας ήτανε φέτος λιγότεροι από άλλες χρονιές οι επισκέπτες.
Τα παιδιά πάντως συνεχίζουν να κρατάνε τις δικές τους (μόνο;) παραδόσεις!
Τη μέρα της αναχώρησης, ο ουρανός και το βουνό αγκαλιάζονται για να μοιραστούν με το δικό τους τρόπο τη στενοχώρια τους (μας)!
Άντε, γεια! Το καλοκαίρι πάλι!

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Το Κύμα

Το Κύμα (2008, Σκηνοθεσία: Dennis Gansel - Σενάριο: Dennis Gansel, Todd Strasser)
Η ταινία «Το Κύμα» (Die Welle), βασισμένη σε αληθινό περιστατικό, ήταν ένα έργο χωρίς μεγάλες προοπτικές εμπορικής επιτυχίας. Προβλήθηκε για αρκετές εβδομάδες σε μερικές ελληνικές αίθουσες, που την περιέλαβαν στο πρόγραμμά τους. Ίσως γι’ αυτό ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας την αντιπαρήλθε. Ίσως πάλι να έπαιξε ανασταλτικό ρόλο το ότι ήταν γερμανόφωνη (η αγγλική γλώσσα έχει καταντήσει τόσο πολύ οικεία όσο και η μητρική μας στις ταινίες που επιλέγουμε να παρακολουθήσουμε).
Ένας καθηγητής ιστορίας αποφασίζει να διδάξει βιωματικά στους μαθητές του την έννοια της απολυταρχίας. Εφαρμόζει στην τάξη του τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η τυραννία για να κατακτήσει την εξουσία, τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύεται τις ατομικές αδυναμίες, τη γοητεία που ασκεί στα πρώτα της στάδια, την αίσθηση της δύναμης που διαχέει στους οπαδούς της. Τα παιδιά ενθουσιάζονται και τον ακολουθούν. Μέχρι που το πείραμα φεύγει εκτός ελέγχου.
Η ταινία αγγίζει σε δεύτερο και τρίτο πλάνο και αρκετά άλλα θέματα με κυρίαρχο, κατά τη γνώμη μου, τον καθηγητή-μαθητευόμενο μάγο. Παρακολουθούμε τις ανησυχίες και τις ψυχολογικές ανάγκες των εφήβων, τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους, τη σχέση διδάσκοντος και διδασκομένου και πώς αυτή επηρεάζει τη διαδικασία της διδασκαλίας και αντίστροφα. Είναι ένα έργο που συνιστώ θερμά, χωρίς πάντα ν’ αποκαλύπτω τα εκπαιδευτικά μου κίνητρα.
... ... ...
Η ευκολία με την οποία αποστρέφουμε το βλέμμα από το κακό, όταν αυτό ακόμη κάνει τα πρώτα του βήματα, πάντα με τρόμαζε. Αυτός ο φόβος αλλά και η γερμανική γλώσσα της ταινίας οδήγησαν συνειρμικά το μυαλό μου στα πολύ γνωστά λόγια του όχι πολύ γνωστού πάστορα Μάρτιν Νιμέλερ (Martin Niemöller):
Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές
και δε μίλησα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Ύστερα ήρθαν για τους συνδικαλιστές
και δε μίλησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Ύστερα ήρθαν για τους Εβραίους
και δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Ύστερα ήρθαν για μένα
και δεν είχε απομείνει κανείς για να μιλήσει για μένα.
... ... ...
Είναι μόνο η δύναμη της ανάγκης μας να ανήκουμε σε μια ομάδα ξεχωριστή και δυνατή; Είναι μόνο ο φόβος; Είναι μόνο η αδιαφορία; Είναι μόνο η ανάγκη του ανθρωπάκου που κρύβουμε μέσα μας να νιώσει ισχυρός; Αυτά τα ερωτήματα με οδήγησαν στο ποίημα της Ελένη Βακαλό από τη συλλογή της «Του κόσμου» (1978):
Η φωτογραφία από εδώ
Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος
 
Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει
  
Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουν αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

                                 Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας
... ... ...
Δεν πρόκειται για τριπλή ανάρτηση. Τρία θέματα, τάχα μου, σε οικονομικό πακέτο. Κοινός τους παρονομαστής και συνεκτικός δεσμός τους είναι η αγωνία μου για το παρόν και το άμεσο μέλλον μας. Μήπως, αντί να καλλιεργούμε ιστορικοφανείς ευαισθησίες για την Ελλάδα και το 1821 (χωρίς να παραβλέπω καθόλου τη σημασία αυτής της περιόδου), μήπως, επαναλαμβάνω, θα έπρεπε να διευρύνουμε το χρόνο και την γεωγραφική ακτίνα του ιστορικού μας ενδιαφέροντος ώστε να αντλήσουμε χρήσιμα μαθήματα;
Η Γερμανία του Μεσοπολέμου αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα: οικονομική κρίση, ανεργία, διαλυμένες παραγωγικές δυνάμεις, χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών διαρκώς διευρυνόμενο, κοινωνικός ιστός υπό διάλυση, πολιτική αφωνία από τα αστικά κόμματα, καταρρακωμένη —από τη συνθήκη των Βερσαλλιών (1919)— εθνική αξιοπρέπεια.
Μας θυμίζουν κάτι όλα αυτά;
Το «κύμα», τη μεταδοτική ασθένεια του κακού, φοβάμαι.
Έχω άδικο να ανησυχώ;

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Απορίες

Το «νέο» Λύκειο θα θεωρήσει επαρκή την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση;
Το «νέο» Λύκειο θα εξακολουθήσει να θεωρείται κορύφωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή προπαρασκευαστική βαθμίδα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση;
Το «νέο» Λύκειο θα πορευθεί με τα παλαιά βιβλία;
Το «νέο» Λύκειο θα στηθεί ως γυμνός σκελετός και κατόπιν εορτής θα ανακοινωθούν οι στόχοι και το αναλυτικό του πρόγραμμα;
Το «νέο» Λύκειο θα εξακολουθήσει να ονομάζεται «Γενικό»;
Το «νέο» Λύκειο θα θεωρήσει περιττή την παροχή γενικής καλλιέργειας στο ηλικιακό φάσμα των 15-18 χρόνων, οπότε και οι νέοι βρίσκονται στην προσφορότερη φάση να γνωρίσουν, να επεξεργαστούν, να κρίνουν και να εμπεδώσουν αξίες ζωής;
Το «νέο» Λύκειο θα θεωρήσει ώριμα τα παιδιά των 16 χρόνων να κάνουν τις οριστικές επιλογές τους για την επαγγελματική τους πορεία;
Το «νέο» Λύκειο θα είναι σίγουρο ότι τα παιδιά θα κάνουν αυτές τις επιλογές χωρίς τον, έστω και υποτυπώδη, Σχολικό Επαγγελματικό Προσανατολισμό;
Το «νέο» Λύκειο θα θεωρήσει τόσο βέβαιη και αμετάκλητη την επιλογή κατεύθυνσης εκ μέρους των παιδιών, ώστε να τα ωθεί σε τόσο πρόωρη εξειδίκευση;
Το «νέο» Λύκειο θα πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων το μεράκι όλων εκείνων των εκπαιδευτικών που παρακολουθούν σεμινάρια και ημερίδες για την ανάπτυξη ποικίλων (περιβαλλοντικών, καλλιτεχνικών, θεατρικών κ.λπ.) προγραμμάτων, συμπληρωματικών μεν αλλά άκρως απαραίτητων για τη σφαιρική καλλιέργεια των παιδιών;
Το «νέο» Λύκειο θα αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες εξοβελίζοντας από το πρόγραμμά του το μάθημα της Πληροφορικής;
Το «νέο» Λύκειο θα αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες σε σχολεία 200, 300 ή και 400 παιδιών με ένα μόνο εργαστήριο Πληροφορικής; Και θα το κάνει μ’ ένα σεβαστό ποσοστό εκπαιδευτικών που τις αγνοεί —είτε επειδή τις φοβάται είτε επειδή τις περιφρονεί;
Το «νέο» Λύκειο θα προσφέρει πιστοποίηση στην ξένη γλώσσα στριμώχνοντάς την στα μαθήματα επιλογής στις δύο τελευταίες τάξεις του;
Το «νέο» Λύκειο θα εγκαινιάσει τις «ερευνητικές εργασίες» χωρίς σχολικές βιβλιοθήκες, χωρίς εργαστήρια, χωρίς την απαραίτητη τεχνική υποδομή;
Το «νέο» Λύκειο θα ζητήσει από τα παιδιά δύο κατά σχολικό έτος «ερευνητικές εργασίες» με εκπαιδευτικούς ανέτοιμους ή επιμορφωμένους με ταχύρρυθμα σεμινάρια μερικών ωρών —και από ποιους επιμορφωτές;
Το «νέο» Λύκειο θα τεθεί σε εφαρμογή χωρίς προηγουμένως να έχει αξιολογηθεί επιστημονικά το σε τι και πόσο χωλαίνει το «παλαιό»;
Το «νέο» Λύκειο θα αρχίσει άμεσα τη λειτουργία του χωρίς προηγουμένως να δοκιμασθεί πιλοτικά, να ελεγχθεί και να αξιολογηθεί;
Το «νέο» Λύκειο θα αφήσει χρονικό περιθώριο στους εφήβους μας να παίξουν, να γελάσουν, να στοχαστούν, να ερωτευτούν;
Το «νέο» Λύκειο θα…
Να συνεχίσω;
Από τότε που άφησα πίσω μου τα σχολικά θρανία ως μαθήτρια, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’70, περιμένω το «νέο» Λύκειο…
Επιτέλους πια, δεν πονάει κανείς τέλος πάντων αυτόν το χώρο; Τόσο κοντόθωροι είναι; Τόσο αδιαφορούν για το μέλλον;
Και μια πρόταση: Μήπως θα έπρεπε να εξαναγκάσουμε τον εκάστοτε επίδοξο «μεταρρυθμιστή» υπουργό να δοκιμάζει τις «μεταρρυθμίσεις» του υποχρεωτικά πρώτα στα δικά του παιδιά;

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Πρωινές μουσικές εικόνες

Στην πρωινή διαδρομή για το σχολείο το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου είναι σχεδόν πάντα συντονισμένο στο Τρίτο Πρόγραμμα. Έχει διαπιστώσει ότι, αποφεύγοντας τις ενημερωτικές εκπομπές, ξεκινάει κάπως πιο ήρεμα η μέρα της.
Έτσι και σήμερα, πριν ξεκινήσει, το χέρι της μηχανικά άναψε το ραδιόφωνο. Ο ουρανός φορούσε ακόμα την γκρίζα υγρή φορεσιά του και περίμενε τον ήλιο να τη στεγνώσει. Το μυαλό της, μουδιασμένο από το βιαστικό ξύπνημα, τανυόταν αργά αργά ξεφυλλίζοντας τα θέματα της ημέρας που την περίμενε: πώς θα εξοικειώσει χωρίς τραυματισμούς τα μικρά με τους υποθετικούς λόγους, πώς θα διευκρινίσει με σαφήνεια στα μεγάλα τις έννοιες της λαϊκότητας, του λαϊκισμού, της δημαγωγίας και της εκλαΐκευσης, πώς θα στηρίξει τα παιδιά της κατεύθυνσης που εμφανίζουν ορατά πλέον τα συμπτώματα του άγχους για τις εξετάσεις που πλησιάζουν…
Τα πρώτα χιλιόμετρα κύλησαν με το δεύτερο μέρος από τη Μικρή νυχτερινή μουσική του Mozart και κάποια μαζούρκα του Chopin. Βυθισμένη στις σκέψεις της δεν τους έδωσε τη συνηθισμένη προσοχή, γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι φιλτράρισαν πολύ αποτελεσματικά τον εκνευρισμό της οδήγησης στην πρωινή κίνηση.
Όταν είχε διανύσει τα δύο τρίτα της διαδρομής, ο ήλιος είχε πια σηκωθεί για τα καλά και πάλευε με τα σύννεφα. Στην αρχή είχε δυσκολευτεί και έμοιαζε να υποκύπτει στη μουντάδα τους. Τώρα όμως τα αντιμετώπιζε επί ίσοις όροις. Ξαφνικά κατάλαβε ότι όλο αυτό το παιχνίδι του φωτός με το γκρι στο γαλανό φόντο γινόταν με μουσική υπόκρουση την εισαγωγή του Κουρέα της Σεβίλλης του Rossini.
Τα κρουστά είχαν υποδεχτεί επιβλητικά την εμφάνιση του ήλιου. Τα πνευστά ευγενικά του άνοιξαν το δρόμο με τη διακριτικά ρυθμική συνοδεία των εγχόρδων. Τα σύννεφα επέστρεφαν βλοσυρά ανεβάζοντας την ένταση της ορχήστρας με αυστηρότητα. Ο ήλιος μαλάκωνε την πίεση και τα βιολιά συνόδευαν μελωδικά την προσωρινή του υποχώρηση. Ύστερα, σαν να μοιράστηκαν τα έγχορδα. Κάποια έπαιρναν κρυφά, χαμηλόφωνα στην αγκαλιά τους το φως, ενώ τα άλλα υπογράμμιζαν με την έντασή τους την γκρίζα απειλή. Σε λίγο όμως ενώθηκαν πάλι σ’ έναν κυματισμό σαν να πήγαιναν άλλοτε με τη μία πλευρά κι άλλοτε με την άλλη. Σ’ αυτή την αναποφασιστικότητα συμφώνησαν και τα πνευστά, που έπρεπε πια να εκδηλωθούν κι αυτά. Ανέλαβαν στην αρχή τους σκοτεινούς τόνους. Γρήγορα όμως σάλπισαν αιφνιδιαστική επίθεση. Ωστόσο το φως τεντώθηκε κι άρχισε μικρά πηδηματάκια προς τα εμπρός. Πού και πού κάποια ακτίνα του ήλιου ξεγλιστρούσε παιχνιδιάρικα και τα βιολιά έριχναν κοροϊδευτικά το αισιόδοξο σύνθημα παρασέρνοντας στο πλευρό τους τα υπόλοιπα έγχορδα και τα πνευστά. Σε λίγο ο ξεσηκωμός γενικεύτηκε. Τα κρουστά έδιναν το σήμα και όλα μαζί τα όργανα έσπρωχναν το φως. Και, καθώς κάποια σύννεφα ακόμη αντιστέκονταν, οι ήχοι δυνάμωναν. Φούσκωναν σαν κύμα ανοιξιάτικο που κυρτώνει την πλάτη, ορμάει, σκάει στην αγκαλιά της ακτής και αποτραβιέται για να πάρει δυνάμεις, να ξαναφουσκώσει, να κάνει την επόμενη δροσερή του έφοδο. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα ανάμεσα στα κύματα δινόταν η ευκαιρία ν’ ακουστεί το χαρούμενο κελάηδισμα της Άνοιξης που πλησιάζει χοροπηδώντας ανέμελα. Τα πνευστά συνόδευαν τα διπλά πηδηματάκια της παιδούλας προς τα μπρος και τα βιολιά την ντροπαλή της οπισθοβασία. Και να, πάλι τα κύματα. Και να, πάλι το σύνθημα. Και να, πάλι το παιδικό χοροπηδητό. Ώσπου το παιχνίδι μετατρέπεται πια σε σοβαρή —την τελική— επίθεση του φωτός μέχρι την οριστική νίκη.
Αυτήν περίμενε, έχοντας τραβήξει το χειρόφρενο στο χώρο στάθμευσης του σχολείου, για να βγει από το αυτοκίνητο, να μπει χαμογελώντας στο κτήριο και ν’ απολαύσει τη μέρα της ανάμεσα σε νεανικά πρόσωπα.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Φασκόμηλο

Σηκώθηκε για να κυκλοφορήσει λίγο το αίμα στα πόδια της. Σχεδόν δεν ένιωθε τα δάχτυλά της. Τόσην ώρα ακίνητη, καθισμένη στο γραφείο, απορροφημένη, είχε παγώσει χέρια πόδια. Τρίβοντας τα χέρια της σαν να τα σαπούνιζε πλησίασε το τζάμι. Έξω χιόνιζε. Μπορεί να μην έριχνε κοτόφτερα, όπως περιέγραψε ο πατέρας ενός φίλου τις νιφάδες που έπεσαν στη Λαμία, ωστόσο χιόνιζε και μάλιστα πυκνά.
Πώς θα μπορούσε να περιγράψει τον ήχο του χιονιού; Δεν είναι ακριβώς μουντός ούτε βέβαια αθόρυβος. Μμ… βουβός είναι, σκέφτηκε. Σαν να φιλτράρεται μέσα από βαμβάκι. Άφησε για λίγο το βλέμμα της να πλανηθεί στη σιωπή του κι αυτή απλώθηκε μέχρι μέσα της, απαλή, τρυφερή, λεπτό λινό σεντόνι στην ψυχή της.
Το ανθισμένο ζουμπούλι στη ζαρντινιέρα είχε λυγίσει από το βάρος του χιονιά. Τότε πρόσεξε τη γωνία της κάμψης. Το λουλούδι είχε γείρει προς το διπλανό του, μικρό μπουμπούκι αυτό. Διόρθωσε τη σκέψη της: και τα φυτά ακόμη προστατεύουν τα μικρά τους!
Κίνησε για την κουζίνα. Καφέ δεν άντεχε να πιει άλλο. Το στόμα της, φαρμάκι από τα τσιγάρα. Έβαλε νερό στο βραστήρα να φτιάξει ένα βραστικό, όπως το ’λεγε η γιαγιά της. Άνοιξε το ντουλάπι και το χέρι της πήγε μηχανικά σ’ ένα νάιλον σακουλάκι. Το είχε πάρει από τη λαϊκή, όχι τόσο επειδή το χρειαζόταν, όσο γιατί είχε χρόνια να δει φυσικό φασκόμηλο. Τα συσκευασμένα φακελάκια ούτε που τα πλησίαζε. Τώρα το χιόνι την οδήγησε κατευθείαν σ’ αυτό.
Η φωτογραφία από εδώ
Έκοψε μερικά φυλλαράκια στο τρυπητό και το στήριξε στο χείλος της κούπας. Άρχισε να σταλάζει αργά το ζεστό νερό πάνω στο βότανο. Ο αρωματικός αχνός γαργάλισε αμέσως τη μύτη της. Έσκυψε πάνω από την κούπα και τον εισέπνευσε βαθιά, αφήνοντάς τον να της θολώνει τα γυαλιά. Έτσι κι αλλιώς, τα μάτια της είχαν θολώσει.
Ταξίδευε. Βρισκόταν σε κείνο το παγωμένο απόγευμα στη σχολική αυλή του Δημοτικού της γειτονιάς της. Τότε που πρωταντίκρισε χιόνι στη ζωή της. Εδώ πια, στην Ελλάδα. Γιατί πριν, εκεί, κάτω, μόνο χαλάζι είχε δει. Όλα τα παιδιά έκαναν σαν τρελά από τη χαρά τους. Έτρεχαν, φώναζαν, πετούσαν χούφτες το χιόνι το ένα στο άλλο. Εκείνη είχε μείνει ακίνητη, εκστατική, να κοιτάει το θαύμα που ξετυλιγόταν μπροστά της. Ένιωθε σαν να είχε ξαφνικά με μαγικό τρόπο μεταφερθεί μέσα στις σελίδες των παραμυθιών που τόσο αγαπούσε. Κάποια στιγμή επιτέλους ζωντάνεψε και όρμησε στο παιχνίδι με τόσο ζήλο, σαν να ήθελε μονομιάς να ρουφήξει συσσωρευμένη όλη την απόλαυση από τις χιονισμένες μέρες που τα άλλα παιδιά είχαν ήδη γνωρίσει, ενώ εκείνη όχι.
Εκείνο το απόγευμα γύρισε στο σπίτι κάπως αργοπορημένη, πολύ μουσκεμένη και παγωμένη ως το κόκκαλο. Ο ενθουσιασμός και η έκσταση στο βλέμμα και τα λόγια της έπνιξαν κάθε πρόθεση της μητέρας της να τη μαλώσει για την αργοπορία της επιστροφής της. Έβγαλε τη βρεγμένη ποδιά, τα παπούτσια και τις κάλτσες που έσταζαν, τιτιβίζοντας ακόμη, ανατρέποντας την εικόνα του λιγομίλητου παιδιού.
Τότε της έφερε η γιαγιά ένα φλιτζάνι αχνιστό φασκόμηλο με δυο σταγόνες μέλι. Μέχρι τότε πίστευε ότι το ρόφημα αυτό, το αγαπημένο της γιαγιάς της, ήταν για τους μεγάλους. Για την ακρίβεια, για τους γέρους. Η ζεστασιά του όμως χαλάρωσε την ένταση που έσφιγγε τους μυς της και το άρωμά του ηρέμησε τον ξεσηκωμό της. Κούρνιασε στην αγκαλιά της γιαγιάς πίνοντας γουλιά γουλιά το ζεστό κι αφήνοντας τη σημαδιακή μέρα να καταλαγιάσει μέσα της.
Τώρα, στην κουζίνα της, σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος της για να σφίξει, με την ίδια κίνηση που την είχε δει άπειρες φορές να κάνει, το σάλι της γιαγιάς της που είχε ριγμένο στους ώμους της. Αγκάλιασε με τα δυο της χέρια τη ζεστή κούπα, τη σήκωσε και άφησε το άρωμα να την τυλίξει.
Το φασκόμηλο μυρίζει γιαγιά, αποφάνθηκε…

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Παγκόσμιες Ημέρες

Όσοι τόλμησαν χτες να μου ευχηθούν Χρόνια Πολλά, εισέπραξαν ένα άγριο βλέμμα ή μια κοφτή απάντηση «Δε γιορτάζω σήμερα!» ή μια χαλαρή φραστική διόρθωση «Χρόνια Καλύτερα» ή μια συγκαταβατική σύντομη ιστορική ενημέρωση ή μια εκτεταμένη κοινωνική και πολιτική ανάλυση.
Επειδή οι Παγκόσμιες Ημέρες δεν είναι μέρες εορτασμού, αλλά μέρες υπενθύμισης για προβλήματα που ταλανίζουν την παγκόσμια κοινότητα, είπα να θυμίσω σήμερα, συνειδητά μια μέρα αργότερα, ότι η 8η Μαρτίου είναι αφιερωμένη στη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων για τις γυναίκες.
Αυτή τη φορά δεν θα πω τίποτε περισσότερο, αφήνοντας την Αφροδίτη Μάνου ν’ αποδώσει το κείμενο της Άννας Παναγιωτοπούλου σε μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη για την εξαιρετική εκείνη θεατρική παράσταση «Το τραμ το τελευταίο» του Ελεύθερου Θεάτρου. Θα σας παραπέμψω όμως με εμφαντική παρότρυνση
στην υπέροχη από πολλές πλευρές ανάρτηση της Roadartist εδώ
και
στην όντως πολύ κατατοπιστική ιστορικά ανάρτηση της Γητεύτριας εδώ.
Επιφυλάσσομαι βέβαια να ξανατσιγκλήσω πριν από την επόμενη 8η Μαρτίου το ζήτημα —γιατί ζητούμενο είναι ακόμα το θέμα της ισότητας των φύλων, ακόμη και στις λεγόμενες προηγμένες κοινωνίες!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...